Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΟι Ηνωμένες Πολιτείες εντείνουν την οικονομική πίεση στο Ιράν, προειδοποιώντας ότι χώρες και επιχειρήσεις που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη, και ιδιαίτερα όσες αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο, κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με αμερικανικές κυρώσεις. Στο επίκεντρο βρίσκεται κυρίως η Κίνα, η οποία αποτελεί μακράν τον μεγαλύτερο αγοραστή ιρανικού αργού.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, παρουσίασε τη νέα εκστρατεία οικονομικής πίεσης ως μια «οικονομική D-Day», καθιστώντας σαφές ότι η Ουάσιγκτον σκοπεύει να περιορίσει όχι μόνο τις απευθείας πηγές εσόδων της Τεχεράνης αλλά και τα διεθνή δίκτυα που επιτρέπουν στο Ιράν να συνεχίζει τις εμπορικές και χρηματοπιστωτικές του δραστηριότητες.
Παρότι ο Μπέσεντ απέφυγε αρχικά να κατονομάσει συγκεκριμένες χώρες, το μήνυμα προς το Πεκίνο θεωρείται σαφές. Όπως ανέφερε, η αμερικανική κυβέρνηση ακολουθεί παράλληλα τον δρόμο της «αθόρυβης διπλωματίας», ενημερώνοντας τους εμπορικούς εταίρους του Ιράν για το τι αναμένει από αυτούς.
Η σημασία της Κίνας είναι καθοριστική. Σύμφωνα με στοιχεία της Επιτροπής Οικονομικής και Ασφαλείας ΗΠΑ-Κίνας, πάνω από το 90% των εξαγωγών ιρανικού αργού κατευθύνεται στην κινεζική αγορά. Το 2025 η Κίνα εισήγαγε σχεδόν 1,4 εκατ. βαρέλια ιρανικού πετρελαίου ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχούσε περίπου στο 12% των συνολικών εισαγωγών αργού της χώρας. Οι συγκεκριμένες πωλήσεις απέφεραν στην Τεχεράνη δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.
Η Ουάσιγκτον θεωρεί επομένως ότι η αποτελεσματικότητα της νέας εκστρατείας θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο θα μπορέσει να περιορίσει αυτή την οικονομική «γραμμή ζωής».
Οι αμερικανικές κινήσεις προκαλούν ήδη αντίδραση από το Πεκίνο. Η Κίνα απορρίπτει τις μονομερείς κυρώσεις και υποστηρίζει ότι η οικονομική συνεργασία της με το Ιράν είναι νόμιμη και δεν θα πρέπει να παρεμποδίζεται από τρίτες χώρες. Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών προειδοποίησε επίσης ότι οι πολιτικές πίεσης κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε περαιτέρω κλιμάκωση.
Μειώθηκαν ήδη οι κινεζικές εισαγωγές
Οι ροές ιρανικού πετρελαίου προς την Κίνα έχουν, πάντως, περιοριστεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες.
Από τα περίπου 1,4 εκατ. βαρέλια ημερησίως πριν από τον πόλεμο, οι κινεζικές εισαγωγές υποχώρησαν περίπου στα 700.000 βαρέλια ημερησίως, σύμφωνα με στοιχεία της Vortexa. Άλλα στοιχεία της Kpler δείχνουν ότι οι εισαγωγές μειώθηκαν ακόμη περισσότερο τον Αύγουστο, καθώς η προσφορά περιορίστηκε και τα κινεζικά διυλιστήρια άρχισαν να αναζητούν εναλλακτικές προμήθειες.
Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι μια πλήρης διακοπή των εισαγωγών από το Ιράν δεν θα προκαλούσε απαραίτητα άμεσο σοκ στην ενεργειακή ασφάλεια της Κίνας. Το Πεκίνο διαθέτει μεγάλα αποθέματα αργού, ενώ μπορεί να στραφεί σε άλλους προμηθευτές, μεταξύ των οποίων η Ρωσία, το Ιράκ και χώρες της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.
Ωστόσο, μια επιθετικότερη εφαρμογή αμερικανικών δευτερογενών κυρώσεων θα μπορούσε να έχει πολύ ευρύτερες πολιτικές συνέπειες, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τις ήδη δύσκολες σχέσεις Ουάσιγκτον και Πεκίνου.
Από την Ινδία στην Κίνα
Οι ΗΠΑ έχουν χρησιμοποιήσει και στο παρελθόν τις κυρώσεις για να αποτρέψουν τρίτες χώρες από την αγορά ιρανικού πετρελαίου.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ινδίας, η οποία υπήρξε σημαντικός εισαγωγέας ιρανικού αργού, αλλά σταμάτησε τις αγορές το 2019 υπό την πίεση των αμερικανικών κυρώσεων. Η Ινδία προχώρησε πάντως φέτος σε περιορισμένες νέες αγορές, εν μέσω της ενεργειακής κρίσης.
Στην περίπτωση της Κίνας, όμως, το διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο, τόσο λόγω του όγκου των συναλλαγών όσο και λόγω της σημασίας της χώρας για την παγκόσμια οικονομία.
Οι ΗΠΑ έχουν προειδοποιήσει ότι όσοι συνεχίσουν να συμμετέχουν στο δίκτυο που μετατρέπει τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου σε έσοδα για την Τεχεράνη θα μπορούσαν να χάσουν την πρόσβασή τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα που βασίζεται στο δολάριο. Η νέα δέσμη μέτρων περιλαμβάνει κυρώσεις σε δεκάδες πρόσωπα, εταιρείες και πλοία, χωρίς ωστόσο –τουλάχιστον στην πρώτη φάση– να στοχεύει μεγάλα κινεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Ο «σκιώδης στόλος» και τα Στενά του Ορμούζ
Πρόσθετη δυσκολία για την εφαρμογή των κυρώσεων αποτελεί ο λεγόμενος «σκιώδης στόλος» πετρελαιοφόρων, μέσω του οποίου χώρες υπό διεθνείς κυρώσεις επιχειρούν να συνεχίσουν τις εξαγωγές τους.
Τα συγκεκριμένα πλοία συχνά χρησιμοποιούν πολύπλοκες εταιρικές δομές, μεταφορτώσεις φορτίων εν πλω και άλλες πρακτικές που δυσκολεύουν τον εντοπισμό της πραγματικής προέλευσης και του τελικού προορισμού του πετρελαίου.
Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler που επικαλείται το Capital, ο σκιώδης στόλος αντιπροσώπευε πρόσφατα περίπου το 50% της κίνησης στα Στενά του Ορμούζ, έναντι περίπου 12,5% έναν μήνα νωρίτερα.
Τα Στενά παραμένουν κρίσιμος παράγοντας για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Πριν από τον πόλεμο, περισσότερο από 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου την ημέρα διέρχονταν από τη θαλάσσια οδό, ενώ στις 24 Αυγούστου η κίνηση είχε περιοριστεί περίπου στα 5 εκατ. βαρέλια ημερησίως, σύμφωνα με προσωρινά στοιχεία της Vortexa.
Ο κίνδυνος για τις διεθνείς τιμές
Η πίεση στις ιρανικές εξαγωγές δεν αφορά μόνο την Τεχεράνη ή τους άμεσους εμπορικούς της εταίρους. Μια νέα σημαντική μείωση της διαθέσιμης προσφοράς θα μπορούσε να δημιουργήσει ανοδικές πιέσεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και, κατ’ επέκταση, στα καύσιμα.
Οι επιπτώσεις έχουν γίνει ήδη αισθητές στις ΗΠΑ, όπου, σύμφωνα με την AAA, η μέση τιμή της βενζίνης έχει φθάσει τα 4,10 δολάρια το γαλόνι, έναντι 3,15 δολαρίων κατά μέσο όρο έναν χρόνο νωρίτερα.
Η αμερικανική κυβέρνηση, πάντως, δεν έχει δώσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για το πότε θα μπορούσε να ενεργοποιήσει τις αυστηρότερες κυρώσεις κατά χωρών ή εταιρειών που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με το Ιράν.
Ο Μπέσεντ διεμήνυσε ότι «κανείς δεν βρίσκεται εκτός της εμβέλειας των αμερικανικών κυρώσεων», αφήνοντας παράλληλα ένα περιθώριο στους εμπορικούς εταίρους της Τεχεράνης να προσαρμόσουν τη στάση τους.
Το ερώτημα πλέον είναι εάν η Ουάσιγκτον θα προχωρήσει στο επόμενο βήμα και θα επιβάλει κυρώσεις σε μεγάλες κινεζικές εταιρείες ή τράπεζες. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά την οικονομική πίεση στο Ιράν, αλλά ταυτόχρονα να ανοίξει ένα νέο και ιδιαίτερα επικίνδυνο μέτωπο στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας.