Γλωσσάρι βασικών στατιστικών όρων για τα χρηματοοικονομικά και νομισματικά μεγέθη παρουσιάζει η Κεντρική Τράπεζα στην ιστοσελίδα της, μετά από προετοιμασία που έγινε από την ΕΚΤ, ώστε να γίνονται κατανοητές οι ορολογίες σε απλή γλώσσα από το ευρύ κοινό.
Ξεκινώντας από τα απλά και από αυτά που συναντάμε πιο τακτικά στις συναλλαγές μας, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο εγχειρίδιο της Κεντρικής Τράπεζας:
- Τι είναι τα επιτόκια; Ο τόκος είναι αυτό που κοστίζει σε κάποιον να δανειστεί χρήματα και αυτό που του αποφέρουν τα χρήματα που αποταμιεύει. Με άλλα λόγια, αν δανειστεί κάποιος χρήματα από μια τράπεζα, ο τόκος είναι το ποσό που πληρώνει για το δάνειο. Αντίθετα, όταν τοποθετεί τα χρήματα σε έναν λογαριασμό αποταμίευσης ή κάνει μια κατάθεση, ο τόκος είναι η απόδοση που λαμβάνει για τις αποταμιεύσεις. Αυτό το κόστος ή η απόδοση εκφράζεται ως ποσοστό επί του ποσού που δανείστηκε ή κατατέθηκε, αναφερόμενο σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Τα συμβόλαια δανείων και καταθέσεων έχουν διαφορετική λήξη και οι πελάτες μπορούν να επενδύουν σε μέσα προστατευμένα από τον πληθωρισμό. Τα επιτόκια μπορεί να είναι ονομαστικά ή πραγματικά, απλά ή σύνθετα, σταθερά ή κυμαινόμενα, μικτά ή καθαρά. Υπάρχει επίσης το ετήσιο ονομαστικό επιτόκιο, καθώς και -ειδικά στα στεγαστικά δάνεια- το ετήσιο επιτόκιο επιβάρυνσης. Πέραν των επιτοκίων δανείων και καταθέσεων, υπάρχουν και οι λεγόμενες «αποδόσεις» (yields) των χρεογράφων, όπως για παράδειγμα των κρατικών ομολόγων.
- Τι είναι το πραγματικό και τι το ονομαστικό επιτόκιο; Το ονομαστικό επιτόκιο είναι το επιτόκιο που συμφωνείται και καταβάλλεται. Για παράδειγμα, είναι το επιτόκιο που πληρώνουν οι ιδιοκτήτες κατοικιών στα στεγαστικά τους δάνεια ή η απόδοση που λαμβάνουν οι αποταμιευτές από τις καταθέσεις τους. Οι δανειολήπτες πληρώνουν το ονομαστικό επιτόκιο, ενώ οι αποταμιευτές το εισπράττουν. Αλλά αυτό το ονομαστικό ποσό δεν είναι το μόνο που έχει σημασία για τους δανειολήπτες και τους αποταμιευτές. Τους ενδιαφέρει επίσης η αγοραστική δύναμη, δηλαδή τα αγαθά, οι υπηρεσίες και τα άλλα προϊόντα που μπορούν να αγοράσουν με τα χρήματά τους.
- Η αγοραστική δύναμη τείνει να μειώνεται με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι τιμές αυξάνονται λόγω του πληθωρισμού. Λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό, μπορούμε να δούμε το πραγματικό κόστος του δανεισμού και την πραγματική απόδοση των αποταμιεύσεων. Ο τύπος για τον υπολογισμό του πραγματικού επιτοκίου είναι: Πραγματικό επιτόκιο = ονομαστικό επιτόκιο – πληθωρισμός.
- Τι είναι το AAR και το APRC; Το AAR είναι το επιτόκιο που συμφωνείται ατομικά μεταξύ μιας τράπεζας και των πελατών της. Μπορεί μερικές φορές να αποκλίνει από τα διαφημιζόμενα επιτόκια, καθώς τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις ενδέχεται να μπορούν να διαπραγματευτούν καλύτερους όρους από αυτούς που έχουν ανακοινωθεί. Τα τραπεζικά επιτόκια μετατρέπονται σε ετήσια βάση και εκφράζονται ως ετήσιο ποσοστό. Το APRC είναι το πραγματικό επιτόκιο δανεισμού, το οποίο αντιπροσωπεύει το συνολικό κόστος ενός δανείου για τον καταναλωτή. Εκτός από το επιτόκιο, περιλαμβάνει και άλλες χρεώσεις, όπως ασφάλιστρα και προμήθειες.
- Τι σημαίνει «νέες συμβάσεις» στο πλαίσιο των στατιστικών στοιχείων επιτοκίων; Οι υφιστάμενες συμβάσεις καταθέσεων και δανείων που ανανεώνονται αυτόματα -δηλαδή χωρίς την ενεργή συμμετοχή του πελάτη και χωρίς καμία επαναδιαπραγμάτευση των όρων και προϋποθέσεων της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένου του επιτοκίου- δεν θεωρούνται νέες συμβάσεις.
Τα στατιστικά στοιχεία τραπεζικών επιτοκίων για νέες συμβάσεις αντικατοπτρίζουν επομένως τις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης στις αγορές καταθέσεων και δανείων κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, λαμβάνοντας υπόψη τον ανταγωνισμό με άλλους τύπους χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και προϊόντων. Τα επιτόκια που επιβάλλονται σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια ή σε δάνεια για αναδιάρθρωση χρέους που χορηγούνται με όρους χαμηλότερους από τους όρους της αγοράς δεν περιλαμβάνονται σε αυτά τα στατιστικά στοιχεία.