Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on Google
Σχετική ρύθμιση γίνεται στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ.149, όπου στο άρθρο 59 προνοείται ότι αν οφειλέτης χρέους, ο οποίος χρωστεί διάφορα συγκεκριμένα χρέη στο ίδιο πρόσωπο, διενεργήσει οποιαδήποτε πληρωμή σε αυτό, είτε ορίζοντας ρητά είτε υπό περιστάσεις από τις οποίες συνάγεται ότι η πληρωμή πρέπει να καταλογιστεί προς εξόφληση ειδικού χρέους, η πληρωμή, αν γίνει αποδεκτή, πρέπει να καταλογιστεί προς εξόφληση του χρέους αυτού. Στην περίπτωση που γίνεται πληρωμή προς εξόφληση μη υποδειχθέντος χρέους, το άρθρο 60 προβλέπει ότι αν ο οφειλέτης δεν ορίσει το χρέος το οποίο αφορά η πληρωμή που έγινε και αυτό δεν δύναται να συναχθεί από άλλες περιστάσεις, ο πιστωτής δύναται κατά βούληση να καταλογίσει την πληρωμή αυτή σε οποιοδήποτε νόμιμο χρέος του οφειλέτη αυτού, το οποίο είναι πληρωτέο προς αυτόν και απαιτητό, ανεξάρτητα αν η ανάκτηση αυτού εμποδίζεται ή όχι από τον εκάστοτε σε ισχύ νόμο που αφορά την παραγραφή. Όταν γίνεται πληρωμή και κανένας από τους ενδιαφερόμενους δεν προβεί σε καταλογισμό, εφαρμόζεται η πρόνοια του άρθρου 61 που προβλέπει ότι αν κανένας από τους ενδιαφερόμενους δεν προβεί στον καταλογισμό πληρωμής που έγινε, αυτή καταλογίζεται προς εξόφληση των χρεών κατά σειρά αρχαιότητας, ανεξάρτητα αν αυτά δύνανται ή όχι να ανακτηθούν κατ’ εφαρμογή του εκάστοτε σε ισχύ νόμου που αφορά την παραγραφή. Αν τα χρέη έχουν την ίδια σειρά αρχαιότητας, ο καταλογισμός της πληρωμής γίνεται συμμετρικά.
Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφασή του στην Π.Ε.218/2018, ημερ. 31.10.2019, εξέτασε τις ανωτέρω πρόνοιες στα πλαίσια έφεσης οφειλέτη, ο οποίος επικαλείτο ότι οι μηνιαίες δόσεις που διατάχθηκε να πληρώσει για εξ αποφάσεως χρέος και δεν τις πλήρωσε καλύπτονταν από τη ρευστοποίηση εγγυητικής που τρίτο πρόσωπο έδωσε για το χρέος. Συγκεκριμένα, ο οφειλέτης καθυστέρησε την πληρωμή των μηνιαίων δόσεων και ο πιστωτής καταχώρησε κατηγορητήριο που αφορούσε αδικήματα καταδολίευσης. Το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε τη μαρτυρία που δόθηκε από μέρους του πιστωτή, ενώ απέρριψε την εκδοχή του οφειλέτη ότι οι μηνιαίες δόσεις εξοφλήθηκαν με τη ρευστοποίηση της εγγυητικής που δόθηκε από το τρίτο πρόσωπο. Κατά συνέπεια, καταδίκασε τον οφειλέτη, του επέβαλε ποινή και εξέδωσε εναντίον του διάταγμα καταβολής των καθυστερημένων δόσεων.
Ο οφειλέτης θεώρησε εσφαλμένη την καταδίκη του και την προσέβαλε με έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο, προωθώντας τη θέση ότι το συνολικό ποσό των καθυστερημένων δόσεων υπερκαλυπτόταν από το ποσό της εγγυητικής και το δικαστήριο θα έπρεπε να αποδεχθεί ότι το ποσό αυτό εισπράχθηκε πρωτίστως για την αποπληρωμή των μηνιαίων δόσεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν συμφώνησε με τον οφειλέτη και επιδοκίμασε την πρωτόδικη απόφαση ότι δεν συμφωνήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο ότι η εξαργύρωση της εγγυητικής σχετιζόταν με τις καταβλητέες μηνιαίες δόσεις. Πέραν του ότι δεν υπήρχε σχετική ειδική συμφωνία για το ότι το ποσό της εγγυητικής θα κάλυπτε τις οφειλόμενες μηνιαίες δόσεις, δεν προέβη σε κάποια πληρωμή ο ίδιος ο οφειλέτης και δεν μπορούσε να επικαλείται το άρθρο 59. Το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσθεσε ότι μόνο το τρίτο πρόσωπο θα μπορούσε να εγείρει ζήτημα ως προς τον τρόπο καταλογισμού του ποσού της εγγυητικής και απέρριψε την έφεση.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα