Της Ξανθής Γούναρη
Μια θεατρική παράσταση ανάμεσα σε αρώματα και κραγιόν στο Le Bon Marché του Παρισιού. Μια κυλιόμενη σκάλα-γλυπτό στο KaDeWe του Βερολίνου. Και σύντομα ένα champagne bar στο attica στην καρδιά της Αθήνας.
Τρεις διαφορετικές εικόνες, ένα κοινό μήνυμα: τα σύγχρονα πολυκαταστήματα πλέον δεν πωλούν μόνο προϊόντα. Δημιουργούν εμπειρίες. Επενδύουν στο συναίσθημα. “Χτίζουν” ένα αγοραστικό ταξίδι που ξεκινά από το ράφι αλλά καταλήγει πολύ πέρα από αυτό.
Αυτή ακριβώς τη μετάβαση επιχειρεί να εκμεταλλευτεί η Αττικά Πολυκαταστήματα, με τον επικεφαλής της IDEAL Holdings Λάμπρο Παπακωνσταντίνου να τονίζει ότι τα attica, που οδεύουν στο Χρηματιστήριο “θα αναπτύξουν κάτι διαφορετικό”.
“Η Αθήνα είναι η μοναδική πρωτεύουσα στη Δυτική Ευρώπη όπου το βασικό πολυκατάστημα δεν έχει luxury brands”, είπε ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Δημοσθένης Μπούμης, κατά την παρουσίαση του Στρατηγικού Σχεδίου Ανάπτυξης 2026-2030, συμπυκνώνοντας σε μία φράση το επενδυτικό αφήγημα της επόμενης πενταετίας.
Για τη διοίκηση του attica, το συγκεκριμένο κενό δεν αποτελεί αδυναμία της αγοράς αλλά μια σπάνια ευκαιρία ανάπτυξης. Με επενδύσεις 58 εκατ. ευρώ έως το 2030, που εκτείνονται από το luxury makeover του City Link, τα νέα beauty stores και τα monobrand καταστήματα μέχρι το ηλεκτρονικό εμπόριο και ένα attica μινιατούρα, η εταιρεία επιχειρεί να γίνει ο κορυφαίος premium και luxury προορισμός και η Αθήνα να μετατραπεί σε luxury hub για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Το μεγάλο στοίχημα του City Link
Μία από τις μεγάλες παρεμβάσεις του πενταετούς σχεδίου αφορά το flagship κατάστημα της εταιρείας στο City Link.
Ο πρώτος όροφος, συνολικής επιφάνειας 2.700 τ.μ., πρόκειται να μετατραπεί σε luxury προορισμό διεθνούς εμβέλειας. Η εταιρεία βρίσκεται ήδη σε προχωρημένες συζητήσεις με τους ομίλους LVMH και Kering, αλλά και με ανεξάρτητους οίκους όπως η Valentino, για τη δημιουργία 10 έως 14 εξατομικευμένων corners.
Το αρχιτεκτονικό σχέδιο έχει ήδη ολοκληρωθεί και θα ενσωματώνει έντονα ελληνικά στοιχεία, ενώ προβλέπεται η ανάπτυξη premium χώρου εστίασης, με το champagne bar να αποτελεί ένα από τα επικρατέστερα σενάρια.
Παράλληλα, η εταιρεία βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις για την ενοικίαση επιπλέον χώρων στη Στοά Σπυρομήλιου, επιδιώκοντας να διευρύνει περαιτέρω το αποτύπωμά της στο City Link, όπου ήδη καταλαμβάνει περισσότερο από το 60% του συγκροτήματος.
Το ενδιαφέρον των διεθνών οίκων μόνο θεωρητικό δεν είναι. Σύμφωνα με τη διοίκηση, οι luxury monobrand boutiques στην Αθήνα καταγράφουν πωλήσεις από 40.000 έως και 90.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, επιδόσεις που καθιστούν την ελληνική πρωτεύουσα ολοένα πιο ελκυστική για νέες επενδύσεις.
Μια αγορά 2 δισ. ευρώ μέχρι το 2030
Η στρατηγική της εταιρείας στηρίζεται και στις προοπτικές της αγοράς. Σύμφωνα με μελέτη της Bain & Company που εκπονήθηκε για λογαριασμό της attica, η ελληνική αγορά premium και luxury μόδας και καλλυντικών διαμορφώθηκε το 2025 στα περίπου 1,5 δισ. ευρώ και αναμένεται να φτάσει τα 2 δισ. ευρώ έως το 2030.
Η premium κατηγορία εκτιμάται ότι θα αναπτύσσεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 6%, ενώ η luxury με 5%.
Σήμερα οι monobrand boutiques κατέχουν το 45% της αγοράς, οι multibrand retailers το 26%, το ηλεκτρονικό εμπόριο το 18% και η attica το 11%. Στόχος της εταιρείας είναι να αυξήσει το μερίδιό της στο 15%-16% έως το τέλος της πενταετίας.
Το κενό που εντοπίζει η διοίκηση είναι ενδεικτικό των δυνατοτήτων ανάπτυξης. Η Αθήνα διαθέτει λιγότερες από 40 luxury monobrand boutiques, όταν αντίστοιχες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες φιλοξενούν περισσότερες από 200. Ωστόσο οι luxury μάρκες δεν βρίσκουν κατάλληλους χώρους στην Αθήνα για να ανοίξουν boutique, παρότι η πόλη αποτελεί πλέον μεγάλο μέρος του σχεδιασμού επέκτασής τους στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, εξελισσόμενη από αμιγώς καλοκαιρινό προορισμό σε city break με σημαντικό περιθώριο ανάπτυξης. Εκεί ακριβώς επιδιώκει να τοποθετηθεί η Αττικά Πολυκαταστήματα.
Beauty stores, monobrand και Ελληνικό
Το City Link αποτελεί μόνο έναν από τους πυλώνες ανάπτυξης. Η εταιρεία σχεδιάζει τη δημιουργία 4 έως 6 νέων monobrand boutiques έως το 2030, επεκτείνοντας το δίκτυό της κατά 1.000 έως 1.500 τ.μ. Πέρα από τα υφιστάμενα καταστήματα Sandro, Maje και Hugo Boss στο Golden Hall, εξετάζονται νέες συνεργασίες franchise ακόμη και με luxury οίκους των ομίλων LVMH και Kering.
Παράλληλα λανσάρεται το νέο concept attica Beauty, με 4 έως 6 αυτόνομα καταστήματα έως το 2029. Το πρώτο θα ανοίξει τον Νοέμβριο στο The Mall Athens και θα συνδυάζει niche brands καλλυντικών με υπηρεσίες ομορφιάς. “Έχουμε περίπου είκοσι μάρκες οι οποίες μας διαφοροποιούν. Μπορεί κάποιος πελάτης να έρθει μόνο στο attica”, σημείωσε ο κ. Μπούμης, εξηγώντας τη φιλοσοφία πίσω από το νέο concept.
Στο αναπτυξιακό πλάνο περιλαμβάνεται επίσης ένα νέο μικρό department store περίπου 2.500 τ.μ. σε περιοχή της Αττικής εκτός κέντρου και εκτός Golden Hall, σε τοποθεσία που έχει βρεθεί αλλά δεν αποκαλύφθηκε. Στη Riviera Galleria στο Ελληνικό, η attica θα τοποθετηθεί με τρία concepts συνολικά περίπου 1.000 τ.μ.: attica Beauty, κατάστημα γυναικείας μόδας και Hugo Boss.
AI και e-commerce
Από τα συνολικά 58 εκατ. ευρώ των επενδύσεων, τα 35 εκατ. ευρώ αφορούν επαναλαμβανόμενες επενδύσεις. Περίπου 5 εκατ. ευρώ ετησίως θα κατευθύνονται στη συντήρηση και αισθητική αναβάθμιση των καταστημάτων, ενώ 2 εκατ. ευρώ τον χρόνο θα επενδύονται σε τεχνολογία και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Στο επίκεντρο βρίσκονται η αναβάθμιση του ηλεκτρονικού καταστήματος, η εγκατάσταση νέου CRM και loyalty προγράμματος από το φθινόπωρο, η ανάπτυξη πιο ευέλικτων συστημάτων διαχείρισης αποθεμάτων και οι mobile πληρωμές. Τα υπόλοιπα 23 εκατ. ευρώ θα κατευθυνθούν στα νέα αναπτυξιακά projects.
Το ηλεκτρονικό εμπόριο αποτελεί έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους τομείς της εταιρείας. Οι online πωλήσεις ανήλθαν στα 13,1 εκατ. ευρώ το 2025, αυξημένες κατά 29%, ενώ η attica προχωρά σε συνεργασία με εξωτερικό πάροχο logistics (3PL) για να υποστηρίξει την περαιτέρω ανάπτυξη του e-commerce.
Το πρότυπο και η στρατηγική
Πίσω από αυτές τις επιλογές βρίσκεται μια συνειδητή στρατηγική επανατοποθέτησης, εμπνευσμένη από τα μεγάλα ευρωπαϊκά πολυκαταστήματα. Ο κ. Μπούμης ανατρέχοντας στην ιστορία ανέφερε ότι το format υπάρχει εδώ και 180 χρόνια, από το Macy’s στη Νέα Υόρκη και το Harrods στο Λονδίνο μέχρι το Le Bon Marché στο Παρίσι. Επέζησε δύο παγκόσμιους πολέμους και πανδημίες. Δεν βγήκε ωστόσο αλώβητο από το e-commerce. Το μερίδιο των πολυκαταστημάτων στις συνολικές αμερικανικές λιανικές πωλήσεις κατρακύλησε από 14,5% το 1990 σε μόλις 1,8% το 2024.
Η απάντηση ήρθε από το Selfridges στο Λονδίνο, που από το 2010 επανασχεδίασε το μοντέλο του σύγχρονου πολυκαταστήματος: μεγαλύτερους διαδρόμους, φυσικό φως, λιγότερες αλλά πιο αναβαθμισμένες μάρκες, 14 εστιατόρια και καφέ, barber shop, κομμωτήριο, ακόμη και πίστα skateboard. Το παράδειγμά του ακολούθησαν το KaDeWe στο Βερολίνο, το Rinascente στην Ιταλία και το Printemps στο Παρίσι.
Τα attica ακολουθούν την ίδια λογική. Από το 2021 έχει εισαγάγει πάνω από 180 νέες μάρκες, ανάμεσά τους το Tom Dixon Concept Pocket — το 5ο στην Ευρώπη μετά από Harrods, KaDeWe, Galeries Lafayette και Selfridges — καθώς και η Carhartt Work in Progress, ενώ αθλητικές μάρκες όπως Adidas, New Balance, Hoka, On Running και Salomon εκπροσωπούνται με exclusive και limited κομμάτια των συλλογών τους. Το 75% της προβλεπόμενης ανάπτυξης αναμένεται να προέλθει από τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις, επιβεβαιώνοντας ότι το κέντρο βάρους παραμένει στη βελτίωση όσων ήδη υπάρχουν και όχι στη μαζική επέκταση.
Ισχυρές επιδόσεις
Η διοίκηση παρουσίασε μια εταιρεία που έχει ήδη αποδείξει την ανθεκτικότητά της. Οι πωλήσεις αυξήθηκαν από 167 εκατ. ευρώ το 2016 σε 244 εκατ. ευρώ το 2025, ενώ το EBITDA, χωρίς την επίδραση του IFRS 16, σχεδόν διπλασιάστηκε φτάνοντας τα 30 εκατ. ευρώ. Τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν στα 23,3 εκατ. ευρώ.
Η δυναμική συνεχίζεται και φέτος, καθώς το πρώτο τρίμηνο έφερε έσοδα 53 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 8%, με τις online πωλήσεις να σημειώνουν άλμα 40%. Σύμφωνα με τη διοίκηση, το πεντάμηνο Ιανουαρίου-Μαΐου κινείται τουλάχιστον στα επίπεδα του πρώτου τριμήνου.
Η κατανομή πωλήσεων αντικατοπτρίζει την premium στρατηγική: καλλυντικά 23%, ανδρικά 21%, γυναικεία 16%, αξεσουάρ 10%, υποδήματα 8%.
Ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος και οικονομικός διευθυντής της εταιρείας, Διονύσης Δουλαβέρης, στάθηκε ιδιαίτερα στη λειτουργική κερδοφορία. “Το EBITDA margin το 2025 ανέρχεται στο 12%, κάτι που είναι πολύ υψηλό για πολυκατάστημα αν συγκριθούμε με άλλα πολυκαταστήματα της Ευρώπης”, ανέφερε. Σήμερα το δίκτυο εξυπηρετεί 6,9 εκατ. επισκέπτες στα φυσικά σημεία και 11,4 εκατ. στο ηλεκτρονικό κατάστημα, ενώ η μέση απόδοση ανά τ.μ. ανήλθε στα 6.900 ευρώ το 2025 από 5.600 ευρώ το 2022.
Το 90% των πωλήσεων προέρχεται από Έλληνες καταναλωτές, ενώ το tax free αντιστοιχεί μόλις στο 10% του τζίρου, έναντι ποσοστών 40%-70% που καταγράφονται σε μεγάλα ευρωπαϊκά πολυκαταστήματα. “Η attica κατάφερε να ανακτήσει τα μεγέθη του 2019 ήδη από το 2022, κάτι που μεγάλα πολυκαταστήματα του εξωτερικού πέτυχαν μόλις το 2024”, σημείωσε ο κ. Δουλαβέρης. Η επόμενη πρόκληση είναι η αύξηση των tax free πωλήσεων, με στόχευση κυρίως σε καταναλωτές από την Τουρκία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τις αραβικές χώρες και τα Βαλκάνια.
Τα πέντε “δεν” της διοίκησης
Εξίσου αποκαλυπτικά με τα σχέδια ανάπτυξης ήταν και όσα η διοίκηση ξεκαθάρισε ότι δεν σκοπεύει να κάνει.
Δεν θα αγοράσει ακίνητα, επιλέγοντας να παραμείνει μισθωτής σε κορυφαίες εμπορικές τοποθεσίες. Δεν σχεδιάζει επέκταση στο εξωτερικό την επόμενη πενταετία. Δεν αλλάζει το μοντέλο παρακαταθήκης, αποφεύγοντας μεγαλύτερο ρίσκο αποθεμάτων. Δεν προτίθεται να επεκτείνει το μοντέλο licensing που εφαρμόστηκε στο attica Selections στο Ηράκλειο. Και δεν δίνει οικονομικό guidance λόγω των περιορισμών της pre-IPO περιόδου.
Η λογική της IDEAL και η πορεία προς το Χρηματιστήριο
Το στρατηγικό σχέδιο παρουσιάστηκε ενώ η εταιρεία μετρά αντίστροφα για την εισαγωγή των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Ο κ. Παπακωνσταντίνου, ξεκαθάρισε ότι η διάθεση έως 29,92% των μετοχών δεν αποτελεί κίνηση αποεπένδυσης. “Πουλάμε ένα ποσοστό γιατί η αγορά είναι καλή και τα χαρακτηριστικά της εταιρείας είναι πολύ καλά. Δεν βιαζόμαστε, το αντίθετο”, ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η IDEAL θα διατηρήσει περίπου το 70% της εταιρείας, ενώ η δημόσια εγγραφή δεν συνοδεύεται από αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, καθώς η Αττικά Πολυκαταστήματα διαθέτει επαρκή ρευστότητα για να χρηματοδοτήσει το επενδυτικό της πρόγραμμα από ίδια κεφάλαια. Όπως τόνισε ο κ. Παπακωνσταντίνου, η εταιρεία δεσμεύεται για διανομή μερισμάτων τα επόμενα χρόνια, μια δέσμευση που δόθηκε ρητά και προς τους αναδόχους της συναλλαγής. Η δημόσια εγγραφή αναμένεται να ολοκληρωθεί στο διάστημα 24-26 Ιουνίου.
