Της Natasha Lindstaedt

Το Ισραήλ εξαπέλυσε αεροπορικές επιθέσεις εναντίον του Ιράν την Κυριακή, παρά την έκκληση του Ντόναλντ Τραμπ προς τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου για αυτοσυγκράτηση. Αν και από το βράδυ της Δευτέρας Ιράν και Ισραήλ πέρασαν σε κινήσεις αποκλιμάκωσης, οι επιθέσεις του Ισραήλ εναντίον του Ιράν έδειξαν ότι το Τελ Αβίβ αψηφά τις επιθυμίες του προέδρου των ΗΠΑ. 

Είναι αλήθεια πως υπάρχει ένταση στη συμμαχία ΗΠΑ – Ισραήλ αυτή την περίοδο. Επί δεκαετίες τα δύο κράτη ομονοούσαν ως προς τους στόχους για την  ασφάλειά τους – αυτή η συνθήκη δεν ισχύει πλέον. Στο παρελθόν, Ισραήλ και ΗΠΑ συμφώνησαν να εξαλείψουν την απειλή του Ιράν και συνεργάστηκαν για να εξασφαλίσουν το ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα του Ισραήλ έναντι των περιφερειακών αντιπάλων του, μια δέσμευση που κωδικοποιήθηκε στην αμερικανική νομοθεσία το 2008.

Από το 1946 οι ΗΠΑ έχουν παράσχει στο Ισραήλ οικονομική και στρατιωτική βοήθεια που ξεπερνά τα 300 δισ. δολάρια (προσαρμοσμένα στον πληθωρισμό). Το Ισραήλ έχει αγοράσει οπλισμό αξίας 63 δισ. δολαρίων. Από το 2025, 500 εκατ. δολάρια ετησίως προορίζονται για ισραηλινά και αμερικανο-ισραηλινά προγράμματα αντιπυραυλικής άμυνας.

Αυτή η οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη προς το Ισραήλ παραμένει καλά εδραιωμένη. Μια ανατροπή όσον αφορά το ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα του Ισραήλ θα απαιτούσε μια ευρεία συναίνεση: τουλάχιστον 60 ψήφους υπέρ στην αμερικανική Γερουσία, και τουλάχιστον τα δύο τρίτα των ψήφων και στα δύο σώματα (και στη Βουλή των Αντιπροσώπων) για να υπερισχύσει ενός προεδρικού βέτο.

Πάντα υπήρχε ισχυρή διακομματική υποστήριξη για την παροχή βοήθειας στο Ισραήλ. Επί δεκαετίες επικρατούσε ευρεία συναίνεση: το Ισραήλ ήταν ένας σταθερός και εξαιρετικά ικανός στρατιωτικός σύμμαχος στη Μέση Ανατολή, με τον Αμερικανό στρατηγό Τζορτζ Κίγκαν να ισχυρίζεται σε συνέντευξη του 1986 ότι οι πληροφορίες που λάμβαναν οι ΗΠΑ από το Ισραήλ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ισοδυναμούσαν με το να διαθέτουν “πέντε CIA”.

Αλλά αυτή δεν είναι μια ειδική σχέση —όπως η εταιρική σχέση μεταξύ ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασιλείου— όπου οι κοινές αξίες και τα κοινά συμφέροντα συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ισχυρής συμμαχίας (παρά τις πρόσφατες προσπάθειες του Τραμπ να περιπλέξει τα πράγματα στην άλλη όχθη του Ατλαντικού).

Αντιθέτως, για την ισραηλινο-αμερικανική συμμαχία συχνά προκύπτει το ερώτημα “ποιος ελέγχει ποιον;” Νετανιάχου και Τραμπ ανταγωνίζονται για την εξουσία στη μεταξύ τους σχέση. Όπως δήλωσε πρόσφατα ο πρόεδρος των ΗΠΑ: “Εγώ παίρνω όλες τις αποφάσεις”. Και αναφερόμενος στον Νετανιάχου, πρόσθεσε: “Δεν αποφασίζει αυτός”.

Η στάση αυτή δεν αρέσει στον Νετανιάχου και στο υπουργικό του συμβούλιο που έχει πιέσει τον Ισραηλινό πρωθυπουργό να αντισταθεί στον Τραμπ. Οι Ισραηλινοί πολίτες “βλέπουν’ υπερβολική αμερικανική επιρροή στο Ισραήλ. Το 2025 μια έρευνα του Ισραηλινού Ινστιτούτου Δημοκρατίας αποκάλυψε ότι το 45% των Ισραηλινών πιστεύει ότι ο Τραμπ/οι ΗΠΑ είχαν τη μεγαλύτερη επιρροή στην ισραηλινή εξωτερική πολιτική, σε σύγκριση με μόνο το 23% που απάντησε ότι το ίδιο το Ισραήλ ελέγχει την εξωτερική του πολιτική.

Στρατηγικές διαφωνίες

Το πιο βασικό και άμεσο σημείο διαφωνίας αφορά το πώς θα τερματιστεί η σύγκρουση με το Ιράν, έναν πόλεμο για τον οποίο ο Νετανιάχου έπεισε τον Τραμπ ότι μπορεί να κερδηθεί. Ο Τραμπ επιθυμεί να διατηρηθεί η εκεχειρία, ενώ ο Νετανιάχου έχει άλλα σχέδια. Με τον πόλεμο που διεξάγει τόσο εναντίον του Ιράν όσο και του Λιβάνου, το Ισραήλ πιστεύει ότι μόλις τώρα αρχίζει η σύγκρουση, έχοντας ήδη σκιαγραφήσει ένα σχέδιο για την κατάληψη του νότιου Λιβάνου τον περασμένο Μάρτιο.

Στις ΗΠΑ το 36% των πολιτών τάσσεται υπέρ της στρατιωτικής δράσης εναντίον του Ιράν ενώ στο Ισραήλ το ποσοστό των πολιτών που υποστηρίζει τη συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον της Χεζμπολάχ υπερβαίνει το 80%.

Επιπλέον, το Ισραήλ δεν συμφωνούσε με τις ΗΠΑ όσον αφορά την άρση των κυρώσεων σε βάρος της Συρίας μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Αχμέτ αλ-Σαράα, ούτε με τον τερματισμό των αμερικανικών επιθέσεων εναντίον των Χούθι που υποστηρίζονται από το Ιράν ούτε την απαίτηση να τερματίσει το Ισραήλ τον “Πόλεμο των 12 Ημερών” με το Ιράν το 2025. Το Ισραήλ επίσης δεν συμμετείχε στις συνομιλίες των ΗΠΑ με το Ιράν, οι οποίες διεξήχθησαν με τη μεσολάβηση του Πακιστάν, ενώ το Ισραήλ δεν ενημερώθηκε για το σχέδιο κατάπαυσης του πυρός μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν παρά μόνο στα τελικά στάδια των συζητήσεων, γεγονός που εξόργισε τον Νετανιάχου.

Στο μεταξύ, οι ΗΠΑ ανησυχούν όλο και περισσότερο για το γεγονός ότι το Ισραήλ ασκεί υπερβολική επιρροή στην Ουάσιγκτον. Ακόμη και πριν από την έναρξη της πρόσφατης σύγκρουσης στο Ιράν, μια έρευνα του 2025 από την ομάδα Tyson έδειξε ότι το 54% των Αμερικανών θεωρούσε ότι το Ισραήλ ασκούσε υπερβολική επιρροή στη χάραξη της αμερικανικής πολιτικής. Πιο πρόσφατη έρευνα του Pew Research (Απρίλιος 2026) έδειξε ότι το 60% των Αμερικανών πολιτών είχε αρνητική ή μάλλον αρνητική εικόνα για το Ισραήλ.

Επιπλέον ανησυχία έχει προκαλέσει η είδηση ότι η απειλή του Ισραήλ για τις ΗΠΑ στον τομέα της αντικατασκοπείας έχει αναβαθμιστεί από “υψηλή” σε “κρίσιμη”. Οι New York Times ανέφεραν την Κυριακή ότι το Πεντάγωνο ανησυχεί πως το Ισραήλ εμπλέκεται σε επιθετική συλλογή πληροφοριών σχετικά με υψηλόβαθμους αξιωματούχους των ΗΠΑ, κατηγορώντας τους Ισραηλινούς ότι υποκλέπτουν τις τηλεφωνικές συνομιλίες Αμερικανών στελεχών του Υπουργείου Άμυνας που βρίσκονται στο Ισραήλ και παρακολουθούν τον κορυφαίο διαπραγματευτή του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ.

Δημόσια ρήξη μεταξύ Τραμπ και Νετανιάχου

Όσον αφορά τη σχέση του Νετανιάχου και του Τραμπ, έχει περάσει από εντάσεις και στο παρελθόν. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Τραμπ ήταν εξοργισμένος με τον Νετανιάχου επειδή συνεχάρη τον Τζο Μπάιντεν μετά τη νίκη του στις εκλογές του 2020. Σήμερα, η ένταση πηγάζει από τη διαφωνία τους για τον τρόπο αντιμετώπισης της Χεζμπολάχ. 

Ο Τραμπ νόμιζε ότι είχε πείσει τον Νετανιάχου να ματαιώσει την επίθεση εναντίον στόχων της Χεζμπολάχ, καθώς η σύγκρουση στον Λίβανο περιέπλεκε την προσπάθεια για διατήρηση της εκεχειρίας και τις διαπραγματεύσεις για τερματισμό του πολέμου με το Ιράν. Η πίεση που φέρεται να άσκησε ο Τραμπ ανάγκασε τον Νετανιάχου να σταματήσει μια προγραμματισμένη στρατιωτική επίθεση του Ισραήλ κατά της Χεζμπολάχ στη Βηρυτό πριν λίγες μέρες. Το γεγονός αυτό σήκωσε θύελλα αντιδράσεων στο εσωτερικό του Ισραήλ, με έναν από τους βασικούς αντιπάλους του Νετανιάχου, τον Ναφτάλι Μπένετ, να κατηγορεί τον πρωθυπουργό πως “έχασε τον έλεγχο της κυριαρχίας του Ισραήλ”.

Στη συνέχεια, ο Τραμπ παραδέχτηκε μιλώντας στον Τύπο ότι είχε αποκαλέσει τον Νετανιάχου “τρελό” — κάτι που αποτελεί μία από τις πιο έντονες στιγμές στη σχέση των δύο ηγετών μέχρι στιγμής. Ωστόσο, αψηφώντας τον Τραμπ, ο Νετανιάχου έδωσε εντολή για αεροπορικές επιδρομές στα νότια προάστια της Βηρυτού την Κυριακή — δείχνοντας ότι δεν μπορεί να ελεγχθεί πλήρως.

Μερικές από αυτές τις διαφορές μεταξύ Ισραήλ και ΗΠΑ ίσως υπήρχαν ανέκαθεν, με αναλυτές να υποστηρίζουν ότι σήμερα απλώς είναι πιο ορατές. Ωστόσο, είναι σαφές ότι ο διχασμός εντείνεται. Ενώ οι στρατιωτικοί και οικονομικοί δεσμοί των δύο χωρών είναι ισχυροί και σταθεροί, δεν είναι σαφές εάν η συμμαχία ΗΠΑ-Ισραήλ μπορεί να παραμείνει τόσο στενή όσο ήταν στο παρελθόν, δεδομένου ότι οι στρατηγικές τους προτεραιότητες όλο και αποκλίνουν.

Forbes