Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on Google
Κύριος ρόλος ενός συνταξιοδοτικού συστήματος είναι η διασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης για όλο τον πληθυσμό μετά τη συνταξιοδότηση του. Φυσικά υπάρχουν και τα προγράμματα κοινωνικής συνοχής του κράτους, τα οποία λειτουργούν ως αρωγοί στις περιπτώσεις που υπάρχει ανάγκη, όπως στους συνταξιούχους.
Ένα συνταξιοδοτικό σύστημα αποτελείται από τρεις πυλώνες. O πρώτος πυλώνας αφορά την εθνική σύνταξη, η οποία είναι υποχρεωτική και το ποσό εξαρτάται από τις συνεισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Για τους μεν εργοδοτούμενους, το ποσό των εισφορών αποκόπτεται από τη μισθοδοσία τους και μαζί με τη συνεισφορά του εργοδότη καταβάλλεται μηνιαίως. Για τους δε αυτοεργοδοτούμενους, η καταβολή γίνεται ανά τρίμηνο.
Ο δεύτερος πυλώνας αφορά τα ταμεία προνοίας και τα ταμεία συντάξεως, όπου εργοδότες και εργοδοτούμενοι καταβάλλουν εισφορές, με βάση το καταστατικό του ταμείου που εγκρίθηκε από τις αρχές. Τα περισσότερα ταμεία προνοούν την εφάπαξ πληρωμή (κυρίως για φορολογικούς σκοπούς) του ποσού που αναλογεί στο μέλος είτε κατά την αφυπηρέτηση του ή τον τερματισμό της συγκεκριμένης εργοδότησης.
Ο τρίτος πυλώνας είναι προαιρετικός και ιδιωτικός και αφορά κυρίως τη δυνατότητα κάθε ιδιώτη να επενδύει/αποταμιεύει μέρος του καθαρού του εισοδήματος μέσω επενδυτικών σχεδίων (annuities) ή ασφαλιστικά σχέδια με συγκεκριμένη απόδοση (ανάλογα με το ρίσκο που θα ήθελε ο κάθε ιδιώτης να αναλάβει).
Το κράτος παρέχει κίνητρα προς τους πολίτες (κυρίως φορολογικά) ώστε να υπάρχει συμμετοχή στους πυλώνες του συνταξιοδοτικού συστήματος. Οι εισφορές σε ταμεία προνοίας, ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλα αφαιρούνται για σκοπούς φόρου, με τον περιορισμό τους όμως να ορίζεται στο 1/5 του φορολογητέου εισοδήματος (υπήρξε πρόσφατη τροποποίηση του νόμου). Tο 1/5 του καθαρού εισοδήματος του φορολογουμένου υπολογίζεται και με τη συμπερίληψη των συνδρομών σε ΓεΣΥ.
Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι η λήψη εφάπαξ ποσού από ταμείο προνοίας κατά τη διάρκεια της αφυπηρέτησης ή την αλλαγή εργοδότησης δεν φορολογείται, κάτι που ενισχύει τα πιο πάνω κίνητρα. Το ίδιο ισχύει και για τα ασφάλιστρα ζωής, νοουμένου όμως ότι η εξαργύρωση τους γίνει μετά τον έκτο χρόνο από τη σύναψή τους. Αν η εξαργύρωση γίνει στα τρία χρόνια, τότε το 30% του ποσού εξαργύρωσης φορολογείται, ενώ από τον 4ο μέχρι τον 6ο χρόνο το 20%. Αυτό ενθαρρύνει τη σύναψη και διατήρηση ασφαλειών ζωής μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Σημειώνεται ότι οποιεσδήποτε εισφορές από τους εργοδότες σε ταμεία προνοίας και στο ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων αφαιρούνται από το φορολογητέο εισόδημα.
Κάθε νοικοκυριό και κάθε άτομο ξεχωριστά προσπαθεί να κάνει τον δικό του προϋπολογισμό, υπολογίζοντας τις τωρινές και ενδεχόμενες ανάγκες της οικογένειας του, τη διασφάλιση του μέλλοντος για τον ίδιο (π.χ. σύνταξη) και τα παιδιά του (π.χ. σπουδές) και επενδύοντας ή αποταμιεύοντας τα πλεονάσματα. Φυσικά ο καθένας και η κάθε οικογένεια έχει τις δικές της προτεραιότητες, ενώ μετά την οικονομική κρίση οι συνήθειες των πολιτών άλλαξαν, προσπαθώντας πρωταρχικά να διασφαλίσουν τα απαραίτητα και μετά να προχωρήσουν σε αγορές ειδών πολυτελείας. Τελευταία παρατηρείται αύξηση στις αγορές πολυτελών οχημάτων, ένδειξη της ανάκαμψης του οικονομικού κλίματος, της αύξησης των εισοδημάτων και ενδεχομένως λόγω του Brexit (σε ό,τι αφορά κυρίως την αγορά μεταχειρισμένων οχημάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο).
Η παραχώρηση φορολογικών αφαιρέσεων αποτυπώνει την πρόθεση της πολιτείας να παραχωρήσει κίνητρα στους πολίτες και τις επιχειρήσεις είτε να αποταμιεύσουν, είτε να προχωρήσουν σε επενδύσεις με σκοπό τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Η διαμόρφωση τέτοιων πολιτικών πρέπει να λαμβάνει υπόψη από τη μια την κοινωνική συνοχή και από την άλλη τη δημιουργία συνθηκών ανάπτυξης. Δεν πρέπει δηλαδή το φορολογικό βάρος να είναι τέτοιο σε πολίτες και επιχειρήσεις, που για τους ιδιώτες να περιορίζει σημαντικά τις καταναλωτικές τους συνήθειες και για τις επιχειρήσεις να περιορίζει τις επενδύσεις και την περαιτέρω ανάπτυξή τους.
Οποιαδήποτε αρνητική εξέλιξη σε ό,τι αφορά το συνταξιοδοτικό σύστημα ενδεχομένως να επηρεάσει και τα δημόσια οικονομικά, κυρίως αν τα προβλήματα που προκύπτουν αφορούν τον πρώτο πυλώνα. Υπενθυμίζεται ότι το 2013 υπήρξε η ετοιμασία αναλογιστικής μελέτης βιωσιμότητας σε σχέση με το ταμείο συντάξεως αλλά και το σύστημα συνταξιοδότησης των δημοσίων υπαλλήλων, και είχαν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα. Κάποια από τα μέτρα αυτά αφορούσαν τη σταδιακή αύξηση των εισφορών, την αύξηση του ορίου αφυπηρέτησης και την επιβολή προστίμου στις περιπτώσεις πρόωρων αφυπηρετήσεων.
Ένα συνταξιοδοτικό σύστημα αποτελείται από τρεις πυλώνες. O πρώτος πυλώνας αφορά την εθνική σύνταξη, η οποία είναι υποχρεωτική και το ποσό εξαρτάται από τις συνεισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Για τους μεν εργοδοτούμενους, το ποσό των εισφορών αποκόπτεται από τη μισθοδοσία τους και μαζί με τη συνεισφορά του εργοδότη καταβάλλεται μηνιαίως. Για τους δε αυτοεργοδοτούμενους, η καταβολή γίνεται ανά τρίμηνο.
Ο δεύτερος πυλώνας αφορά τα ταμεία προνοίας και τα ταμεία συντάξεως, όπου εργοδότες και εργοδοτούμενοι καταβάλλουν εισφορές, με βάση το καταστατικό του ταμείου που εγκρίθηκε από τις αρχές. Τα περισσότερα ταμεία προνοούν την εφάπαξ πληρωμή (κυρίως για φορολογικούς σκοπούς) του ποσού που αναλογεί στο μέλος είτε κατά την αφυπηρέτηση του ή τον τερματισμό της συγκεκριμένης εργοδότησης.
Ο τρίτος πυλώνας είναι προαιρετικός και ιδιωτικός και αφορά κυρίως τη δυνατότητα κάθε ιδιώτη να επενδύει/αποταμιεύει μέρος του καθαρού του εισοδήματος μέσω επενδυτικών σχεδίων (annuities) ή ασφαλιστικά σχέδια με συγκεκριμένη απόδοση (ανάλογα με το ρίσκο που θα ήθελε ο κάθε ιδιώτης να αναλάβει).
Το κράτος παρέχει κίνητρα προς τους πολίτες (κυρίως φορολογικά) ώστε να υπάρχει συμμετοχή στους πυλώνες του συνταξιοδοτικού συστήματος. Οι εισφορές σε ταμεία προνοίας, ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλα αφαιρούνται για σκοπούς φόρου, με τον περιορισμό τους όμως να ορίζεται στο 1/5 του φορολογητέου εισοδήματος (υπήρξε πρόσφατη τροποποίηση του νόμου). Tο 1/5 του καθαρού εισοδήματος του φορολογουμένου υπολογίζεται και με τη συμπερίληψη των συνδρομών σε ΓεΣΥ.
Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι η λήψη εφάπαξ ποσού από ταμείο προνοίας κατά τη διάρκεια της αφυπηρέτησης ή την αλλαγή εργοδότησης δεν φορολογείται, κάτι που ενισχύει τα πιο πάνω κίνητρα. Το ίδιο ισχύει και για τα ασφάλιστρα ζωής, νοουμένου όμως ότι η εξαργύρωση τους γίνει μετά τον έκτο χρόνο από τη σύναψή τους. Αν η εξαργύρωση γίνει στα τρία χρόνια, τότε το 30% του ποσού εξαργύρωσης φορολογείται, ενώ από τον 4ο μέχρι τον 6ο χρόνο το 20%. Αυτό ενθαρρύνει τη σύναψη και διατήρηση ασφαλειών ζωής μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Σημειώνεται ότι οποιεσδήποτε εισφορές από τους εργοδότες σε ταμεία προνοίας και στο ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων αφαιρούνται από το φορολογητέο εισόδημα.
Κάθε νοικοκυριό και κάθε άτομο ξεχωριστά προσπαθεί να κάνει τον δικό του προϋπολογισμό, υπολογίζοντας τις τωρινές και ενδεχόμενες ανάγκες της οικογένειας του, τη διασφάλιση του μέλλοντος για τον ίδιο (π.χ. σύνταξη) και τα παιδιά του (π.χ. σπουδές) και επενδύοντας ή αποταμιεύοντας τα πλεονάσματα. Φυσικά ο καθένας και η κάθε οικογένεια έχει τις δικές της προτεραιότητες, ενώ μετά την οικονομική κρίση οι συνήθειες των πολιτών άλλαξαν, προσπαθώντας πρωταρχικά να διασφαλίσουν τα απαραίτητα και μετά να προχωρήσουν σε αγορές ειδών πολυτελείας. Τελευταία παρατηρείται αύξηση στις αγορές πολυτελών οχημάτων, ένδειξη της ανάκαμψης του οικονομικού κλίματος, της αύξησης των εισοδημάτων και ενδεχομένως λόγω του Brexit (σε ό,τι αφορά κυρίως την αγορά μεταχειρισμένων οχημάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο).
Η παραχώρηση φορολογικών αφαιρέσεων αποτυπώνει την πρόθεση της πολιτείας να παραχωρήσει κίνητρα στους πολίτες και τις επιχειρήσεις είτε να αποταμιεύσουν, είτε να προχωρήσουν σε επενδύσεις με σκοπό τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Η διαμόρφωση τέτοιων πολιτικών πρέπει να λαμβάνει υπόψη από τη μια την κοινωνική συνοχή και από την άλλη τη δημιουργία συνθηκών ανάπτυξης. Δεν πρέπει δηλαδή το φορολογικό βάρος να είναι τέτοιο σε πολίτες και επιχειρήσεις, που για τους ιδιώτες να περιορίζει σημαντικά τις καταναλωτικές τους συνήθειες και για τις επιχειρήσεις να περιορίζει τις επενδύσεις και την περαιτέρω ανάπτυξή τους.
Οποιαδήποτε αρνητική εξέλιξη σε ό,τι αφορά το συνταξιοδοτικό σύστημα ενδεχομένως να επηρεάσει και τα δημόσια οικονομικά, κυρίως αν τα προβλήματα που προκύπτουν αφορούν τον πρώτο πυλώνα. Υπενθυμίζεται ότι το 2013 υπήρξε η ετοιμασία αναλογιστικής μελέτης βιωσιμότητας σε σχέση με το ταμείο συντάξεως αλλά και το σύστημα συνταξιοδότησης των δημοσίων υπαλλήλων, και είχαν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα. Κάποια από τα μέτρα αυτά αφορούσαν τη σταδιακή αύξηση των εισφορών, την αύξηση του ορίου αφυπηρέτησης και την επιβολή προστίμου στις περιπτώσεις πρόωρων αφυπηρετήσεων.
* Διοικητικός Σύμβουλος, KPMG Limited, 22 209 000, ayiasemides@kpmg.com
Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του συγγραφέα και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις και γνώμες της KPMG International ή Οίκων μελών της KPMG. Η επωνυμία της KPMG και το λογότυπο της KPMG είναι εγγεγραμμένα εμπορικά σήματα της KPMG International Cooperative, ελβετικού οργανισμού.