Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Του Melik Kaylan

Υπάρχει έντονη συζήτηση γύρω από την κλιμάκωση της έχθρας μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας ή, αλλιώς, μεταξύ Ερντογάν και Νετανιάχου. Από αυτήν τη στήλη είχε επισημάνει εγκαίρως την ένταση που διαμορφωνόταν, τονίζοντας ότι ο Ερντογάν ενδέχεται να οδηγεί τη χώρα του στον ίδιο δρόμο που ακολούθησε το Ιράν. Υπό το λάβαρο του νεοοθωμανισμού, έχει φιλοξενήσει δημοσίως συναντήσεις με εχθρούς του Ισραήλ, όπως ηγετικά στελέχη της Χαμάς και, πολύ πρόσφατα, ηγετικά στελέχη της Χεζμπολάχ. Αναμφίβολα, επιδιώκει να απευθυνθεί στο πιο ισλαμικό τμήμα του εκλογικού του ακροατηρίου, με έναν έντονα λαϊκιστικό τρόπο. Ποιο θα είναι όμως το τελικό κόστος για τη σταθερότητα του καθεστώτος του ή της ίδιας της Τουρκίας; Ποιο είναι το διακύβευμα αυτής της αντιπαράθεσης και ποια πλευρά διαθέτει μεγαλύτερη επιρροή;

Το Ισραήλ έχει αναπτύξει την απάντησή του σε πολλά επίπεδα. Έχει προχωρήσει σε στρατηγική ευθυγράμμιση με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, μεταξύ άλλων παρέχοντας στην Αθήνα υπερσύγχρονους αντιαεροπορικούς πυραύλους. Παράλληλα, το Ισραήλ έχει στραφεί εναντίον του συμμάχου του Ερντογάν, της κυβέρνησης της Συρίας, με κινήσεις ουσιαστικού χαρακτήρα: βομβαρδίζοντας αποθήκες όπλων που είχαν απομείνει από το καθεστώς Άσαντ, ενθαρρύνοντας την αντίσταση της συριακής μειονότητας των Δρούζων στην περιοχή πέραν των Υψιπέδων του Γκολάν και με πολλές ακόμη ενέργειες. Μέχρι στιγμής, δεν έχει σημειωθεί άμεση σύγκρουση μεταξύ ισραηλινών και τουρκικών στρατευμάτων στη Συρία. Ωστόσο, ένα σημείο ανάφλεξης βρίσκεται κάθε ημέρα και πιο κοντά στην πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή, ο θρίαμβος του Ερντογάν, που συνίστατο στην απομάκρυνση της Ρωσίας και του Άσαντ, μοιάζει ολοένα και πιο ευάλωτος και δυνητικά μη βιώσιμος σε μια Συρία που είναι τόσο εύκολο να αποσταθεροποιηθεί.

Ποια είναι η απάντηση της Άγκυρας; Η υπογραφή της Συμφωνίας της Μέκκας με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, μια ευθυγράμμιση που μοιάζει να προσφέρει αμφιλεγόμενη οφέλη σε όλες τις εμπλεκόμενες χώρες, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί χωρίς λόγο νέους εχθρούς, όπως η Ινδία. (Το Πακιστάν παρέχει σήμερα στη Σαουδική Αραβία στρατιώτες για την προστασία των συνόρων και τη στήριξη του κράτους, ενώ η Σαουδική Αραβία προετοιμάζει χερσαία εισβολή εναντίον των Χούθι. Ωστόσο, τα πακιστανικά στρατεύματα δεν συμμετέχουν σε πολεμικές επιχειρήσεις. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι τα σαουδαραβικά στρατεύματα θα επικρατήσουν στην Υεμένη, ενώ οι αεροπορικές επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών εγκαταστάσεων συνεχίζονται αμείωτες.)

Στο εσωτερικό της Τουρκίας, με το σκάνδαλο του επενδυτικού ταμείου ύψους άνω των 20 δισ. δολαρίων και την κατάρρευση του χρηματιστηρίου να κλονίζουν περαιτέρω μια ήδη εύθραυστη οικονομία, ο Ερντογάν είναι ήδη ευάλωτος. Ουσιαστικά, μέλη του ίδιου του πολιτικού του στενού κύκλου εμπλέκονταν σε ένα σχήμα Ponzi, το οποίο κατέρρευσε. Τώρα η χώρα απειλείται με υποβάθμιση από την κατηγορία των Αναδυόμενων Αγορών στην κατηγορία των Μεθοριακών Αγορών (Frontier Markets). 

Εν ολίγοις, ο Ερντογάν δεν χρειάζεται “δαπανηρά” προβλήματα στο εξωτερικό, είτε στη Συρία είτε στο Σουδάν είτε οπουδήποτε αλλού. Δυνητικά, η Σαουδική Αραβία αποτελεί τον ιδανικό σύμμαχο για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας κατάστασης, παρέχοντας οικονομική στήριξη στην Τουρκία. Το πρόβλημα είναι ότι οι Σαουδάραβες θα ζητήσουν συγκεκριμένα ανταλλάγματα, όπως στρατιωτική υποστήριξη στην αντιπαράθεση με το Ιράν ή εναντίον των Χούθι – δηλαδή, ακριβώς αυτό που επιδίωκαν μέσω του Συμφώνου της Μέκκας και δεν έλαβαν. Και ακριβώς αυτό που ο Ερντογάν είναι βαθιά απρόθυμος να κάνει: να ανοίξει ένα μέτωπο εναντίον του Ιράν.

Εδώ και χρόνια, η τουρκική οικονομία έχει επωφεληθεί από τη διοχέτευση ιρανικών κεφαλαίων που υπόκεινται σε κυρώσεις μέσω του τουρκικού τραπεζικού συστήματος. Ο Ερντογάν έχει συντονιστεί με το Ιράν για τον περιορισμό της απειλής των Κούρδων αυτονομιστών, η οποία αφορά και τις δύο χώρες. Υπενθυμίζεται ότι φέρεται να ήταν ο Ερντογάν εκείνος που έπεισε τον Τραμπ να μην υποστηρίξει μια κουρδική αυτονομιστική επιχείρηση στο Ιράν. Η αποχώρηση του Ιράν από τη Συρία επέτρεψε στον Ερντογάν να οδηγήσει τους σουνίτες συμμάχους του στην εξουσία. Οι Σύροι Κούρδοι έχουν καταθέσει τα όπλα και συμφώνησαν να ενσωματωθούν στον εθνικό στρατό. 

Παρά τις αδυναμίες του Ερντογάν –που πλέον είναι σχεδόν ανυπέρβλητες–, η θέση του Νετανιάχου δεν είναι πολύ καλύτερη. Βρίσκεται αντιμέτωπος με εθνικές εκλογές αυτόν τον μήνα και με πολλαπλά προβλήματα. Κορυφαία στελέχη διαφόρων αραβικών κυβερνήσεων έχουν δηλώσει δημοσίως ότι είχαν προειδοποιήσει τον Νετανιάχου για τη φρίκη της 7ης Οκτωβρίου και ότι εκείνος δεν έκανε τίποτα. Ο ίδιος απάντησε υποστηρίζοντας ότι ο επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών του δεν τον ενημέρωσε για τις προειδοποιήσεις – ισχυρισμός για τον οποίο ο αξιωματούχος έχει πλέον κινηθεί δικαστικά εναντίον του Νετανιάχου.

Υπό κανονικές συνθήκες, ηγέτες όπως ο Νετανιάχου και ο Ερντογάν θα δημιουργούσαν αντιπερισπασμούς στρατιωτικού ή ακόμη και υπαρξιακού χαρακτήρα, ώστε να επισκιάσουν τα εσωτερικά τους προβλήματα. Ωστόσο, έχουν ουσιαστικά εξαντλήσει σχεδόν όλο το οπλοστάσιό τους. Η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών είναι η μόνη κρίση που απομένει ως επιλογή αντιπερισπασμού – και κανένας από τους δύο λαούς δεν είναι πιθανό να την ανεχθεί στην παρούσα συγκυρία.

Η αναμέτρηση ισχύος μεταξύ Ερντογάν και Νετανιάχου έχει επιπτώσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ την περιοχή. Η Τουρκία είναι, άλλωστε, χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ. Ο Νετανιάχου διαθέτει ισχυρές διασυνδέσεις με το ρωσοϊσραηλινό στοιχείο στο εσωτερικό της χώρας του και σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Ερντογάν έχει οικοδομήσει ισχυρούς δεσμούς με τις τουρκόφωνες χώρες της Κεντρικής Ασίας. Και, φυσικά, και οι δύο ηγέτες οφείλουν να συνυπολογίζουν την αντίδραση του Τραμπ στις κινήσεις τους.

Η πληροφορία ή η παραπληροφόρηση αποτελεί πλέον τόσο σημαντικό μέρος της αντιπαράθεσης, ώστε ο όρος “υβριδικός πόλεμος” μετά βίας επαρκεί για να την περιγράψει. Σε αυτόν τον τομέα, το Ισραήλ βρίσκεται παγκοσμίως πολλά βήματα μπροστά από την Τουρκία, όχι όμως στον ίδιο βαθμό και στην περιοχή. Παρ’ όλα αυτά, η Άγκυρα δυσκολεύεται να εξασφαλίσει περιφερειακές δυνάμεις στο πλευρό της. Η Αίγυπτος παραμένει επίμονα ουδέτερη. Το Αζερμπαϊτζάν, αν και διατηρεί στενές σχέσεις με την Τουρκία, έχει επίσης ισχυρούς δεσμούς με το Ισραήλ και δεν πρόκειται να δεσμευτεί. Το ίδιο ισχύει και για τα κράτη της Κεντρικής Ασίας –τα λεγόμενα “Stans”–, τα οποία ο Ερντογάν θεωρεί στρατηγικό βάθος της Τουρκίας, αλλά αρνούνται να εμπλακούν σε παγκόσμιες συγκρούσεις. Το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο εάν το Ισραήλ επιτίθετο απευθείας στην Τουρκία. Ωστόσο, όταν ο Ερντογάν κατέρριψε ένα ρωσικό πολεμικό αεροσκάφος που είχε εισέλθει για λίγο στον τουρκικό εναέριο χώρο το 2015, το ΝΑΤΟ δεν ενεπλάκη.

Ο Νετανιάχου, από την πλευρά του, απομονώνεται όλο και περισσότερο από τους διεθνείς εταίρους του. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι υποχωρεί η δημοφιλία του στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς θεωρείται ότι εμπλέκει την Αμερική σε έναν ακόμη πόλεμο στο εξωτερικό. Ο Τραμπ φαίνεται, μέχρι στιγμής, να στηρίζει τον Ερντογάν στη Συρία και στις προσπάθειές του για τον Μεσαίο Διάδρομο. Πάνω απ’ όλα, το Ισραήλ έχει αποξενώσει το άλλοτε φιλικό Κρεμλίνο, λόγω του πολέμου εναντίον του Ιράν. Ο Πούτιν είναι ικανοποιημένος βλέποντας ένα αποδυναμωμένο Ιράν να εξαρτάται περισσότερο από τη Μόσχα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις πυρηνικές πρωτοβουλίες, αλλά δεν πρόκειται να ανεχθεί αλλαγή καθεστώτος.

Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν αναμένεται ένα θερμό επεισόδιο μεταξύ Ερντογάν και Νετανιάχου στο άμεσο μέλλον. Με τις σημερινές εσωτερικές κρίσεις που αντιμετωπίζουν και οι δύο ηγέτες, το πραγματικό ερώτημα είναι αν Ερντογάν και Νετανιάχου θα παραμείνουν στην εξουσία ή αν θα συνεχίσουν να φαίνονται ισχυροί στο εξωτερικό για πολύ ακόμη.

Forbes