Δύο μήνες μετά τα πρόσθετα εργαλεία που απέκτησαν οι δανειολήπτες για να προστατεύσουν το ακίνητο τους πλειστηριασμό και εκποίηση, ελάχιστοι δανειολήπτες απευθύνθηκαν στον Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσης.

Κάτι το οποίο αυξάνει τους φόβους για εκ νέου αποτυχία του μέτρου, όπως έγινε το 2023, όταν διευρύνθηκαν οι αρμοδιότητες της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου.

Σύμφωνα με πληροφορίες του «Φ», το ισχνό ενδιαφέρον των δανειοληπτών για να προσφύγουν στην Επίτροπο για την επαλήθευση του χρέους των οφειλετών αλλά και για την προσφυγή στη δικαιοσύνη οφείλεται σε σειρά περιορισμών στη νομοθεσία.

Συγκεκριμένα, περιορισμένος αριθμός δανειοληπτών μπορούν να επωφεληθούν των εργαλείων που παρέχονται μέσω του Φορέα, καθώς, είτε έχουν απόφαση Δικαστηρίου για την υπόθεση τους, είτε εκκρεμεί αγωγή ενώπιον της Δικαιοσύνης.

Σημειώνεται πως η ενδυνάμωση του νομικού πλαισίου για τις εκποιήσεις, που έγινε τον περασμένο Απρίλιο από την προηγουμένη Βουλή, κινείται σε τρεις κατευθύνσεις και σκοπό έχει την επιβράδυνση των διαδικασιών εκποίησης, την προστασία της κύριας κατοικίας, καθώς και το πάγωμα των εκποιήσεων. Η αξιοποίηση του νέου πλαισίου μπορεί να γίνει είτε μέσω του Φορέα, είτε μέσω του πλαισίου αφερεγγυότητας, είτε μέσω των δικαστηρίων.

Η ενδυνάμωση του Φορέα

Στο κομμάτι που αφορά τον Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών, η νέα νομοθεσία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου και με αυτήν ενισχύονται οι εξουσίες της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου. Πλέον, οι αποφάσεις της Επιτρόπου είναι δεσμευτικές για ποσά μέχρι €20.000, ενώ παράλληλα μπορεί να γίνει προσβολή των αποφάσεων μέσω του δικαστηρίου.

Παράλληλα, εφαρμόζονται μηχανισμοί επιβολής συμμόρφωσης με τις δεσμευτικές αποφάσεις, μέσω διοικητικών προστίμων αλλά και προσφυγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο.

Επιπρόσθετα, ο επιλέξιμος οφειλέτης μπορεί να υποβάλει παράπονο στον Φορέα για επιβεβαίωση του οφειλόμενου χρέους. Αξίζει να σημειωθεί ότι, σε περίπτωση που τα δύο μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία με βάση την απόφαση της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου, θα μπορούν να απευθύνονται σε σύμβουλο αφερεγγυότητας. Κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης διαδικασίας, αναστέλλονται οι εκποιήσεις για περίοδο 60 ημερών. Σημειώνεται πως ο δανειολήπτης μπορεί να υποβάλει παράπονο όταν λάβει την ειδοποίηση Τύπου «Ι» και «ΙΑ», ενώ του δίνεται και δυνατότητα διευθέτησης της οφειλής.

Απέτυχε ο προηγούμενος μηχανισμός

Ουσιαστικά, η νέα νομοθεσία που αφορά τον Φορέα αποτελεί μετεξέλιξη του πλαισίου του Δεκεμβρίου του 2023, το οποίο απέτυχε, καθώς ήταν περιορισμένο το ενδιαφέρον για επιβεβαίωση του χρέους πριν εκποίηση.

Στοιχεία που εξασφάλισε ο «Φ» δείχνουν πως πέρσι καταγράφηκε μείωση των παραπόνων από πολίτες κατά των τραπεζών αλλά και των εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων. Το περιορισμένο ενδιαφέρον, όπως πληροφορούμαστε, συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τη χαμηλή αξιοποίηση της διαδικασίας επιβεβαίωσης του απαιτούμενου ενυπόθηκου χρέους από επιλέξιμους οφειλέτες, πριν από την εκποίηση, παρά τη σχετική διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου.

Το 2025 υποβλήθηκαν μόλις έξι αιτήματα, σε σχέση με 14 το 2024, ενώ από την ημέρα εφαρμογής της ρύθμισης εξετάστηκε επί της ουσίας μόνο μια υπόθεση, καθώς η πλειοψηφία των αιτημάτων δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου, δηλαδή εκκρεμούσαν δικαστικές διαδικασίες ή άλλοι λόγοι.

Τα συγκεκριμένα δεδομένα καταδεικνύουν πως ο προηγούμενος θεσμικός μηχανισμός δεν είχε αποκτήσει την απαιτούμενη λειτουργική αποτελεσματικότητα, για να επιτελεί τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Μάλιστα, κατά τη φειδωλή εφαρμογή του, έχουν αναδειχθεί πρακτικά και θεσμικά κενά, τα οποία, περιόριζαν την ουσιαστική δυνατότητα των οφειλετών να ασκήσουν αποτελεσματικά τα δικαιώματά τους, ειδικά σε σχέση με τη δυνατότητα πραγματικής διευθέτησης των οφειλών μετά την έκδοση δεσμευτικής απόφασης της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου για το πραγματικό ύψος του απαιτητού ποσού.

Σύμφωνα με τον Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών, η επιβεβαίωση του χρέους οδηγεί συχνά σε διαφοροποίηση ή και σε ουσιώδη μείωση του απαιτητού ποσού, γεγονός που μπορεί να μεταβάλει ουσιωδώς τη δυνατότητα του οφειλέτη να προβεί σε ρύθμιση ή εξόφληση της οφειλής του. Υποδεικνύεται επίσης πως η πρόβλεψη εύλογου και θεσμικά κατοχυρωμένου χρονικού διαστήματος μετά την αποδοχή της απόφασης καθίσταται αναγκαία, προκειμένου να δοθεί πραγματική δυνατότητα στα μέρη να επιδιώξουν ουσιαστική διευθέτηση των οφειλών, πριν από την ολοκλήρωση μη αναστρέψιμων διαδικασιών εκποίησης.

Πάντως, ο Φορέας πριν τις πρόσφατες αλλαγές του νόμου, είχε προτείνει ενίσχυση  και βελτίωση κάποιων πτυχών του πλαίσιου, κάποιες από τις οποίες έγιναν αποδεχτές.

Ακόμη δεν ξεκαθάρισαν οι άλλες πτυχές

Σε σχέση με την πτυχή της νομοθεσίας που αφορούν την αναστολή των πλειστηριασμών, την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και την αξιοποίηση του πλαισίου αφερεγγυότητας, δεν υπάρχουν ακόμη συγκεντρωτικά στοιχεία, τα οποία, σύμφωνα με αρμόδια πηγή, θα ξεκαθαρίσουν τους επόμενους μήνες.

Με βάση το νέο πλαίσιο, ενισχύθηκε η πρόσβαση στη Δικαιοσύνη, ενώ οι εκποιήσεις θα παγώνουν πέρα των 12 μηνών μέχρι το δικαστήριο να λάβει την τελική του απόφαση. Μέσω της συγκεκριμένης ρύθμισης, προστατεύονται οι δανειολήπτες αλλά και οι εγγυητές για διαφορές ενυπόθηκων δανείων.

Την ίδια ώρα, απαγορεύεται στους πιστωτές να απαιτούν πρόσθετες εξασφαλίσεις από τους δανειολήπτες, όταν η υποθήκη του ακινήτου που εξασφαλίζει το στεγαστικό δάνειο, σε συνδυασμό με την πιστοληπτική ικανότητα, υπερκαλύπτει το ποσό του δανείου.

Αναφορικά με τις ρυθμίσεις που αφορούν το πλαίσιο αφερεγγυότητας, μεταξύ άλλων διατηρείται η υποχρέωση ώστε η τιμή του πλειστηριασμού να μην μπορεί να τεθεί κάτω από το 50% της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Επίσης, ενδυναμώνεται η θέση των οφειλετών και αίρονται στρεβλώσεις στα προσωπικά σχέδια αποπληρωμής ενώ αξία της κύριας κατοικίας αυξήθηκε στις €400χιλ. για όσα αφερέγγυα πρόσωπα ενταχθούν στα σχέδια.

Συστάσεις από την ΕΚΤ και την Κεντρική

Και όλα αυτά, την ώρα που η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ), στην έκθεση Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας για 2025 προχωρεί σε προειδοποιήσεις πως οι πρόσφατες αλλαγές που έγιναν στις νομοθεσίες επαναφέρουν το πλαίσιο των εκποιήσεων σε ρυθμίσεις πριν από το 2018, όταν είχαν επιταχυνθεί οι διαδικασίες των πλειστηριασμών.

Όπως σημειώνει η ΚΤ, οι νέες ρυθμίσεις αποδυναμώνουν την αποτελεσματική λειτουργία του πλαισίου των εκποιήσεων. Παράλληλα, τονίζει πως οι τροποποίησεις οδηγούν σε δυνητικά ατέρμονες δικαστικές διαδικασίες και, κατ’ επέκταση, στην επιμήκυνση της περιόδου ρευστοποίησης των εξασφαλίσεων, κάτι που θα επηρεάσει δυσμενώς την ανακτήσιμη αξία των εξασφαλίσεων, αυξάνοντας τη ζημιά σε περίπτωση αθέτησης. Υποδεικνύει, επίσης πως εξαιτίας του σημαντικού ποσοστού των χορηγήσεων που εξασφαλίζονται με ακίνητη περιουσία, η αύξηση αυτή δύναται να οδηγήσει, μεταξύ άλλων, σε αυξημένες προβλέψεις και πιθανές κεφαλαιακές ανάγκες.

Στο μεταξύ, σε προειδοποιήσεις προχώρησε πριν από μερικούς μήνες και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στήνοντας μπλόκο στις αλλαγές. Μάλιστα, στη γνωμοδότηση της η ΕΚΤ υποδείκνυε πως, πριν από την έγκριση των νομοθεσιών, θα πρέπει να ζητείται η γνώμη της ΕΚΤ, τονίζοντας την ανάγκη διενέργειας εκτίμησης επιπτώσεων.

Έκανε λόγο και για επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στον τραπεζικό τομέα, καθώς και για επιδράσεις στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Τέλος, σημείωνε πως οι τροποποιήσεις δύνανται να διαβρώσουν την οικονομική πειθαρχία και να υπονομεύσουν την κουλτούρα πληρωμών, τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και τα δημόσια οικονομικά, οδηγώντας παράλληλα σε αυστηρότερα δανειοδοτικά κριτήρια και στην αύξηση των επιτοκίων των ενυπόθηκων δανείων.