Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2025 δεν έχει επηρεάσει μόνο το εμπόριο και τις διεθνείς σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και έναν από τους πλέον δυναμικούς κλάδους της οικονομίας τους: τον τουρισμό. Οι συνεχείς μεταβολές στη δασμολογική πολιτική, η σκλήρυνση των ελέγχων στα σύνορα, οι αυστηρότερες διαδικασίες έκδοσης βίζας, αλλά και η συνολική εικόνα που εκπέμπει η αμερικανική κυβέρνηση έχουν καταστήσει τη χώρα σαφώς λιγότερο ελκυστικό προορισμό για εκατομμύρια ταξιδιώτες.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Tourism Economics, η αμερικανική τουριστική βιομηχανία έχασε έως και 16,6 δισ. δολάρια το 2025, ενώ φέτος αναμένεται να στερηθεί ακόμη 21 δισ. δολάρια σε δυνητικά έσοδα, σε σύγκριση με όσα θα μπορούσε να είχε εισπράξει εάν διατηρούσε το μερίδιο αγοράς που είχε πριν από την επιστροφή Τραμπ στην εξουσία. Όπως επισημαίνει ο διευθυντής της εταιρείας, Άραν Ράιαν, “οι ταξιδιώτες έχουν επιλογές” και οι πολιτικές, αλλά και οι δημόσιες τοποθετήσεις της κυβέρνησης Τραμπ αποτελούν τον βασικό λόγο της υποχώρησης που καταγράφεται στις αφίξεις προς τις ΗΠΑ.
Η συγκυρία θα μπορούσε, υπό διαφορετικές συνθήκες, να είναι ιδανική για τον αμερικανικό τουρισμό. Το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου αναμένεται να προσελκύσει ως τη λήξη του περισσότερους από 1,2 εκατ. ξένους φιλάθλους σε 11 αμερικανικές πόλεις, ενώ η διεθνής ταξιδιωτική ζήτηση παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή. Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για αύξηση της παγκόσμιας τουριστικής δραστηριότητας κατά 5,8% το 2026, παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις υψηλές τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων.Play Video
Παρά το γεγονός ότι περίπου 71 εκατ. ξένοι επισκέπτες αναμένεται να ταξιδέψουν στις ΗΠΑ φέτος, σημειώνοντας αύξηση περίπου 3% σε σχέση με πέρυσι, η πλήρης επιστροφή στα προ πανδημίας επίπεδα των 80 εκατ. επισκεπτών, που είχαν καταγραφεί το 2018, δεν προβλέπεται πριν από το 2029, δηλαδή τη χρονιά κατά την οποία ολοκληρώνεται η θητεία του Ντόναλντ Τραμπ.
Συνέπειες
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική όταν συγκριθεί η πορεία των ΗΠΑ με τις διεθνείς τάσεις. Μετά την πανδημία, το φαινόμενο το “revenge travel”, της έντονης επιθυμίας των πολιτών να ταξιδέψουν μετά τους περιορισμούς της Covid-19, οδήγησε την παγκόσμια τουριστική αγορά σε πλήρη ανάκαμψη ήδη από το 2024. Οι διεθνείς αφίξεις στις ΗΠΑ αυξήθηκαν τότε κατά 9%, χωρίς όμως να επανέλθουν στα ιστορικά υψηλά. Το 2025, με την επιστροφή Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η εικόνα αντιστράφηκε: οι αφίξεις μειώθηκαν κατά 5,5%, ενώ την ίδια στιγμή η παγκόσμια τουριστική αγορά κατέγραφε ανάπτυξη 4,7%, δημιουργώντας μια αποκλιση μεγαλύτερη των 10 ποσοστιαίων μονάδων.
Παρόμοια απόκλιση είχε παρατηρηθεί και κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ. Στο διάστημα 2017-2019 οι διεθνείς αφίξεις στις ΗΠΑ αυξάνονταν μόλις κατά 1,3% ετησίως, έναντι μέσης ανόδου 5,7% διεθνώς. Αντίθετα, επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα η αύξηση στις ΗΠΑ κινούνταν περίπου στο ίδιο επίπεδο με τον υπόλοιπο κόσμο, ενώ κατά τη θητεία του Τζο Μπάιντεν ο ρυθμός ανάπτυξης του αμερικανικού τουρισμού ήταν περίπου τρεις ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος από τον παγκόσμιο μέσο όρο.
Ιδιαίτερα αισθητή είναι η υποχώρηση των επισκεπτών από τις αγορές που παραδοσιακά πραγματοποιούν τις μεγαλύτερες δαπάνες. Οι αφίξεις από το Ηνωμένο Βασίλειο, την τρίτη σημαντικότερη αγορά μετά τον Καναδά και το Μεξικό, μειώθηκαν κατά 2,2% έως τον Μάιο, ενώ οι επισκέπτες από τη Γερμανία κατέγραψαν πτώση 13% από τις αρχές του έτους. Παράλληλα, οι αφίξεις από την Κίνα είχαν ήδη μειωθεί κατά 4% το 2025 και συνεχίζουν πτωτικά και φέτος. Τη θέση τους καλύπτουν ολοένα περισσότερο ταξιδιώτες από οικονομικά ασθενέστερες χώρες, όπως ο Ισημερινός, η Ουγγαρία και η Κολομβία, γεγονός που μεταβάλλει το προφίλ και τη συνολική δαπάνη των επισκεπτών.
Οι οικονομικές συνέπειες είναι ήδη εμφανείς. Οι ξένοι τουρίστες δαπανούν κατά μέσο όρο περίπου 4.000 δολάρια ανά ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Καθώς όμως λιγότεροι ταξιδιώτες επιλέγουν πλέον τη χώρα, οι συνολικές δαπάνες των διεθνών επισκεπτών μειώθηκαν κατά 4,6% το 2025. Μάλιστα, σύμφωνα με την Tourism Economics, οι ΗΠΑ συγκαταλέγονται στις ελάχιστες ανεπτυγμένες οικονομίες που εμφάνισαν μείωση στις τουριστικές εισπράξεις, μαζί με χώρες όπως η Αϊτή, το Ιράν, η Νιγηρία και το Πακιστάν.
Οι προτεινόμενες αλλαγές στο πρόγραμμα απαλλαγής από τη βίζα (ESTA) προκαλούν, παράλληλα, έντονες αντιδράσεις. Οι νέες διαδικασίες προβλέπουν ότι οι ταξιδιώτες θα πρέπει να δηλώνουν αναλυτικά στοιχεία για τους λογαριασμούς τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις και τις οικογενειακές επαφές τους για διάστημα έως και 10 ετών. Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ταξιδιών και Τουρισμού εκτιμά ότι οι αλλαγές αυτές θα αποτρέψουν περίπου 4,7 εκατ. ταξιδιώτες από τις χώρες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα, στερώντας από την αμερικανική οικονομία περίπου 15,7 δισ. δολάρια σε τουριστικές εισπράξεις.
Ωφελημένοι
Καθώς οι επισκέπτες απομακρύνονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, άλλοι προορισμοί επωφελούνται. Η Κίνα, το Χονγκ Κονγκ και η Ιαπωνία προσελκύουν ολοένα περισσότερους ταξιδιώτες, ενώ στην Ευρώπη σημαντικά κέρδη καταγράφουν χώρες όπως η Αυστρία, η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, οι οποίες αξιοποιούν τη διαχρονική ελκυστικότητα των ιστορικών μνημείων, των μουσείων και της πολιτιστικής τους κληρονομιάς.
Ιδιαίτερα βαρύ πλήγμα έχει δεχθεί και η αγορά του Καναδά, η οποία αποτελούσε επί δεκαετίες τον βασικό τροφοδότη του αμερικανικού εισερχόμενου τουρισμού. Οι απειλές για επιβολή δασμών, οι εμπορικές αντιπαραθέσεις και οι δηλώσεις του Τραμπ περί μετατροπής του Καναδά σε “51η Πολιτεία” οδήγησαν πολλούς Καναδούς σε μποϊκοτάζ των ταξιδιών προς τις ΗΠΑ.
Το αποτέλεσμα ήταν οι αφίξεις Καναδών να καταρρεύσουν κατά 21% το 2025. Η απώλεια αυτή μεταφράζεται σε περίπου 4 δισ. δολάρια λιγότερες δαπάνες σε ξενοδοχεία, εστιατόρια και καταστήματα λιανικής.
Απόδοση – Επιμέλεια: Γιώργος Δ. Παυλόπουλος