Δεν έφθαναν ο πόλεμος στην Μέση Ανατολή και η ακρίβεια από τις τιμές των καυσίμων, στο σκηνικό έρχεται να προστεθεί και ο βάσιμος φόβος αύξησης των επιτοκίων, δηλαδή ένα επιπλέον κόστος για ιδιώτες και επιχειρήσεις. Η επόμενη έγνοια των δανειοληπτών είναι τι θα γίνει με τη δόση του δανείου τους, πόσο θα αυξηθεί και πότε θα σταματήσει τυχόν νέος ανοδικός κύκλος στα επίπεδα των επιτοκίων.
Οι μόνοι που δεν έχουν να ανησυχούν τι θα γίνει στην κρίσιμη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ στις 30 Απριλίου ή στην επόμενη συνεδρία, του Ιουνίου, είναι όσοι αποπληρώνουν δάνεια σταθερού επιτοκίου. Έχουν το κεφάλι τους ήσυχο, γιατί έχουν «κλειδώσει» δάνειο με σταθερό επιτόκιο, η δόση τους είναι αμετάβλητη και δεν εξαρτάται από τις επιτοκιακές μεταβολές, είτε προς τα πάνω, είτε προς τα κάτω.
Επί της ουσίας, το σταθερό επιτόκιο προσφέρει σιγουριά και προβλεψιμότητα (σταθερή δόση), γεγονός που αποτελεί κέρδος για την ψυχολογία και τον οικογενειακό ή εταιρικό προϋπολογισμό, ακόμα κι αν σε ορισμένες φάσεις είναι το επιτόκιο που καταβάλλεται είναι ακριβότερο από το κυμαινόμενο επιτόκιο.
Όσοι δανειολήπτες έχουν δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο θα πρέπει να αρχίσουν ξανά να παρακολουθούν με αγωνία τις αποφάσεις της ΕΚΤ, γιατί αυτές θα επηρεάζουν τις δόσεις των δανείων τους. Επί της ουσίας, οι προσανατολισμοί της ΕΚΤ αφορούν τους δανειολήπτες που έχουν επιτόκιο συνδεδεμένο με το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζα και το βασικό επιτόκιο της εκάστοτε τράπεζας, το οποίο διαμορφώνεται εσωτερικά και μεταβάλλεται ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και το κόστος καταθέσεων.
Ο τρόπος με τον οποίο οι μεταβολές των επιτοκίων μεταφέρονται στη δόση δεν είναι ίδιος σε όλα τα δάνεια, αλλά εξαρτάται από τη σύμβαση που έχει υπογράψει ο πελάτης. Στα δάνεια που συνδέονται με το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι αλλαγές -αυξήσεις ή μειώσεις- μεταφέρονται άμεσα στη μηνιαία δόση. Στην περίπτωση του Euribor, η αναπροσαρμογή γίνεται με βάση την περίοδο αναφοράς. Σε δάνεια με Euribor εξαμήνου, η δόση διαφοροποιείται κάθε έξι μήνες, ανεξαρτήτως των ενδιάμεσων διακυμάνσεων. Το ίδιο ισχύει τόσο σε περιόδους ανόδου όσο και πτώσης των επιτοκίων.
Τα δεδομένα που έχουμε μέχρι τώρα πείθουν ότι μπήκαμε και πάλι σε τροχιά για αύξηση του κόστους χρήματος στη ζώνη του ευρώ, όπως αυτό αποτυπώνεται στην εξέλιξη των διατραπεζικών δεικτών Εuribor. Αυτό σημαίνει ότι οι δανειολήπτες με δάνεια συνδεδεμένα με το Euribor θα πρέπει να παρακολουθούν το δάνειό τους.
Συγκεκριμένα, το Euribor 3μηνου, από τα επίπεδα του 1,9% που ήταν στις 6 Φεβρουαρίου, στις 31 Μαρτίου αυξήθηκε στο 2.079%. Για παράδειγμα, μια σύμβαση με επιτόκιο σε Euribor 3 μηνών, διαφοροποιείται ως προς τη δόση ανά τρίμηνο. Η τράπεζα υπολογίζει και αλλάζει το επιτόκιο κάθε τρίμηνο, στις ορισμένες ημερομηνίες αναπροσαρμογής που αναφέρει η δανειακή σύμβαση ή, εναλλακτικά, κάθε τρεις μήνες από την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου.
Το Euribor 6μηνου στις 1 Φεβρουαρίου ήταν 2,10%, ενώ στις 31 Μαρτίου ήταν 2,475%. Στις 31 Μαρτίου το Euribor 12μηνου ήταν 2,870% από 2,245% την 1η Φεβρουαρίου. Το Euribor, που αποτελεί τη βάση τιμολόγησης για τα περισσότερα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, έχει ήδη κινηθεί ανοδικά, και αυτό σημαίνει ότι οι δόσεις θα αρχίσουν να αναπροσαρμόζονται προς τα πάνω ανάλογα με την χρονική διάρκεια του Euribor.
Τι προτιμούν
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει η Κεντρική Τράπεζα, σημαντικό ποσοστό των νέων επιχειρηματικών δανείων στην Κύπρο είναι συνδεδεμένα με το επιτόκιο διατραπεζικής αγοράς Euribor, γεγονός που επιτρέπει την ταχεία προσαρμογή των επιτοκίων χορηγήσεων έναντι των αλλαγών στα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ.
Επίσης, παρατηρείται αύξηση του μεριδίου δανείων με σταθερό επιτόκιο μεγαλύτερης διάρκειας (με αρχική περίοδο προσδιορισμού άνω του ενός έτους), το οποίο από μόλις 1% το 2022 ανήλθε σε 35% την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2025. Ταυτόχρονα, το μερίδιο δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο και αρχική περίοδο προσδιορισμού έως ένα έτος υποχώρησε, από 99% το 2022 σε 65% την ίδια περίοδο. Η μετατόπιση αυτή αντανακλά την αυξημένη προτίμηση των επιχειρήσεων για μεγαλύτερη σταθερότητα στο κόστος χρηματοδότησης.
Αντίστοιχα, ενισχύθηκε σημαντικά η χορήγηση νέων στεγαστικών δανείων σταθερού επιτοκίου μεσοπρόθεσμης διάρκειας (αρχική περίοδος προσδιορισμού μεταξύ 1 έως 5 έτη) με πιο ελκυστικά επιτόκια, βάσει των στοιχείων της ΚΤΚ. Η κατηγορία αυτή αποτέλεσε τη μεγαλύτερη σε όγκο κατηγορία νέων χορηγήσεων, αντιπροσωπεύοντας το 64% των νέων στεγαστικών δανείων την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2025.
Οι εξελίξεις αυτές αντικατοπτρίζουν την αυξανόμενη προτίμηση των νοικοκυριών για σταθερότητα στην ανάληψη επιτοκιακού κινδύνου και προβλεψιμότητα στις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Στην Κύπρο, τα στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο συνδέονται κατά βάση με το Euribor (συνήθως 3μήνου ή 6μήνου), το οποίο αποτελεί το βασικό επιτόκιο αναφοράς.
Πώς βλέπουν την κατάσταση οι κεντρικοί τραπεζίτες
Οι νέες προβλέψεις της ΕΚΤ, με την κρίση εν εξελίξει, δείχνουν ότι ο πληθωρισμός θα κινείται με ρυθμό 2,6% στην Ευρωζώνη φέτος, υψηλότερα από τις προηγούμενες εκτιμήσεις.
Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Bloomberg οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής είναι στην πλειοψηφία τους έτοιμοι να αυξήσουν τα επιτόκια στις 30 Απριλίου, αν ο πληθωρισμός συνεχίσει να κινείται ανοδικά.
– Την αύξηση των επιτοκίων τον Απρίλιο, αν αυξηθούν οι πληθωριστικές πιέσεις, υποστηρίζουν τα γεράκια της ΕΚΤ, με τον Γιοαχίμ Νάγκελ, πρόεδρο της Bundesbank, να εκφράζει την άποψη ότι «με τα σημερινά δεδομένα, είναι πιθανό οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τον πληθωρισμό να επιδεινωθούν και οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό να αυξηθούν σε διαρκή βάση, πράγμα που σημαίνει ότι πιθανότατα θα είναι απαραίτητη μια πιο περιοριστική στάση νομισματικής πολιτικής».
– Με τον Νάγκελ συντάσσεται o Γκάμπριελ Μακλούφ, ο Ιρλανδός κεντρικός τραπεζίτης, ο οποίος δεν απέκλεισε την αύξηση των επιτοκίων τον Απρίλιο.
– Ο κεντρικός τραπεζίτης της Κύπρου, Χριστόδουλος Πατσαλίδης, έχει αναφέρει ότι «δεν διαθέτουμε επαρκή πληροφόρηση για να αποφασίσουμε εάν η τρέχουσα κατάσταση πρέπει να θεωρηθεί παροδική ή εάν θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις σχετικά με τα επιτόκια».
– O Φρανσουά Βιλερούα ντε Γκαλό, κεντρικός τραπεζίτης της Γαλλίας, ανέφερε πως «πρέπει να αντιμετωπίσουμε την αβεβαιότητα, να την αντιμετωπίσουμε όσο καλύτερα μπορούμε και να ενεργήσουμε με την ικανότητα να το κάνουμε, όσο χρειάζεται και όταν χρειάζεται».
– Ο Χοσέ Λούις Εσκρίβα, κεντρικός τραπεζίτης της Ισπανίας, σημείωσε ότι η ΕΚΤ είναι «πολύ καλά εξοπλισμένη για να αντιμετωπίσει μια τόσο περίπλοκη κατάσταση».
– Ο κεντρικός τραπεζίτης της Φιλανδίας Όλι Ρεν επεσήμανε πως «το δίλημμα της νομισματικής πολιτικής είναι ότι δεν γνωρίζουμε ακόμη αρκετά για το πόσο θα διαρκέσει η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και ποια θα είναι η κατάσταση για τις οδούς μεταφοράς ενέργειας στο μέλλον, ώστε να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε αξιόπιστα τις πληθωριστικές τους επιπτώσεις».
– Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Κροατίας ανέφερε ότι «η αβεβαιότητα είναι εξαιρετικά υψηλή. Η κατάσταση αλλάζει από μέρα σε μέρα».
– Ο Πρίμοζ Ντόλεντς, κεντρικός τραπεζίτης της Σλοβενίας, είπε ότι «με το ευρύτερο γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον ακόμη πιο αβέβαιο από ό,τι τους τελευταίους μήνες, τα μελλοντικά βήματα του διοικητικού συμβουλίου θα συνεχίσουν να βασίζονται στην αξιολόγηση των προοπτικών του πληθωρισμού και των συναφών κινδύνων».
– Ο Μάρτινς Καζάκς, κεντρικός τραπεζίτης της Λετονίας, σημείωσε «η ομίχλη είναι πολύ πυκνή για να πούμε τι θα συμβεί αύριο». Ο κεντρικός τραπεζίτης της Εσθονίας Μάντις Μίλερ ανέφερε «τώρα έχουμε την ευκαιρία να αξιολογήσουμε λίγο πιο ψύχραιμα ποιος θα είναι ο αντίκτυπος αυτών των γεγονότων στην οικονομία με μεγαλύτερη ακρίβεια».