Η επιδείνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος στη Μέση Ανατολή, η κλιματική αλλαγή, οι κυβερνοαπειλές και οι πρόσφατες αλλαγές στο νομικό πλαίσιο των εκποιήσεων συνθέτουν το βασικό σκηνικό κινδύνων για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα της Κύπρου, σύμφωνα με την έκθεση Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, που δημοσιεύθηκε την Τρίτη.

Συνολικά, η έκθεση καταλήγει στην εκτίμηση ότι το κυπριακό χρηματοοικονομικό σύστημα παραμένει ισχυρό και επαρκώς θωρακισμένο, ωστόσο το εξωτερικό περιβάλλον εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από αυξημένη αβεβαιότητα και αναδυόμενους κινδύνους.

Ως εκ τούτου, η διατήρηση ισχυρών κεφαλαίων και αποθεμάτων ρευστότητας, η συστηματική ενσωμάτωση γεωπολιτικών, μακροοικονομικών, κλιματικών και κυβερνοκινδύνων στη διαδικασία λήψης στρατηγικών αποφάσεων, η ενίσχυση της εταιρικής διακυβέρνησης, καθώς και η συνέχιση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και της ανθεκτικότητας της κυπριακής οικονομίας έναντι μελλοντικών κραδασμών.

Η Κεντρική Τράπεζα επισημαίνει ότι η εντατικοποίηση των συγκρούσεων στις αρχές του 2026 προκάλεσε σοβαρές διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ και επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, οδηγώντας σε έντονη μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και σε άνοδο των τιμών της ενέργειας. Οι εξελίξεις αυτές, σύμφωνα με την έκθεση, ενίσχυσαν τις πληθωριστικές πιέσεις, επιβάρυναν τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης και αύξησαν την αβεβαιότητα στις διεθνείς χρηματοοικονομικές αγορές.

Παρά την προκαταρκτική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στις 16 Ιουνίου 2026, η ΚΤΚ εκτιμά ότι η κατάσταση παραμένει εύθραυστη, καθώς η εφαρμογή της συμφωνίας και η βιωσιμότητά της εξακολουθούν να είναι αβέβαιες, καθώς εξακολουθούν να σημειώνονται επιθέσεις, λειτουργώντας ως καταλύτης για την υλοποίηση συστημικών κινδύνων.

Ως εκ τούτου, σημειώνεται, οι συνολικές επιπτώσεις στην οικονομία και τη χρηματοοικονομική σταθερότητα θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από την ένταση και τη διάρκεια των συγκρούσεων, καθώς και από την έκταση των έμμεσων και δευτερογενών επιδράσεών τους.

Κλιματική αλλαγή και λειψυδρία

Παράλληλα, σημειώνεται ότι οι νεοαναδυόμενοι κίνδυνοι που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, τόσο μέσω φυσικών φαινομένων όσο και μέσω της διαδικασίας μετάβασης προς ένα πιο βιώσιμο πρότυπο ανάπτυξης, ενισχύουν τη βαρύτητά τους, τόσο στο εγχώριο περιβάλλον όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εξελίξεις αυτές διαμορφώνουν ένα πιο σύνθετο και αβέβαιο περιβάλλον κινδύνου, με δυνητικά αρνητικές επιπτώσεις για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα.

Στην έκθεση αναφέρεται ότι στην Κύπρο η λειψυδρία εξακολουθεί να αποτελεί βασική διάσταση του φυσικού κινδύνου, παρά τη συγκυριακή βελτίωση των υδρολογικών συνθηκών στις αρχές του 2026. Οι ακραίες κλιματικές συνθήκες που επικράτησαν εντός του 2025, συμπεριλαμβανομένων της παρατεταμένης ξηρασίας και των έντονων καυσώνων, οι οποίοι συνέτειναν, μεταξύ άλλων στην εκδήλωση φυσικών καταστροφών, όπως οι πυρκαγιές στην επαρχία Λεμεσού, ανέδειξαν εκ νέου ότι τα ακραία φυσικά γεγονότα δύνανται να επηρεάσουν άμεσα την αξία των εξασφαλίσεων, τις ασφαλιστικές απαιτήσεις και τη χρηματοοικονομική θέση των επηρεαζόμενων νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ενισχύοντας τους κινδύνους για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα.

Οι καύσωνες στην Ευρώπη

Η έκθεση αναφέρεται και στις τελευταίες εξελίξεις στην Ευρώπη. Τα πρόσφατα επεισόδια ακραίων θερμοκρασιών στην Ευρώπη ανέδειξαν εκ νέου ότι οι καύσωνες συγκαταλέγονται πλέον στους σημαντικότερους φυσικούς κινδύνους, με πιθανές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα, την παραγωγικότητα, τις υποδομές, την κατανάλωση ενέργειας και τις ασφαλιστικές απαιτήσεις.

Οι εξελίξεις αυτές υπογραμμίζουν ότι, σε ένα περιβάλλον επιταχυνόμενης κλιματικής αλλαγής, η προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες καθίσταται ολοένα πιο σημαντική για την αξιολόγηση των φυσικών κινδύνων και των πιθανών επιπτώσεών τους στη χρηματοοικονομική σταθερότητα.

Ιδιαίτερη προσοχή αποδίδεται στις πρόσφατες αλλαγές στο πλαίσιο εκποιήσεων, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την κουλτούρα πληρωμών, τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και τις προσδοκίες ανάκτησης των πιστωτικών ιδρυμάτων. Παρότι οι τροποποιήσεις αποσκοπούν στην προστασία των δανειοληπτών, ενδέχεται να οδηγήσουν σε αυστηρότερα δανειοδοτικά κριτήρια, υψηλότερο κόστος δανεισμού, αποτελέσματα αντίθετα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό τους.