Η Άμεση Δημοκρατία και ο ΔΗΣΥ συμφώνησαν να προωθήσουν την ανέγερση 10.000 κατοικιών και την αύξηση της κατώτατης σύνταξης στο ύψος του κατώτατου μισθού, δηλαδή στα 1.088 ευρώ. Αυτός, εξάλλου, είναι και ο λόγος, όπως είπαν ο Επικεφαλής της Άμεσης Δημοκρατίας, Φειδίας Παναγιώτου και η Πρόεδρος του ΔΗΣΥ, Αννίτα Δημητρίου, που το νεοσύστατο κόμμα υποστήριξε την υποψηφιότητά της για την Προεδρία της Βουλής.

Ωστόσο, τόσο το θέμα της ανέγερσης κατοικιών όσο και η αύξηση της κατώτατης σύνταξης έχουν προκαλέσει ερωτήματα για το κατά πόσον μπορούν να εφαρμοστούν, αφού πρώτα χρειάζονται σχεδιασμό, κόστος, μελέτες, διαδικασίες, αλλά και συζήτηση με την ίδια την εκτελεστική εξουσία.
Το πρώτο και κύριο σημείο είναι το γεγονός πως η Βουλή δεν δικαιούται να αυξήσει τα έξοδα του κράτους, άρα η αύξηση της κατώτατης σύνταξης δεν εξαρτάται πλήρως από τη Βουλή. Επιπλέον, ούτε το θέμα των 10.000 κατοικιών μπορεί να αποφασιστεί από τη Βουλή.

Το δεύτερο σημείο είναι το κατά πόσον μπορούν να εφαρμοστούν και πότε, αλλά και σε ποιο βαθμό, αυτές οι υποσχέσεις μπορούν να υλοποιηθούν, καθώς, ακόμη και αν με κάποιο τρόπο ΔΗΣΥ και Άμεση Δημοκρατία μπορούσαν να τις προωθήσουν, προκαλείται το ερώτημα πώς θα γίνουν και με ποιον σχεδιασμό.

Αυτό που σχολιάζεται τις τελευταίες ώρες, μετά και την παραδοχή από πλευράς ΔΗΣΥ για αυτή την «άτυπη» συμφωνία μεταξύ των δύο κομμάτων για την υποστήριξη της υποψηφιότητας της Αννίτας Δημητρίου, είναι το κατά πόσον υπάρχει σχεδιασμός ή κάποια μελέτη που να δικαιολογεί τους αριθμούς που έχουν ειπωθεί, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να υλοποιηθούν.

Πολλά ερωτήματα για 10.000 κατοικίες

Σύμφωνα με άτομα του κατασκευαστικού τομέα, η ανέγερση 10.000 κατοικιών και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα, δηλαδή σε 3 με 4 χρόνια, είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, το οποίο, με βάση τα σημερινά δεδομένα και χωρίς την παρουσίαση συγκεκριμένου σχεδιασμού, πρέπει να θεωρείται μη υλοποιήσιμο.

Συγκεκριμένα, όπως ανέφεραν στον «Φ», η κατασκευή 10.000 κατοικιών απαιτεί μεταξύ 1,5 και 2 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή κοντά στα επιπλέον 500 εκατομμύρια τον χρόνο από τα χρήματα που δίνονται ήδη βάσει του σχεδιασμού του κράτους για τη στεγαστική πολιτική.

Εντούτοις, όπως συμπληρώνουν, ακόμη και αν εξασφαλιζόταν αυτή η χρηματοδότηση και διασφαλίζονταν οι οικονομικοί πόροι, δεν σημαίνει αυτομάτως πως ο κατασκευαστικός κλάδος στην Κύπρο θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε τέτοια μεγέθη και ειδικά σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Χαρακτηριστικά, όπως συμπληρώνουν, ο κύκλος εργασιών που εκτελεί σήμερα ο κατασκευαστικός τομέας στην Κύπρο είναι μεταξύ 1,2 και 1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ. Όπως επεξηγούν, η δυνατότητα της κατασκευαστικής βιομηχανίας τον χρόνο είναι σε αυτό το επίπεδο, άρα για να υλοποιηθεί μια τέτοια προσπάθεια θα πρέπει να πολλαπλασιαστεί η δυνατότητα του κλάδου, ο οποίος μάλιστα αντιμετωπίζει και σοβαρά προβλήματα. Τη δεδομένη στιγμή, όπως συμπληρώνουν και χωρίς σοβαρές αλλαγές που θα προηγηθούν οι δυνατότητες για αυτού του είδους τα σχέδια είναι 500 με 1.000 κατοικίες, με υλοποίηση σε δύο χρόνια.

Επιπλέον, άλλος πονοκέφαλος θα ήταν και το πού μπορούν να οικοδομηθούν αυτές οι κατοικίες, καθώς όλες αυτές δεν μπορούν να τοποθετηθούν χωροταξικά στο ίδιο σημείο ή στην ίδια περιοχή, αλλά θα πρέπει, και για κοινωνικούς σκοπούς, να διανεμηθούν σε διάφορες επαρχίες και περιοχές.
Ακόμη, ένα άλλο ερώτημα είναι το πώς θα γίνει η διαχείριση αυτών των κατοικιών. Δηλαδή, ποιοι θα τις πάρουν, με ποια κριτήρια και ποιος θα τις συντηρεί. Όπως επεξηγούν, ακόμη και στην περίπτωση που όλες αυτές οι κατοικίες θα δίνονταν με ενοίκιο, δεν έχει επεξηγηθεί ποιος θα διαχειριζόταν τις εισπράξεις και άλλα θέματα που θα προέκυπταν, λόγω και του μεγάλου αριθμού των κατοικιών.

Επίσης, εντύπωση προκάλεσε στον ίδιο τον τομέα και ο αριθμός των 10.000 κατοικιών, αφού, όπως σημειώνουν, δεν υπάρχει καμία ένδειξη για κάποια μελέτη που να καταδεικνύει ότι υπάρχει δυνατότητα να γίνει μια τέτοια μεγάλη ανάπτυξη ή και το τελικό όφελος που τελικά θα είχε. Όπως είπαν, για παράδειγμα, γιατί αυτός ο αριθμός να μην ήταν 3.000 ή 5.000 ή 15.000 και 20.000.

Σύμφωνα με τους επαγγελματίες του κλάδου, για να υλοποιηθεί μια τέτοια πολιτική θα πρέπει να προηγηθούν πολλά βήματα, τα οποία θα χρειάζονταν χρόνο. Άρα, τα όσα λέγονται για την ανέγερσή τους σε 3 με 4 χρόνια θεωρούν πως είναι απλώς μια υπόσχεση που δεν εδράζεται σε οποιαδήποτε πραγματικά στοιχεία που να έχουν σχέση με τις ανάγκες αλλά και τις δυνατότητες της χώρας.

Ουσιαστικά, ο αριθμός μπορεί να μην είναι εκτός πραγματικότητας, αλλά χωρίς πρώτα να γίνει μελέτη, να βρεθεί συγκεκριμένη γη, να γίνει πολεοδομικός σχεδιασμός, να εξασφαλιστεί χρηματοδότηση, να ληφθούν αποφάσεις από την εκτελεστική εξουσία, να γίνουν οι διαγωνισμοί και διαδικασίες ανάθεσης, να αποφασιστούν τα κριτήρια δικαιούχων και να καταλήξουν σε μηχανισμό διαχείρισης και συντήρησης, τότε οι 10.000 κατοικίες μπορούν να παρουσιαστούν μόνο ως στόχος, αλλά χωρίς μελέτη, χρονοδιάγραμμα, χρηματοδότηση και φορέα υλοποίησης, είναι εξαιρετικά δύσκολα να ληφθούν σοβαρά υπόψιν και να μπορούν να θεωρηθούν εφαρμόσιμη πολιτική.