Εν μέσω ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή και σε περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας, οι αξιολογήσεις των διεθνών οίκων πιστοληπτικής ικανότητας αποκτούν σημασία, καθώς συνιστούν ασπίδα αξιοπιστίας. Η πρόσφατη αξιολόγηση της Standard & Poor’s (S&P) δεν είναι απλώς τεχνοκρατική αξιολόγηση, αλλά ισχυρή ένδειξη εμπιστοσύνης προς την κυπριακή οικονομία, τις επιχειρήσεις και την κοινωνία, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα της οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος σε περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Ταυτόχρονα, θωρακίζει την αξιοπιστία της πολιτείας και της επιτρέπουν να ασκεί οικονομική πολιτική, στηρίζοντας κρίσιμους τομείς που δοκιμάζονται από την γεωπολιτική κρίση. Όμως οι θετικές αξιολογήσεις δεν πρέπει να μας οδηγήσουν σε εφησυχασμό ή λαϊκισμό, αλλά να μας υπενθυμίζουν πόσο ακριβά μπορεί να πληρωθεί η απώλεια αξιοπιστίας, όπως κατέδειξε η εμπειρία του μνημονίου με την Τρόικα το 2013 με τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.
Γιατί οι αξιολογήσεις των οίκων έχουν σημασία για την Κύπρο σε περίοδο γεωπολιτικής κρίσης;
Πρόσφατα, ο οίκος S&P αξιολόγησε την πιστοληπτική ικανότητα της Κύπρου σε βαθμίδα Α- με θετικές προοπτικές, παρά τις γεωπολιτικές αναταραχές στην Μέση Ανατολή, επιβεβαιώνοντας την οικονομική αξιοπιστία της χώρας και την ικανότητα της να απορροφά εξωτερικούς κραδασμούς. Η θετική αυτή αξιολόγηση αντανακλά τα ισχυρά μακροοικονομικά μεγέθη της χώρας που θεωρούνται από τα καλύτερα στην ΕΕ: ρυθμός ανάπτυξης ΑΕΠ 3.8%, δημοσιονομικό πλεόνασμα 3.5%, δημόσιο χρέος 55% του ΑΕΠ, πληθωρισμός 0,8%, ανεργία 4.3% και εύρωστο τραπεζικό σύστημα.
Η σημασία μιας τέτοιας αξιολόγησης είναι ακόμη μεγαλύτερη σε περίοδο γεωπολιτικής αστάθειας, επειδή οι διεθνείς εντάσεις μεταφέρονται γρήγορα στην οικονομία. Ένας πόλεμος όπως αυτός στο Ιράν, ανάλογα με την ένταση και τη διάρκεια του, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την παγκόσμια οικονομία, αυξάνοντας τις τιμές ενέργειας, τον πληθωρισμό, τα επιτόκια, και το κόστος δανεισμού, ενώ ταυτόχρονα πλήττει τον τουρισμό και την ανάπτυξη. Σε αυτό ακριβώς έγκειται η αξία των θετικών αξιολογήσεων: δεν αποτρέπουν την γεωπολιτική αστάθεια, αλλά περιορίζουν την ένταση με την οποία οι επιπτώσεις της επηρεάζουν την οικονομία και την κοινωνία.
Πρακτικά, οι αξιολογήσεις σημαίνουν χαμηλότερο κόστος δανεισμού, μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από ξένους επενδυτές και περισσότερη οικονομική σταθερότητα. Για μια μικρή χώρα όπως η Κύπρος, που είναι πιο ευάλωτη σε γεωπολιτικές κρίσεις μέσω του τουρισμού, των επενδύσεων και των πληθωριστικών πιέσεων, η ισχυρή πιστοληπτική θέση της χώρας είναι ακόμη πιο σημαντική, καθώς δίνει στο κράτος μεγαλύτερη ευχέρεια να στηρίξει την οικονομία και να ενισχύσει την εμπιστοσύνη.
Πως διαφοροποιούνται οι αξιολογήσεις και τα μακροοικονομικά της Κύπρου του σήμερα σε σχέση με την περίοδο 2008-2013;
Όταν ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση τον Σεπτέμβριο του 2008 με την πτώχευση της Lehman Brothers ο οίκος S&P κατέτασσε την Κύπρο στην επενδυτική βαθμίδα Α+, δηλαδή υψηλότερα από σήμερα. Ωστόσο, η ραγδαία επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών, η κρίση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα καθώς και η απώλεια εμπιστοσύνης των αγορών, οδήγησαν την Κύπρο στην κατηγορία «σκουπίδια» CCC+, και οι αποδόσεις των ομολόγων εκτινάχθηκαν στο 16,4 %, επίπεδο απαγορευτικό για έξοδο στις αγορές. Ως αποτέλεσμα, το κράτος οδηγήθηκε στην υπογραφή μνημονίου με την Τρόικα προκειμένου να καλύψει τις δανειακές του ανάγκες.
Στην παρούσα φάση, οι αποδόσεις των Κυπριακών δεκαετών ομολόγων είναι στο 3,6%, αντανακλώντας την ανθεκτικότητα της οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος, και δίνοντας στο κράτος μεγαλύτερη ευχέρεια χειρισμών, ενώ το 2013 οι επιλογές ήταν περιορισμένες. Βεβαίως οι δυο κρίσεις δεν είναι πλήρως συγκρίσιμες. Το βασικό μήνυμα όμως είναι σαφές: η αξιοπιστία και οι σωστές πολιτικές επιλογές διευρύνουν τα περιθώρια χειρισμών του κράτους, ενώ εσφαλμένες επιλογές μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε νέες υποβαθμίσεις. Η κρίση του 2013 πρέπει να παραμένει καμπανάκι κινδύνου και όχι αφορμή αυταρέσκειας.
Ποιος είναι ο ρόλος της πολιτικής ηγεσίας, των πολιτών και των επιχειρήσεων στην βελτίωση των αξιολογήσεων;
Βελτιωμένες αξιολογήσεις από τους οίκους αποτελούν συλλογική προσπάθεια της πολιτείας, των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Το κράτος κρίνεται από το αν διατηρεί συνετή δημοσιονομική πειθαρχία. Οι πολίτες συμβάλλουν με την παραγωγικότητα, τη συνέπεια, και την υγιή φορολογική κουλτούρα, ενώ οι επιχειρήσεις με επενδύσεις, σωστή εταιρική διακυβέρνηση, και φορολογική συνέπεια.
Οι θετικές αυτές αξιολογήσεις δίνουν στο κράτος καλύτερη πρόσβαση στις αγορές και δυνατότητα δανεισμού με ευνοϊκότερους όρους. Άρα, το κράτος μπορεί να στηρίξει ευάλωτες ομάδες, και κρίσιμους τομείς της οικονομίας, όπως ο τουρισμός, οι αγρότες, και η ενέργεια. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και τα μέτρα στήριξης ύψους 100 εκατ. ευρώ που ανακοίνωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πριν λίγες μέρες, τα οποία είναι προς την σωστή κατεύθυνση.
Όμως οι πληθωριστικές πιέσεις λόγω του πολέμου πλήττουν δυσανάλογα την αγοραστική δύναμη των χαμηλόμισθων, και ιδιαίτερα όσων ζουν κάτω από το όριο φτώχειας, που στην Κύπρο ανέρχεται στο 17% έναντι 21% στην ΕΕ. Γι΄ αυτό οι αναβαθμίσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αυτοσκοπός. Η πραγματική τους αξία κρίνεται από το κατά πόσον μετατρέπονται σε ουσιαστικότερη προστασία για τις ευάλωτες ομάδες και όσους πλήττονται περισσότερο από την γεωπολιτική κρίση.
Ταυτόχρονα, το κράτος έχει ευθύνη να προστατεύει τη δημοσιονομική σταθερότητα και να αποφεύγει εύκολες υποσχέσεις. Σε περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας, είναι εύκολο να αναπτυχθεί λαϊκισμός, γι’ αυτό το κράτος πρέπει να ιεραρχεί τις ανάγκες και να στηρίζει εκεί όπου πράγματι χρειάζεται.
Κρίσιμα συμπεράσματα
Οι θετικές αξιολογήσεις από τους οίκους είναι ιδιαίτερα σημαντικές σε περιόδους γεωπολιτικών αναφλέξεων, καθώς ενισχύουν την εμπιστοσύνη ότι η κυπριακή οικονομία και το τραπεζικό σύστημα μπορούν να αντέξουν αναταράξεις. Χτίζονται πολύ αργά αλλά χάνονται πολύ πιο εύκολα με τεράστιες αρνητικές συνέπειες για την οικονομία και την κοινωνία. Οι αξιολογήσεις μπορεί να επιδεινωθούν αν υπάρξει δημοσιονομική απειθαρχία και πολιτική ανευθυνότητα ή εφησυχασμός λόγω της υφιστάμενης ανθεκτικότητας. Οι μνήμες της περασμένης δεκαετίας με την Τρόικα πρέπει να λειτουργούν ως υπενθύμιση του τι κοστίζει η απώλεια εμπιστοσύνης από τις διεθνείς αγορές.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η σημερινή πιστοληπτική εικόνα της Κύπρου δεν πρέπει να θεωρείτε δεδομένη, αλλά να αντιμετωπίζεται ως στρατηγικό πλεονέκτημα που χρειάζεται συνεχώς προστασία. Είναι συλλογική ευθύνη του κράτους, του πολιτικού συστήματος, των πολιτών και επιχειρήσεων να διαφυλάξουν την υφιστάμενη αξιοπιστία της κυπριακής οικονομίας, γιατί αυτή μεταφράζεται σε χαμηλότερο κόστος δανεισμού, μεγαλύτερη σταθερότητα και περισσότερα περιθώρια στήριξης της κοινωνίας σε περιόδους γεωπολιτικών αναταραχών. Για να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος, απαιτούνται δημοσιονομική πειθαρχία και πολιτικές επιλογές που ενισχύουν, και δεν υπονομεύουν, την αξιοπιστία της κυπριακής οικονομίας.
Αντρέας Χαρίτου, Ph.D., CMA (USA), FCPA (Aust)
Καθηγητής Χρηματοοικονομικών, Πανεπιστήμιο Κύπρου
http://www.ucy.ac.cy/~charitou.aspx
http://ssrn.com/author=33395