Στη δημόσια συζήτηση για την ηλεκτρική διασύνδεση GSI, που αποτελεί Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος της EE, ακούγονται συχνά απόλυτες διατυπώσεις για δισεκατομμύρια κόστους ή υποτιθέμενες αυτόματες επιβαρύνσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρισμού.
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και πολύ πιο ρυθμισμένη, επειδή στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος η ανάκτηση του κόστους δεν γίνεται ούτε αυθαίρετα ούτε μονοσήμαντα, αλλά μέσα από συγκεκριμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο, που συνδυάζει τα έσοδα της αγοράς, τα ρυθμιζόμενα τιμολόγια και τον μηχανισμό διασυνοριακής κατανομής κόστους, τον γνωστό CBCA (cross boarder cost allocation).
Αυτό έχει σημασία, διότι η συζήτηση για ένα έργο όπως το GSI δεν μπορεί να γίνεται μόνο με έναν μεγάλο συνολικό αριθμό. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς «πόσο κοστίζει», αλλά ποιος ωφελείται, ποιο μέρος του κόστους αναλαμβάνει κάθε χώρα, πόσο καλύπτεται από την ίδια τη λειτουργία της διασύνδεσης και ποιο, τελικά, μένει να ανακτηθεί μέσω των τιμολογίων.
Χορηγίες και καθαρό ποσό
Στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος, το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο προβλέπει ότι το κόστος του έργου πρώτα μειώνεται με τυχόν ευρωπαϊκές χορηγίες ή επιχορηγήσεις, ώστε να απομένει μόνο το καθαρό ποσό που πρέπει να ανακτηθεί ρυθμιστικά.
Στη συνέχεια, η ανάκτηση του υπολειπόμενου κόστους γίνεται σε δύο στάδια:
1. Αρχικά μέσω της ίδιας της αγοράς ηλεκτρισμού, δηλαδή από τα έσοδα που προκύπτουν από τη διάθεση διασυνοριακής μεταφορικής ικανότητας (congestion rents), σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/943 και μόνο για ό,τι δεν καλυφθεί από την αγορά ηλεκτρισμού ενεργοποιείται ο μηχανισμός διασυνοριακής κατανομής κόστους (CBCA).
Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/869 για τα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος προβλέπει ότι, μέσω του CBCA, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές κατανέμουν το εναπομένον κόστος ενός έργου ανάμεσα στις χώρες που αποκομίζουν καθαρό όφελος από αυτό και η λογική είναι απλή. Το καθαρό κόστος που μένει μετά τις χορηγίες και τα έσοδα αγοράς ακολουθεί το όφελος και όχι απλώς τη γεωγραφία του έργου.
Γιατί 63% και 37%
Αυτό ακριβώς αποτυπώθηκε και στην περίπτωση της διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου στο σχετικό CBCA. Με βάση τις τότε μελέτες και τον επενδυτικό φάκελο που υποβλήθηκε σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2022/869, οι ρυθμιστικές αρχές έκριναν ότι και οι δύο χώρες αποκομίζουν καθαρό όφελος από το έργο, αλλά σε διαφορετικό βαθμό. Για τον λόγο αυτό, το κόστος του τμήματος Κύπρος-Κρήτη δεν κατανέμεται ισόποσα, αλλά επιμερίζεται σε αναλογία 63% για την Κύπρο και 37% για την Ελλάδα.
Η αναλογία αυτή δεν σημαίνει ότι η μία χώρα καταβάλλει άμεσα το αντίστοιχο ποσό σε μετρητά, ούτε ότι το σύνολο της επιβάρυνσης μετακυλίεται αυτομάτως στον οικιακό καταναλωτή. Σημαίνει ότι, για το διασυνοριακό σκέλος του έργου, το επιλέξιμο κόστος ανάκτησης κατανέμεται μεταξύ των δύο χωρών με βάση τα καθαρά οφέλη που προσδιορίστηκαν στις σχετικές μελέτες.
Ένα παράδειγμα ανάκτησης
Με πιο απλά λόγια, αν για σκοπούς παραδείγματος θεωρηθεί ότι το ετήσιο επιτρεπόμενο έσοδο που πρέπει να ανακτηθεί για ένα συγκεκριμένο έτος είναι 10 εκατομμύρια ευρώ, τότε με την απλουστευμένη λογική (που ακούμε συχνά στη δημόσια συζήτηση) του 63%-37%, τα 6,3 εκατομμύρια ευρώ θα αντιστοιχούσαν στη μία πλευρά και τα 3,7 εκατομμύρια ευρώ στην άλλη. Αυτό όμως εξακολουθεί να μην σημαίνει ότι αυτά τα ποσά μετατρέπονται αυτομάτως και εξ ολοκλήρου σε χρέωση λογαριασμού, διότι προηγείται η συνεισφορά των εσόδων από την αγορά ηλεκτρισμού.
Ο τρόπος ανάκτησης είναι διπλός. Πρώτα υπολογίζεται το ετήσιο επιτρεπόμενο έσοδο, δηλαδή το ποσό που πρέπει να ανακτήσει ο φορέας του έργου μέσα σε ένα έτος, ώστε να καλύψει λειτουργικά έξοδα, αποσβέσεις και εύλογη απόδοση επί της ρυθμιζόμενης βάσης ενεργητικού.
Στη συνέχεια αφαιρούνται τα έσοδα που προκύπτουν από την ίδια τη λειτουργία της διασύνδεσης, κυρίως από τις δημοπρασίες μεταφορικής ικανότητας. Αν τα έσοδα της αγοράς είναι αρκετά υψηλά, μειώνουν το ποσό που απομένει να ανακτηθεί από τα ρυθμιζόμενα τιμολόγια. Αν είναι χαμηλά, το υπόλοιπο ανακτάται μέσω των χρεώσεων δικτύου σύμφωνα με το εθνικό ρυθμιστικό πλαίσιο κάθε χώρας. Το κάθε κράτος μέλος καθορίζει τη δική του απαίτηση εσόδου για να καλύψει λειτουργικά έξοδα και το μερίδιο του κεφαλαιουχικού κόστους που του αναλογεί, αφού ληφθούν υπόψη τα έσοδα από πωλήσεις δυναμικότητας και τυχόν επιχορηγήσεις.
Με αυτόν τον μηχανισμό, η αγορά αναλαμβάνει -πρώτη- μέρος του βάρους και τα τιμολόγια καλύπτουν μόνο το υπόλοιπο. Αυτός είναι και ο λόγος που οι απόλυτες τοποθετήσεις του τύπου «τόσο κοστίζει, άρα τόσο θα πληρώσει ο καταναλωτής» είναι παραπλανητικές. Μεσολαβούν η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, η διάθεση διασυνοριακής μεταφορικής ικανότητας, η επιμερισμένη κατανομή ανά χώρα και η εθνική ρυθμιστική μεθοδολογία ανάκτησης.
Ο ρόλος της αγοράς
– Ας θεωρηθεί ότι για ένα έτος το επιτρεπόμενο έσοδο που πρέπει να ανακτηθεί είναι 10 εκατομμύρια ευρώ. Αν μέσα από την αγορά ηλεκτρισμού η διασύνδεση αποφέρει επίσης 10 εκατομμύρια ευρώ, τότε το επιτρεπόμενο έσοδο καλύπτεται πλήρως από την αγορά και δεν απομένει τίποτε να ανακτηθεί από τα τιμολόγια. Σε αυτή την περίπτωση, ο καταναλωτής ωφελείται χωρίς πρόσθετη άμεση επιβάρυνση από το συγκεκριμένο σκέλος του μηχανισμού.
– Αν, όμως, η αγορά ηλεκτρισμού αποφέρει μόνο 7 εκατομμύρια ευρώ, τότε μένει ένα υπόλοιπο 3 εκατομμύρια ευρώ προς ανάκτηση. Αυτό το ποσό δεν κατανέμεται αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με το ποσοστό του CBCA. Με υπόθεση αναλογίας 63%-37%, περίπου 1.89 εκατομμύρια ευρώ αντιστοιχούν στη μία χώρα και περίπου 1.11 εκατομμύρια ευρώ στην άλλη. Το ποσό αυτό είναι που μπορεί να περάσει στα ρυθμιζόμενα τιμολόγια, όχι ολόκληρο το ετήσιο επιτρεπόμενο έσοδο.
– Αντίστροφα, αν η αγορά αποδώσει 13 εκατομμύρια ευρώ ενώ το επιτρεπόμενο έσοδο είναι 10 εκατομμύρια ευρώ, τότε υπάρχει υπερκάλυψη κατά 3 εκατομμύρια ευρώ. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν νοείται πρόσθετη επιβάρυνση των χρηστών για το ίδιο έτος και το πλεόνασμα, αναλόγως του ρυθμιστικού πλαισίου, μπορεί να συμψηφιστεί ή να ληφθεί υπόψη προς όφελος των χρηστών.
Συνολικό κόστος – συνολικό όφελος
Ο μηχανισμός CBCA επηρεάζει τον τελικό λογαριασμό ηλεκτρισμού όχι με έναν απλό και γραμμικό τρόπο, αλλά μέσω της κατανομής του μέρους του κόστους που επιτρέπεται να ανακτηθεί σε κάθε χώρα. Το αποτέλεσμα στην τελική τιμή ηλεκτρισμού εξαρτάται από το αν η διασύνδεση μειώνει άλλες χρεώσεις του συστήματος. Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό σημείο της δημόσιας συζήτησης.
Μια διασύνδεση μπορεί να αυξάνει ένα επιμέρους ρυθμιζόμενο τέλος και ταυτόχρονα να μειώνει το συνολικό κόστος ηλεκτρισμού μέσα από χαμηλότερες τιμές χονδρικής, μεγαλύτερη ασφάλεια εφοδιασμού, περιορισμό ακριβών εφεδρειών και καλύτερη αξιοποίηση της αγοράς. Γι’ αυτό και η σωστή αξιολόγηση δεν γίνεται με έναν απομονωμένο αριθμό, αλλά με τη σύγκριση συνολικού κόστους και συνολικού οφέλους.
Η ουσία είναι ότι η ηλεκτρική διασύνδεση δεν πρέπει να αξιολογείται με έναν αποσπασματικό αριθμό, αλλά με βάση το συνολικό της αποτύπωμα στο σύστημα. Το κόστος της μειώνεται πρώτα από τις χορηγίες, στη συνέχεια από τα έσοδα της αγοράς και μόνο για το υπόλοιπο ενεργοποιείται η ρυθμιστική ανάκτηση.
Έτσι, το βάρος κατανέμεται με βάση το όφελος, ενώ οι καταναλωτές κρίνεται τελικά να ωφελούνται όχι μόνο από το πώς μοιράζεται το κόστος, αλλά και από το πώς η διασύνδεση συμβάλλει σε πιο σταθερές, πιο ανταγωνιστικές και πιο ασφαλείς τιμές ηλεκτρισμού.
* Καθηγητής Ενεργειακών Συστημάτων
Frederick University, πρώην πρόεδρος ΡΑΕΚ