Η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης συνοδεύτηκε από σειρά προβλημάτων, αρκετά από τα οποία παραμένουν άλυτα δύο χρόνια μετά την εφαρμογή της. Την ίδια ώρα, η Βουλή, η οποία έχει την ευθύνη του κοινοβουλευτικού ελέγχου των κρατικών δαπανών, καλεί το κράτος να συνεχίσει να στηρίζει οικονομικά τη μεταρρύθμιση, με το κόστος να μετακυλίεται στους φορολογούμενους.

Σε συνέχεια του ρεπορτάζ της Κυριακής για τις στρεβλώσεις που καταγράφονται στη μεταρρύθμιση, εξετάζουμε μία ακόμη πτυχή, η οποία επιβαρύνει τους φορολογούμενους. 

Με την εφαρμογή της μεταρρύθμισης, αρμοδιότητες και τέλη, όπως εκείνα που αφορούν την ύδρευση και την αποχέτευση, μεταφέρθηκαν στους Επαρχιακούς Οργανισμούς Αυτοδιοίκησης. Στους ΕΟΑ μεταφέρθηκε επίσης η αρμοδιότητα έκδοσης πολεοδομικών και οικοδομικών αδειών, την οποία είχαν προηγουμένως οι τοπικές αρχές.

Μαζί με την αρμοδιότητα μεταφέρθηκαν και τα σχετικά έσοδα, τα οποία πλέον καταλήγουν στους ΕΟΑ αντί στους δήμους. Για την κάλυψη της απώλειας αυτών των εσόδων, συμφωνήθηκε όπως το κράτος καταβάλλει αποζημίωση στους δήμους.

Το ζήτημα που προκύπτει είναι ότι οι πολίτες εξακολουθούν να καταβάλλουν κανονικά τα τέλη για την έκδοση των αδειών, με τη διαφορά ότι τα ποσά εισπράττονται πλέον από τους ΕΟΑ. Παράλληλα, το κράτος αποζημιώνει τους δήμους για τα έσοδα που απώλεσαν λόγω της μεταφοράς της συγκεκριμένης αρμοδιότητας.

Οι ΕΟΑ εισπράττουν τα έσοδα από τις πολεοδομικές και οικοδομικές άδειες, στο πλαίσιο της προσπάθειας να καταστούν οικονομικά αυτοτελείς. Την ίδια ώρα, όμως, οι δήμοι λαμβάνουν κρατική αποζημίωση για την απώλεια των ίδιων εσόδων.

Αυτό εξάλλου αναφέρεται και στα επίσημα έγγραφα, αφού η κρατική χορηγία για τους Δήμους χωρίζεται ως εξής:

Τα 144 εκατομμύρια ευρώ θα περιλαμβάνουν την κρατική χορηγία ύψους 117 εκατομμυρίων ευρώ, 15 εκατομμύρια ευρώ για τη συντήρηση δρόμων και 12 εκατομμύρια ευρώ ως αντιστάθμισμα για την απώλεια εσόδων από τις αδειοδοτήσεις.

Το επιπρόσθετο κόστος για το κράτος, που ανέρχεται σε 12 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, με βάση τον αριθμό των νοικοκυριών της τελευταίας απογραφής, αντιστοιχεί σε επιβάρυνση μεταξύ €30 και €34 τον χρόνο για κάθε σπίτι.

Το ερώτημα της εφαρμογής

Η ανάγκη μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν αμφισβητείται. Το ερώτημα που τίθεται αφορά τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε. Τα οικονομικά δεδομένα δείχνουν ότι, δύο χρόνια μετά, εξακολουθούν να υπάρχουν κενά, ενώ οι σχετικές δαπάνες αυξάνονται.

Από την πλευρά τους, εκπρόσωποι των τοπικών αρχών υποστηρίζουν ότι απαιτείται περισσότερος χρόνος, ώστε το νέο σύστημα να λειτουργήσει πλήρως και να καταστούν ορατά τα οφέλη για τους πολίτες. Σύμφωνα με τους ίδιους, το κράτος θα έπρεπε να προχωρήσει, για παράδειγμα, με σχέδιο αποζημιώσεων για τους εργαζόμενους στις τοπικές αρχές, ώστε να μειωθούν οι δαπάνες για το προσωπικό.

Παραμένει, ωστόσο, το ερώτημα κατά πόσο τα προβλήματα που ήταν γνωστό ότι θα προέκυπταν θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπιστεί πριν από την εφαρμογή της μεταρρύθμισης. Η Βουλή είχε τη δυνατότητα είτε να αναβάλει την εφαρμογή, είτε να ζητήσει αλλαγές στον σχεδιασμό, όπως έχει πράξει και σε άλλες περιπτώσεις μεταρρυθμίσεων ή αλλαγών.

Η πολιτεία είχε παρουσιάσει τη μεταρρύθμιση ως αλλαγή που θα απέφερε οφέλη στους πολίτες. Μέχρι στιγμής, όμως, τα στοιχεία που μπορούν να υπολογιστούν με σαφήνεια αφορούν κυρίως πρόσθετο κόστος και διαμάχες μεταξύ Δήμων και Υπουργείου Εσωτερικών.

Άγνωστο πότε θα δούμε τα οφέλη

Μέχρι στιγμής, ουδείς φαίνεται να γνωρίζει πότε θα γίνουν αισθητά προς τους πολίτες τα οικονομικά και λειτουργικά οφέλη της μεταρρύθμισης.

Δήμαρχοι και εκπρόσωποι των νέων οργανισμών αποδίδουν μέρος των προβλημάτων στην ανεπαρκή, όπως ισχυρίζονται, προετοιμασία του κράτους και του Υπουργείου Εσωτερικών.

Ωστόσο, η επάρκεια της προετοιμασίας και η βιωσιμότητα του σχεδιασμού αποτελούσαν ζητήματα που θα έπρεπε να είχαν αξιολογηθεί πριν από την ψήφιση της σχετικής νομοθεσίας και την εφαρμογή της μεταρρύθμισης. 

Εάν αυτά ήταν γνωστά, τότε θα πρέπει να απαντηθεί γιατί προχώρησαν με την εφαρμογή ενός συστήματος που για τους πολίτες μέχρι στιγμής μεταφράζεται σε επιπλέον κόστος κι όχι σε όφελος.