Οι αποδόσεις των ομολόγων και οι υψηλές τιμές ενέργειας λειτουργούν ως τροχοπέδη για τις αγορές – Οι αμερικανικές χρηματαγορές αντέχουν στις πιέσεις χάρη στα εταιρικά αποτελέσματα
Δυόμισι μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και οι συνεχείς εναλλαγές στο σκηνικό, με μια σειρά από νέες προτάσεις του Ιράν να απορρίπτονται από τις ΗΠΑ και τον Πρόεδρο Trump να αντιδρά, υιοθετώντας νέες στρατιωτικές απειλές κατά της Τεχεράνης, έχουν επιδεινώσει το κλίμα στις αγορές.
Οι επενδυτές επιθυμούν διακαώς να επικεντρωθούν στο μέλλον, χωρίς να ανησυχούν για περιφερειακές συγκρούσεις, αλλά, ακόμη και στην περίπτωση επίτευξης συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, οι τιμές του πετρελαίου θα συνεχίσουν να βρίσκονται στο επίκεντρο. Συγκεκριμένα, ο κόσμος θα συνεχίσει να ανταγωνίζεται για τη μειωμένη προσφορά πετρελαίου, διατηρώντας τις τιμές πάνω από τα 100 δολάρια.
Εν τω μεταξύ, οι μεγάλες δυνάμεις κινούνται στρατηγικά, με την Κίνα να επενδύει δυναμικά στην υφιστάμενη αλλά αναβαθμισμένη συνεργασία με τη Ρωσία και την Ευρώπη να αγοράζει ακριβό αμερικανικό φυσικό αέριο, για να αντικαταστήσει τις χαμένες προμήθειες τόσο από τη Ρωσία όσο και από τη Μέση Ανατολή.
Ως αποτέλεσμα, η παγκόσμια οικονομία θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει υψηλά επίπεδα πληθωρισμού, ενισχύοντας την αυστηρή στάση των κεντρικών τραπεζιτών.
Παρότι αυτό το περιβάλλον αποτελεί πραγματικότητα εδώ και σχεδόν δύο μήνες, η πορεία των αποδόσεων των ομολόγων έχει προσθέσει μια νέα και ιδιαίτερα σημαντική διάσταση στην εικόνα των αγορών.
Οι αποδόσεις κρατικών ομολόγων, με επικεφαλής τα αμερικανικά Treasuries, έχουν εκτιναχθεί σε υψηλά αρκετών ετών, εντείνοντας τις ανησυχίες για πιθανή επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας, η οποία θα μπορούσε να ξεπεράσει τα επίπεδα μιας ήπιας προσγείωσης.
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου αποτελεί το βαρόμετρο της παγκόσμιας οικονομίας, λειτουργώντας ως σημείο αναφοράς για τη χρηματοδότηση, καθορίζοντας τα επιτόκια στεγαστικών δανείων και αποταμιεύσεων στις ΗΠΑ.
Στο τωρινό περιβάλλον, το αυξημένο κόστος κρατικού και εταιρικού δανεισμού θα μπορούσε να πλήξει τα τεράστια επενδυτικά σχέδια γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και τη διόγκωση των μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων της κυβέρνησης Trump, ενώ οι καταναλωτές ενδέχεται σύντομα να βρεθούν αντιμέτωποι με υψηλότερα επιτόκια σε καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες.
Κερδοφορία εταιρειών
H άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων έχει επίσης επηρεάσει την πορεία των Αμερικανών μετοχών, αν και η ισχυρή κερδοφορία των αμερικανικών εταιριών του τεχνολογικού τομέα έχει αντισταθμίσει αυτές τις πιέσεις.
Πιο συγκεκριμένα, την Τετάρτη, η Nvidia, η εταιρία με τη μεγαλύτερη χρηματιστηριακή αξία στον κόσμο, ανακοίνωσε τα χρηματοοικονομικά αποτελέσματα του τριμήνου Φεβρουαρίου – Απριλίου.
Για πολλοστή φορά, τα αποτελέσματα της Nvidia ξεπέρασαν αισθητά τις εκτιμήσεις-προσδοκίες των αναλυτών.
Ενδεικτικά, αξίζει να αναφερθεί ότι τα κέρδη ανά μετοχή και τα έσοδα ενισχύθηκαν κατά 130% και 85% αντίστοιχα σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025.
Από τις αρχές του 2026, οι τιμές των μετοχών των αμερικανικών κατασκευαστών επεξεργαστών, όπως Nvidia, Intel, AMD και Βroadcom έχουν καταγράψει σημαντική άνοδο, αντανακλώντας το πολύ υψηλό μέγεθος των επενδύσεων που πραγματοποιείται σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης και εξειδικευμένων κέντρων δεδομένων.
Tα ομόλογαδεν είναι το μοναδικό asset που ανησυχεί τις αγορές
Ο χρυσός συνεχίζει να απογοητεύει, καθώς, κατά τη σημαντικότερη γεωπολιτική κρίση των τελευταίων 15 ετών, το πολύτιμο μέταλλο χάνει συστηματικά έδαφος.
Η ισχύς του αμερικανικού δολαρίου, οι υψηλότερες αποδόσεις των Treasuries και η άνοδος των επιτοκίων αποτελούν τους βασικούς λόγους της πτώσης της τιμής του χρυσού. Η κατάσταση επίσης επιδεινώνεται από τις πωλήσεις χρυσού από συγκεκριμένες χώρες της Μέσης Ανατολής, προκειμένου να καλύψουν τις απώλειες πετρελαϊκών εσόδων, να χρηματοδοτήσουν τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα και να στηρίξουν τα νομίσματά τους.
Η τάση αυτή ενδέχεται να συνεχιστεί έως ότου οι επενδυτές στρέψουν εκ νέου την προσοχή τους στους εμπορικούς δασμούς και στο διογκούμενο χρέος των ΗΠΑ.
Την ίδια στιγμή, το γεν παραμένει υπό έντονη πίεση. Η παρέμβαση της 30ής Απριλίου αποδείχθηκε ανεπαρκής, με τους επενδυτές να αντιμετωπίζουν αυτή την «παθητική» προσέγγιση σαν του καρχαρίες που μυρίζονται αίμα στο νερό. Όπως είναι φυσικό, μια βιώσιμη ενίσχυση του γεν απαιτεί ισχυρά οικονομικά στοιχεία, ρεαλιστική προοπτική περαιτέρω σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής και ταχεία αποκλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Μέχρι να συμβούν αυτά, μια νέα παρέμβαση για τη στήριξη του γεν παραμένει το βασικό σενάριο. Όταν πραγματοποιηθεί η επόμενη παρέμβαση, θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον εάν η Τράπεζα της Ιαπωνίας θα επιστρέψει στην παλαιότερη τακτική της, δηλαδή να «τιμωρήσει» τους πωλητές γεν με απότομη πτώση του δολαρίου/γεν προς την περιοχή των 150.
Τέλος, το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο της προσοχής το τελευταίο διάστημα. Μετά τα απογοητευτικά αποτελέσματα των τοπικών εκλογών, οι ημέρες του πρωθυπουργού Starmer στην εξουσία μοιάζουν μετρημένες, επαναφέροντας μνήμες από την αναταραχή στις αγορές κατά την περίοδο Truss.
Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων βρετανικών κρατικών ομολόγων έχουν σκαρφαλώσει σε υψηλά πολλών δεκαετιών, με τα μεικτά οικονομικά στοιχεία -και ιδιαίτερα την ασθενέστερη μέτρηση του πληθωρισμού- να προσφέρουν μόνο προσωρινή ανακούφιση.
Ωστόσο, οι προοπτικές παραμένουν θολές, ειδικά σε περίπτωση ανάληψης της πρωθυπουργίας από έναν πιο αριστερόστροφο ηγέτη.
* Ανώτερος Αναλυτής Αγορών, Trading Point Market Analysis
** Αναλυτής Αγορών, Trading Point Market Analysis