Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤης Ελευθερίας Πιπεροπούλου
Στην πιο κρίσιμη φάση του εισέρχεται το πρόγραμμα ανάπτυξης του “Αρχύτα”, του μη επανδρωμένου αεροχήματος (UAS) που αναπτύσσει η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ), καθώς το επόμενο ορόσημο είναι η μετάβαση από το στάδιο του σχεδιασμού και της κατασκευής στις πτητικές δοκιμές.
Ο “Αρχύτας”, ο οποίος παρουσιάστηκε επίσημα στο κοινό στην 90ή ΔΕΘ, ανήκει στην κατηγορία Class II UAS και έχει μέγιστο βάρος 180 κιλά, δυνατότητα μεταφοράς ωφέλιμου φορτίου έως 30 κιλά και αυτονομία περίπου εννέα ωρών. Στη σημερινή του διαμόρφωση προορίζεται για αποστολές συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης (ISR), ενώ η δυνατότητα κάθετης απογείωσης και προσγείωσης (VTOL) του επιτρέπει να επιχειρεί από περιοχές χωρίς διαθέσιμο διάδρομο, στοιχείο με ιδιαίτερη σημασία για το νησιωτικό περιβάλλον.
Πίσω, ωστόσο, από τα τεχνικά χαρακτηριστικά του συστήματος βρίσκεται ένας ευρύτερος στόχος: η ανάπτυξη στην Ελλάδα της τεχνογνωσίας που απαιτείται για τον σχεδιασμό, την εξέλιξη και την παραγωγή σύνθετων μη επανδρωμένων συστημάτων.
Η “γέννηση” του προγράμματος
Το πρόγραμμα “Αρχύτας” ξεκίνησε το 2021, με την υπογραφή Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ της ΕΑΒ, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης (ΔΠΘ) και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Το πρόγραμμα πήρε την ονομασία του από τον Αρχύτα τον Ταραντίνο, Έλληνα πολιτικό, στρατηγό και μηχανικό, που έμεινε στην ιστορία ως ο εφευρέτης της πρώτης αυτόνομης πτητικής μηχανής παγκοσμίως.
Ο “Αρχύτας” αποτελεί το μεγαλύτερο μη επανδρωμένο αερόχημα που έχει σχεδιαστεί και κατασκευαστεί στη χώρα, με την ανάπτυξή του να έχει ως βασικό στόχο όχι μόνο τη δημιουργία ενός συγκεκριμένου επιχειρησιακού συστήματος, αλλά και τη συσσώρευση εγχώριας τεχνογνωσίας στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη UAS.
Το πρόγραμμα αποτελεί στρατηγική πρωτοβουλία και χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Οικονομικών, ενώ το αρχικό πρόγραμμα έρευνας και ανάπτυξης (R&D) είχε προϋπολογισμό περίπου 1,5 εκατ. ευρώ.
Στο πλαίσιο της ανάπτυξης του συστήματος κατασκευάστηκε αρχικά το λεγόμενο “Iron Bird”, ένα μεταλλικό ομοίωμα του αεροχήματος, το οποίο χρησιμοποιείται για την προσομοίωση και τον έλεγχο επιμέρους τεχνικών χαρακτηριστικών και λειτουργιών του σχεδιασμού. Σχεδόν δύο χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση του “Iron Bird”, το πρόγραμμα βρίσκεται πλέον μπροστά στο επόμενο και πιο απαιτητικό βήμα: την έναρξη των πτητικών δοκιμών του πραγματικού αεροχήματος.
Οι πρώτες πτητικές δοκιμές
Με βάση τον υφιστάμενο σχεδιασμό, ο Δεκέμβριος του 2026 αποτελεί τον τεχνικό στόχο για τις πρώτες δοκιμές κάθετης απογείωσης και προσγείωσης, ενώ την άνοιξη του 2027 αναμένεται να ακολουθήσουν οι δοκιμές μετάβασης από την κάθετη στην οριζόντια πτήση.
Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί ότι οι συγκεκριμένες ημερομηνίες δεν αποτελούν δεσμευτικά ορόσημα. Όπως επισημαίνεται, η μετάβαση από το στάδιο ανάπτυξης στις πτητικές δοκιμές είναι εκ των πραγμάτων η φάση με τον υψηλότερο τεχνικό κίνδυνο και τυχόν προβλήματα που θα εντοπιστούν κατά τη διάρκεια των δοκιμών μπορούν να οδηγήσουν σε επανασχεδιασμό επιμέρους συστημάτων και, κατ’ επέκταση, σε μετατόπιση του χρονοδιαγράμματος.
Η προτεραιότητα, όπως επισημαίνεται στον σχεδιασμό του προγράμματος, είναι η ασφάλεια των πτήσεων και η αξιοπιστία του συστήματος και όχι η τήρηση μιας ημερομηνίας με οποιοδήποτε κόστος.
Από τη συναρμολόγηση στον σχεδιασμό
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του προγράμματος, ο “Αρχύτας” δεν αντιμετωπίζεται ως μια λύση συναρμολόγησης έτοιμων επιμέρους εξαρτημάτων. Η φιλοσοφία του προγράμματος είναι η ανάπτυξη του αεροχήματος από την ΕΑΒ σε επίπεδο σχεδιασμού και η συσσώρευση τεχνογνωσίας που θα μπορεί να αξιοποιηθεί και σε επόμενα συστήματα.
Σύμφωνα με πηγές, αυτό είναι και το στοιχείο που προσδίδει στο πρόγραμμα μεγαλύτερη στρατηγική αξία από το ίδιο το πρώτο αερόχημα. Η γνώση που αποκτάται μέσα από τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη και -κυρίως- τις δοκιμές παραμένει στην ελληνική αμυντική βιομηχανία και μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την εξέλιξη μελλοντικών εκδόσεων.
Ακόμη και εάν κατά τις δοκιμές προκύψουν τεχνικές αστοχίες ή απαιτηθούν αλλαγές σε επιμέρους υποσυστήματα, η τεχνογνωσία που θα έχει αποκτηθεί και ο σχεδιασμός που θα έχει αναπτυχθεί παραμένουν ως εγχώριο τεχνολογικό κεφάλαιο.
Κατάλληλο για νησιωτικά περιβάλλοντα
Με μέγιστο βάρος απογείωσης 180 κιλά, δυνατότητα μεταφοράς ωφέλιμου φορτίου έως 30 κιλά και αυτονομία περίπου εννέα ωρών, ο “Αρχύτας” σχεδιάζεται σήμερα ως πλατφόρμα ISR.
Η δυνατότητα VTOL είναι κρίσιμη για το επιχειρησιακό του προφίλ, καθώς περιορίζει την ανάγκη για υποδομές αεροδρομίου και επιτρέπει τη χρήση του από περιορισμένους χώρους. Πρόκειται για χαρακτηριστικό με προφανές ενδιαφέρον για επιχειρήσεις σε νησιωτικό περιβάλλον, όπου η διαθεσιμότητα κατάλληλων διαδρόμων αποτελεί περιοριστικό παράγοντα.
Παράλληλα, στο πρόγραμμα υπάρχει και μια μελλοντική προοπτική για ναυτική αξιοποίηση. Με τις απαιτούμενες τεχνολογικές προσαρμογές για επιχειρήσεις από πλοία, ο “Αρχύτας” θα μπορούσε να αποτελέσει στο μέλλον μια πλατφόρμα που θα επιχειρεί από κύριες μονάδες του Πολεμικού Ναυτικού.
Σε μια τέτοια διαμόρφωση, η αξία του δεν θα περιοριζόταν στην ίδια την πλατφόρμα, αλλά θα συνδεόταν με τα συστήματα των πλοίων, με στόχο την επέκταση της τακτικής εικόνας και της δυνατότητας ISR πέρα από τα όρια που προσφέρει το οργανικό ραντάρ μιας μονάδας.

Το επόμενο τεστ
Πέρα από την ολοκλήρωση των πτητικών δοκιμών, το επόμενο μεγάλο στοίχημα για τον “Αρχύτα” είναι η βιομηχανοποίηση, καθώς η επιτυχία ενός προγράμματος ανάπτυξης UAS δεν κρίνεται μόνο από το εάν ένα πρωτότυπο μπορεί να πετάξει, αλλά από το εάν μπορεί στη συνέχεια να περάσει σε παραγωγική διαδικασία και να αποκτήσει επιχειρησιακή υπόσταση.
Για την ΕΑΒ και τις Ένοπλες Δυνάμεις, τα κρίσιμα ορόσημα είναι επομένως τρία: η ολοκλήρωση των δοκιμών, η μετάβαση από το πρωτότυπο σε γραμμή παραγωγής και, τελικά, η επιχειρησιακή ένταξη του συστήματος για την κάλυψη πραγματικών αναγκών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αξία του “Αρχύτα” θα μετρηθεί όχι μόνο από το πόσα αεροχήματα θα παραχθούν, αλλά και από το τι θα έχει μείνει πίσω από την ανάπτυξή του: η δυνατότητα της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας να σχεδιάζει, να εξελίσσει και να παράγει αυτόνομα σύνθετα μη επανδρωμένα συστήματα. Και αυτή ακριβώς η τεχνογνωσία είναι που μπορεί να αποτελέσει τη βάση για το επόμενο βήμα — έναν πιο εξελιγμένο “Αρχύτα”, αλλά και ευρύτερα για μια νέα γενιά εγχώριων αμυντικών συστημάτων.
