Του David Blackmon

Η νέα έκθεση της Shell για τις “Προοπτικές του LNG το 2026″ που δημοσιεύθηκε στις 30 Ιουνίου στέλνει σαφές μήνυμα: η τρέχουσα ενεργειακή πραγματικότητα  υπαγορεύει ότι οι αξιόπιστες ενεργειακές υποδομές και η σταθερή πολιτική έχουν μεγαλύτερη σημασία από ποτέ. Η ανάλυση μοντελοποίησης της έκθεσης, με αφετηρία μια παρατεταμένη διακοπή των ροών LNG μέσω του Στενού του Ορμούζ, δείχνει πόσο γρήγορα μπορούν να διακοπούν οι παγκόσμιες ενεργειακές ροές και γιατί ο κλάδος δεν μπορεί να αντέξει ακόμη μια δεκαετία πολιτικών αναταραχών και υποεπένδυσης σε νέες πηγές εφοδιασμού.

Το LNG δείχνει ανθεκτικότητα ενόψει της κρίσης

Η Shell προβλέπει ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή –συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών ζημιών που υπέστησαν οι εγκαταστάσεις εξαγωγής LNG του Ras Laffan στο Κατάρ– μπορεί να οδηγήσει ή σε σταθεροποίηση ή σε ελαφρά μείωση του εμπορίου LNG για το 2026. Σε αυτή την περίπτωση θα υπήρχε η πρώτη συρρίκνωση στον κλάδο του LNG μετά από μια 10ετία τουλάχιστον. Η άνοδος των τιμών αναγκάζει τους αγοραστές να μπουν σε μια κούρσα ανταγωνισμύ για να εξασφαλίσουν φορτία spot, με αποτέλεσμα η αγορά να βασίζεται σε κάθε διαθέσιμο ευέλικτο μέσο: την αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών, την ευρεία χρήση αποθεμάτων ή και την αλλαγή καυσίμου.

Το σύστημα έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα ακόμη και υπό αυτές τις πιέσεις, χάρη στην ποικιλία των πηγών εφοδιασμού και στο αυξανόμενο μερίδιο των μακροπρόθεσμων συμβάσεων. Ωστόσο, η ανθεκτικότητα δεν ταυτίζεται με την ασφάλεια. Όπως επισημαίνει εύστοχα η Shell, η διακοπή του εφοδιασμού στο Στενό του Ορμούζ “υπογραμμίζει την ανάγκη για διαρκείς επενδύσεις σε υποδομές και πολιτική σταθερότητα”. Σίγουρα, στις ΗΠΑ και σε άλλα μέρη του κόσμου, η επίτευξη ενός ή και των δύο αυτών στόχων έχει αποδειχθεί, για να το θέσουμε ήπια, δύσκολη.

Η μακροπρόθεσμη εικόνα που παρουσιάζει η έκθεση της Shell είναι εξίσου απογοητευτική. Η παγκόσμια ζήτηση για LNG προβλέπεται να αυξηθεί κατά περίπου 65% έως το 2050, φτάνοντας σχεδόν τους 700 εκατ. τόνους ετησίως. Η Ασία παραμένει ο κύριος μοχλός της ζήτησης, ωθούμενη από την οικονομική ανάπτυξη, τη μετάβαση από τον άνθρακα στο φυσικό αέριο όσον αφορά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, τις αυξανόμενες βιομηχανικές ανάγκες και τα τεράστια νέα φορτία ισχύος από τα data centers και τις υποδομές Τεχνητής Νοημοσύνης. Μόνο οι αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας αντιμετωπίζουν ένα διαρθρωτικό κενό προσφοράς που η Shell εκτιμά σε περίπου 300 εκτατ. τόνους ετησίως ήδη από το 2025, το οποίο θα διογκωθεί σε περίπου 400 εκατ. τόνους ετησίως έως το 2030 και θα συνεχίσει να διογκώνεται μέχρι τα μέσα του αιώνα.

Εδώ βρίσκεται και το πιο κρίσιμο προειδοποιητικό σήμα της έκθεσης. Ακόμη και με όλα τα έργα που βρίσκονται αυτή την περίοδο εν εξελίξει και με τον πρωτοφανή ρυθμό λήψης τελικών επενδυτικών αποφάσεων στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, τα μοντέλα της Shell δείχνουν ότι η παγκόσμια προσφορά LNG θα αρχίσει να υπολείπεται της ζήτησης γύρω στο 2037, με το χάσμα να διευρύνεται σταθερά στη συνέχεια. Μέχρι το 2050, το έλλειμμα σε διάφορα σενάρια κυμαίνεται από 100 έως 300 εκατ. τόνους ετησίως, ανάλογα με το πόσο δυναμικά θα εγκριθεί η νέα παραγωγική ικανότητα. Το αποτέλεσμα είναι ένα επικείμενο διαρθρωτικό έλλειμμα που θα οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές, μεγαλύτερη εξάρτηση από εναλλακτικές πηγές με υψηλότερους ρύπους σε ορισμένες περιοχές και αυξημένο γεωπολιτικό κίνδυνο για τις χώρες εισαγωγής.

ΗΠΑ: Το “φωτεινό σημείο” στην προσφορά LNG

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι το “φωτεινό σημείο” από πλευρά προσφοράς. Η πρόσφατη δυναμική επέκταση των αμερικανικών εξαγωγών LNG έχει αναδιαμορφώσει τις παγκόσμιες εμπορικές ροές, με τις ΗΠΑ να βρίσκονται σε τροχιά να παραδίδουν πάνω από 1.300 φορτία ετησίως έως τα μέσα της δεκαετίας του 2030. Οι Αμερικανοί παραγωγοί και εξαγωγείς ανέλαβαν δράση κατά τη διάρκεια της προηγούμενης κρίσης που προκλήθηκε από το εφοδιαστικό σοκ της Ρωσίας το 2022 και το έκαναν ξανά ως απάντηση στις τρέχουσες πιέσεις που προέκυψαν από το κλείσιμο του Ορμούζ, αποδεικνύοντας την αξία μιας μεγάλης, ευέλικτης και καθοδηγούμενης από την αγορά εφοδιαστικής βάσης.

Ωστόσο, ακόμη και η ανάπτυξη των ΗΠΑ έχει όρια χωρίς τη συνεχή πολιτική στήριξη, όπως αυτή που παρείχε η κυβέρνηση Τραμπ τους τελευταίους 18 μήνες. Η μεταρρύθμιση του συστήματος αδειοδότησης, οι προβλέψιμες περιβαλλοντικές αξιολογήσεις και η απόρριψη αυθαίρετων “παύσεων” και καθυστερήσεων, όπως αυτές που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας Μπάιντεν, είναι απαραίτητες προκειμένου η Αμερική να διατηρήσει τον ρόλο της ως ο παγκόσμιος προμηθευτής-κλειδί πρώτης –και τελευταίας– επιλογής.

Αν και δεν είναι αναπόφευκτο, το επικείμενο κενό εφοδιασμού που προβλέπει η Shell αποτελεί την αναμενόμενη συνέπεια ετών κατά τα οποία τα επενδυτικά σήματα “θολώθηκαν” από τη ρυθμιστική αβεβαιότητα, τις αγωγές ακτιβιστών και τις μη ρεαλιστικές υποχρεώσεις για μηδενικές εκπομπές ρύπων, οι οποίες αντιμετώπιζαν το φυσικό αέριο ως πρόβλημα και όχι ως λύση. Τα στοιχεία της Shell καταδεικνύουν ότι η βιώσιμη αύξηση της ζήτησης απαιτεί βιώσιμες επενδύσεις σε υποδομές. Οι τεράστιες νέες επενδύσεις που απαιτούνται δεν θα υλοποιηθούν στην κατάλληλη κλίμακα, αν οι επενδυτές δεν μπορούν να βασίζονται σε σταθερούς κανόνες, έγκαιρες εγκρίσεις και μια λογική προσδοκία απόδοσης.

LNG και Ευρώπη: Ένα δίδαγμα

Η εμπειρία της Ευρώπης αποτελεί ένα διδακτικό παράδειγμα. Μετά την κρίση του 2022, η Ευρώπη έσπευσε να αναπτύξει δυναμικό επαναεριοποίησης και να εξασφαλίσει προμήθειες LNG από τις ΗΠΑ και άλλες χώρες. Αυτοί οι τερματικοί σταθμοί είναι πλέον έτοιμοι, αλλά η σύναψη μακροπρόθεσμων συμβάσεων και οι νέες επενδύσεις στον τομέα της παραγωγής εξακολουθούν να παρεμποδίζονται από αντιφατικά πολιτικά μηνύματα σχετικά με τον μελλοντικό ρόλο του φυσικού αερίου. Η Ασία δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της την ίδια διστακτικότητα. Χώρες σε ολόκληρη τη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία βασίζονται στο οικονομικά προσιτό και αξιόπιστο φυσικό αέριο για να τροφοδοτήσουν τις οικονομίες τους. Χρειάζονται εταίρους που θα αναπτύξουν υποδομές στην πράξη, αντί να τους κάνουν κήρυγμα για χρονοδιαγράμματα που αγνοούν τις ανάγκες τους.

Το Ορμούζ έδειξε άλλη μια αλήθεια: η ενεργειακή ασφάλεια και οι κλιματικοί στόχοι δεν έρχονται σε σύγκρουση όταν η πολιτική είναι ορθολογική. Το LNG αποτελεί ήδη τον τρόπο μεταφοράς φυσικού αερίου δια θαλάσσης με τις χαμηλότερες εκπομπές άνθρακα. Η επέκταση της χρήσης του αντικαθιστά τον άνθρακα στην Ασία και υποστηρίζει την ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, παρέχοντας ευέλικτη εφεδρική ισχύ. Οι ίδιες επενδύσεις σε υποδομές που καλύπτουν το προβλεπόμενο κενό εφοδιασμού θα οδηγήσουν επίσης σε χαμηλότερη εκπομπή ρύπων μέσω καλύτερης διαχείρισης του μεθανίου και πιο αποδοτικών εγκαταστάσεων.

Το επικείμενο κενό δεν θα καλυφθεί από μόνο του

Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής που συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν την ανάπτυξη του LNG ως προαιρετική ή προσωρινή και λαμβάνουν σημαντικές αποφάσεις με βάση τις απαιτήσεις των ακτιβιστών που υποστηρίζουν τα κόμματα, παίζουν ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Η αγορά στέλνει σαφές μήνυμα: η ζήτηση είναι πραγματική, αυξάνεται και παραμένει ανθεκτική ακόμη και εν μέσω μεγάλων διεθνών κρίσεων. Η προσφορά θα μπορέσει να συμβαδίσει μόνο αν επιτραπεί η ροή κεφαλαίων χωρίς διαρκείς πολιτικές παρεμβάσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, με τους άφθονους πόρους και τον ισχυρό, δυναμικό ιδιωτικό τομέα τους, βρίσκονται σε ευνοϊκή θέση για να ηγηθούν αυτής της προσπάθειας, αν το επιτρέψει η Ουάσιγκτον.

Η έκθεση της Shell για το 2026 αποτελεί de facto έκκληση για ενεργειακό ρεαλισμό. Ο κόσμος χρειάζεται περισσότερες υποδομές LNG, που θα κατασκευαστούν εντός χρονοδιαγράμματος και προϋπολογισμού, και για να επιτευχθεί αυτό θα απαιτηθούν πολιτικές που θα διευκολύνουν και δεν θα παρεμποδίζουν την ανάπτυξη. Η πραγματικότητα είναι ότι σημεία συμφόρησης όπως το Στενό του Ορμούζ θα υπάρχουν πάντα· η καλύτερη άμυνα είναι η διαφοροποιημένη, άφθονη προσφορά που υποστηρίζεται από ανθεκτικά επενδυτικά πλαίσια που εφαρμόζεται με σταθερότητα. Ένα πράγμα είναι βέβαιο: το κενό που, σύμφωνα με την ανάλυση της Shell, θα αρχίσει να ανοίγει γύρω στο 2037 δεν θα κλείσει από μόνο του.

Forbes