Του David Fickling
Αν γνωρίζατε ότι το τοπικό εργοστάσιο της Coca-Cola αντιμετωπίζει χρόνια προβλήματα στην αλυσίδα εφοδιασμού, το να αγοράσετε ένα μεγαλύτερο ψυγείο για να αποθηκεύσετε περισσότερα μπουκάλια θα ήταν ένας τρόπος να το αντιμετωπίσετε. Η καλύτερη στρατηγική, ωστόσο, θα ήταν ίσως να στραφείτε στην Pepsi. Και όμως, η επιλογή του “μεγαλύτερου ψυγείου” είναι αυτή που ακολουθούν οι κυβερνήσεις στην Ασία για να προστατευθούν από μια ενδεχόμενη επανάληψη των ελλείψεων πετρελαίου που προκλήθηκαν από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Η Ινδία θα κατασκευάσει νέους τερματικούς σταθμούς αποθήκευσης και διυλιστήρια για να προφυλαχθεί από μελλοντικές κρίσεις, ανακοίνωσε η κυβέρνηση αυτό το μήνα. Παρόμοια σχέδια προωθούνται στην Ινδονησία, τις Φιλιππίνες, το Πακιστάν και το Βιετνάμ. Αυτό θα μπορούσε να προσφέρει στις αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας, που έχουν μεγάλη ενεργειακή ζήτηση, κάτι αντίστοιχο με τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου που δημιούργησαν οι ανεπτυγμένες χώρες μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973, καθώς και με τα παρόμοια αποθέματα που έχει συσσωρεύσει η Κίνα την τελευταία δεκαετία.
Με τις ΗΠΑ και το Ιράν να ανταλλάσσουν για άλλη μια φορά πυρά αυτή την εβδομάδα και να απειλούν να καταστρέψουν την εύθραυστη ειρηνευτική συμφωνία που υπογράφηκε μόλις πριν από τρεις εβδομάδες, μια τέτοια “ασφαλιστική πολιτική” φαίνεται να αποτελεί κοινή λογική. Ο μέσος όρος των 3,8 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα που απελευθερώθηκαν από τα αποθέματα πετρελαίου από την αρχή του πολέμου – αριθμός όχι πολύ μικρότερος από αυτόν που μπορούν να παράγουν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα σε κανονικές συνθήκες – συνέβαλε σημαντικά στην ικανότητα του κόσμου να αντέξει τη σύγκρουση. Αν οι ασιατικές οικονομίες διέθεταν παρόμοια αποθέματα, τότε στο μέλλον ίσως να μην χρειαζόταν να προχωρήσουν σε τετραήμερη εργασία ή να δουν τις τιμές καυσίμων να εκτοξεύονται, όπως έγινε τους τελευταίους μήνες.
Όλα αυτά είναι αλήθεια, αλλά υπάρχει και μια άλλη επιλογή που δεν πρέπει να αγνοήσουν: η ηλεκτροκίνηση. Αν το πρόβλημά σας είναι η υπερβολική εξάρτηση από απρόβλεπτες εισαγωγές αργού πετρελαίου, τόσο τα στρατηγικά αποθέματα όσο και τα ηλεκτρικά οχήματα επιτελούν ουσιαστικά το ίδιο έργο. Τα πρώτα σας προστατεύουν παρέχοντας μια εναλλακτική πηγή πετρελαίου σε περίπτωση διαταραχών στον εφοδιασμό. Τα δεύτερα συμβάλλουν μειώνοντας εξ αρχής την ανάγκη σας για πετρέλαιο και ενισχύοντας την ενεργειακή ασφάλεια της οικονομίας σας.
Οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να ασκήσουν πολύ μεγαλύτερη πίεση σε αυτό το μέτωπο, διοχετεύοντας μεγαλύτερο μέρος των δαπανών τους για την ασφάλιση έναντι πετρελαϊκών κρίσεων σε επιδοτήσεις για ηλεκτρικά οχήματα και δίκτυα φόρτισης, αντί να χρηματοδοτούν τα αποθέματα πετρελαίου. Η συσσώρευση αποθεμάτων δεν είναι φθηνή. Με τις τρέχουσες τιμές του αργού πετρελαίου, η Ινδία θα χρειαζόταν να δαπανήσει περίπου 7,5 δισεκατομμύρια δολάρια για να αυξήσει τα αποθέματά της στο επίπεδο των 90 ημερών που διατηρούν συνήθως οι ανεπτυγμένες χώρες. Η Ινδονησία και το Βιετνάμ, που διαθέτουν από τα πιο περιορισμένα αποθέματα στην Ασία, θα χρειαζόταν επιπλέον 8 δισεκατομμύρια δολάρια.
Αυτό είναι μόνο το κόστος αγοράς των βαρελιών. Υπάρχει και το κόστος διατήρησης όλων αυτών των χρημάτων δεσμευμένων σε αχρησιμοποίητα προϊόντα. Στη συνέχεια, υπάρχει το κόστος ευκαιρίας για τους διυλιστές: με τα βαρέλια δεσμευμένα στα υποχρεωτικά αποθέματα, περιορίζεται η ικανότητά τους να εκμεταλλεύονται τις διαφορές τιμών μεταξύ των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων συμβολαίων (futures), μια παραδοσιακή πηγή εισοδήματος. Σε ένα απόθεμα 300 εκατομμυρίων βαρελιών, όπως το τρέχον της Ινδίας, μόνο αυτά τα έξοδα θα αντιστοιχούν σε ποσό μεταξύ 1,5 και 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως.
Η ηλεκτροκίνηση αποτελεί μια εναλλακτική λύση που δεν εκτιμάται αρκετά. Ακόμη και μετά τον υπερδιπλασιασμό του πέρυσι, το κύριο πρόγραμμα ηλεκτροκίνησης της Ινδίας λαμβάνει μόνο περίπου 600 εκατομμύρια δολάρια ετησίως, ποσό πολύ μικρότερο από το κόστος συντήρησης των υφιστάμενων αποθεμάτων πετρελαίου της χώρας. Οι ζημίες που υπέστησαν οι κρατικές εταιρείες πετρελαίου από την πώληση επιδοτούμενης βενζίνης, ντίζελ και υγραερίου κατά τη διάρκεια των τριών μηνών του πολέμου στο Ιράν, εν τω μεταξύ, είναι σχεδόν 14 φορές μεγαλύτερες από το εν λόγω ποσό.
Καταστρέφοντας μόνιμα τη ζήτηση πετρελαίου, κάθε νέο ηλεκτρικό όχημα μειώνει το μέγεθος των αποθεμάτων που χρειάζεται μια κυβέρνηση για να εξασφαλίσει την ενεργειακή της ασφάλεια. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και φορτηγά της Κίνας αντικαθιστούν επί του παρόντος περίπου 1,8 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα. Αν αυτό το ποσό κατανεμηθεί σε 90 ημέρες, ισοδυναμεί με τα συνολικά αποθέματα πετρελαίου της Γερμανίας. Ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο καθώς όλο και περισσότερα ηλεκτρικά οχήματα προστίθενται στον στόλο.
Είναι αναπόφευκτο να δούμε αύξηση των αποθεμάτων πετρελαίου μετά τη φετινή σύγκρουση, ειδικά καθώς οι εντάσεις συνεχίζουν να ταράζουν τα Στενά του Ορμούζ. Αυτό θα προσφέρει στους παραγωγούς πετρελαίου μια αγορά για το προϊόν τους για τα επόμενα χρόνια. Η συσσώρευση αποθεμάτων από την Κίνα ενδέχεται να ανήλθε μεταξύ 1% και 2% της παγκόσμιας ζήτησης αργού τα τελευταία χρόνια, όπως έχει γράψει ο συνάδελφός μου Javier Blas.
Αυτά τα αχρησιμοποίητα αποθέματα δεν αποτελούν πραγματική κατανάλωση με την παραδοσιακή έννοια. Η επεξεργασία αργού πετρελαίου έχει αυξηθεί ελάχιστα την τελευταία δεκαετία, κάτι που δείχνει την ποσότητα του πετρελαίου που απλώς αντλείται σε δεξαμενές και υπόγειες αποθήκες για περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
Ωστόσο, αν οι κυβερνήσεις θέλουν να αξιοποιήσουν στο έπακρο τα αποθέματα που συσσωρεύουν, θα πρέπει να τα κατανέμουν καλύτερα, διασφαλίζοντας ότι οι οικονομίες τους καταναλώνουν λιγότερο αργό πετρέλαιο. Με το μερίδιο των πωλήσεων ηλεκτρικών οχημάτων σε πολλές ασιατικές χώρες να ξεπερνά πλέον αυτό της Ευρώπης και ακόμη και της Κίνας, καθώς και με τα φορτηγά και τα σκούτερ που λειτουργούν με μπαταρία να υπόσχονται ένα ακόμη πλήγμα για τις συμβατικές μεταφορές, οι καταναλωτές ήδη δείχνουν την προτίμησή τους. Η καλύτερη προστασία ενάντια στην επόμενη πετρελαϊκή κρίση είναι να μην χρειάζεται να χρησιμοποιούμε εξ αρχής τόσο πολύ πετρέλαιο.
Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου