Επιπρόσθετα εργαλεία απέκτησαν από την 1η Ιουνίου οι δανειολήπτες, προκειμένου να προστατεύσουν το ακίνητό τους, το οποίο αποτελεί εξασφάλιση σε στεγαστικό δάνειο. Συγκεκριμένα, από την περασμένη Δευτέρα βρίσκεται σε ισχύ το νέο νομικό πλαίσιο που ενέκρινε η προηγούμενη Βουλή για τις εκποιήσεις και για την προστασία πρωτοφειλετών και δανειοληπτών.
Το νέο πλαίσιο εισάγει ένα ολοκληρωμένο σύστημα επιβολής, το οποίο συνδυάζει διοικητικά και δικαστικά εργαλεία, ενώ παράλληλα ενισχύει τη συμμόρφωση με τις αποφάσεις της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου.
Ταυτόχρονα, με άλλες επιπρόσθετες νομοθετικές ρυθμίσεις, ενδυναμώνεται το δικαίωμα των οφειλετών να προσφύγουν στη δικαιοσύνη και να αναστείλουν την εκποίηση του ακινήτου για περίοδο μέχρι ενός έτους. Επίσης, ενδυναμώνεται το πλαίσιο αφερεγγυότητας, ενώ, πριν οδηγηθεί το ακίνητο σε πλειστηριασμό, τίθενται ασφαλιστικές δικλείδες για την αξία του, καθώς και περιορισμοί για τις πρόσθετες εξασφαλίσεις.
Ενίσχυση εξουσιών του Φορέα
Σύμφωνα με ενημερωτικό σημείωμα του Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσης, το νέο νομοθετικό πλαίσιο αφορά συμπληρωματικά εργαλεία για ενίσχυση της συμμόρφωσης με τις δεσμευτικές αποφάσεις της Επιτρόπου.
Από την 1η Ιουνίου έχουν ενισχυθεί οι εξουσίες της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου μέσω τριών κατευθύνσεων. Πλέον, είναι δεσμευτικές οι αποφάσεις για διαφορές μέχρι €20 χιλ., ενώ μπορεί να γίνει δικαστική προσβολή των αποφάσεων. Επίσης, εφαρμόζονται μηχανισμοί επιβολής συμμόρφωσης με τις δεσμευτικές αποφάσεις της Επιτρόπου, μέσω της επιβολής διοικητικών προστίμων και της προσφυγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, ο επιλέξιμος οφειλέτης έχει τη δυνατότητα διευθέτησης της οφειλής του.
Δεσμευτικότητα αποφάσεων
Αναλυτικά, η απόφαση της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου για χρηματική αποζημίωση έως €20 χιλ. είναι δεσμευτική για τα εμπλεκόμενα μέρη. Παράλληλα, τόσο οι καταναλωτές όσο και οι χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις έχουν δικαίωμα, εντός 30 ημερών από την ημέρα κοινοποίησης της απόφασης, να προσφύγουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο.
Αξίζει να σημειωθεί πως η προσφυγή στη δικαιοσύνη μπορεί να αφορά είτε ακύρωση είτε τροποποίηση της απόφασης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η δεσμευτικότητα της απόφασης να αναστέλλεται μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου.
Την ίδια ώρα, σε περίπτωση μη προσφυγής στο Δικαστήριο, τα ενδιαφερόμενα μέρη υποχρεούνται να συμμορφωθούν εντός 30 ημερών από την εκπνοή της προθεσμίας για καταχώριση αίτησης στο Δικαστήριο.
Επιπρόσθετα, η Επίτροπος έχει τη διακριτική ευχέρεια να καθορίσει συγκεκριμένη προθεσμία συμμόρφωσης, η οποία πρέπει να καθορίζεται αιτιολογημένα και με βάση τη διαφορά. Μάλιστα, όταν τα ενδιαφερόμενα μέρη προσφύγουν στη δικαιοσύνη, θα πρέπει να συμμορφωθούν μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης.
Έξι βήματα για την υποβολή παραπόνου
Οι καταναλωτές θα πρέπει να περάσουν από έξι στάδια για την υποβολή παραπόνου στον Φορέα. Όταν διαπιστωθεί πως πληρούν εκ πρώτης όψεως τις προϋποθέσεις για εξέταση, τότε το παράπονο γνωστοποιείται στις τράπεζες και στις εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων εντός δέκα ημερών από την παραλαβή του φακέλου του καταναλωτή.
Στη συνέχεια και εντός 30 ημερών, οι πιστωτές θα πρέπει να προσκομίσουν τα σχετικά στοιχεία που συνδέονται με το παράπονο. Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις και εξεταστεί το παράπονο, η απόφαση θα πρέπει να εκδοθεί εντός 90 ημερών.
Οι επιλογές της Επιτρόπου
Η Χρηματοοικονομική Επίτροπος έχει τρεις επιλογές: να προχωρήσει σε φιλικό διακανονισμό ή η απόφαση να είναι υπέρ του καταναλωτή ή υπέρ των πιστωτών. Σε περίπτωση που η τελική ετυμηγορία είναι υπέρ του καταναλωτή, θα πρέπει να του καταβληθεί αποζημίωση έως €20 χιλ., η απόφαση θα είναι δεσμευτική και οι εμπλεκόμενοι θα έχουν δικαίωμα αμφισβήτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο.
Στην περίπτωση που η απόφαση είναι υπέρ των χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων, αυτή θα είναι τελική, χωρίς να υπάρχει δικαίωμα αμφισβήτησης στο Δικαστήριο.
Συνολικά, πέντε είναι οι λόγοι για προσφυγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο με στόχο την ακύρωση ή αλλαγή της απόφασης της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου. Αυτό θα γίνεται στην περίπτωση που η απόφαση αντίκειται στη νομοθεσία ή εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, όταν έγινε παραβίαση της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης, όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα κατά την εξέταση του παραπόνου, όταν υπάρχει ήδη δικαστική απόφαση για το ίδιο παράπονο ή εκκρεμεί δικαστική διαδικασία, καθώς και για αμφισβήτηση του ύψους της χρηματικής αποζημίωσης.
Μηχανισμοί συμμόρφωσης
Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, δύο είναι οι μηχανισμοί συμμόρφωσης με τις δεσμευτικές αποφάσεις της Επιτρόπου, οι οποίοι προβλέπουν την επιβολή διοικητικού προστίμου και την προσφυγή στο Δικαστήριο.
Με τον πρώτο μηχανισμό εισάγεται πλαίσιο επιβολής που ενισχύει τη συμμόρφωση με τις αποφάσεις της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου, η οποία θα έχει τη δυνατότητα επιβολής διοικητικού προστίμου σε επιχειρήσεις εάν δεν συμμορφωθούν με τη δεσμευτική απόφαση. Την ίδια ώρα, οι χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις θα μπορούν να προσφύγουν στο Διοικητικό Δικαστήριο.
Με τον δεύτερο μηχανισμό εισάγεται άμεση δικαστική επιβολή σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης. Τόσο η Επίτροπος όσο και ο καταναλωτής μπορούν να προσφύγουν στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος συμμόρφωσης με τη δεσμευτική απόφαση.
Διοικητικά πρόστιμα
Με τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων, η Επίτροπος θα μπορεί να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Επιπλέον, διασφαλίζεται το δικαίωμα ακρόασης πριν από την επιβολή διοικητικού προστίμου, με τους ενδιαφερόμενους να έχουν προθεσμία 30 ημερών για να υποβάλουν παραστάσεις.
Το διοικητικό πρόστιμο θα πρέπει να καταβληθεί εντός 30 ημερών και η χρηματοοικονομική επιχείρηση θα μπορεί να προσφύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο. Σημειώνεται πως το πρόστιμο δεν μπορεί να υπερβαίνει τη χρηματική αξία της απόφασης, ενώ θα καθορίζεται αφού προηγουμένως λαμβάνονται υπόψη η φύση, η βαρύτητα και η διάρκεια της μη συμμόρφωσης, καθώς και τυχόν προηγούμενες παραλείψεις.
Πάντως, η επιβολή του προστίμου συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη και υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, ενώ η προσφυγή δεν αναστέλλει την υποχρέωση συμμόρφωσης με τη δεσμευτική απόφαση. Η μη καταβολή του προστίμου συνιστά αστικό χρέος προς τη Δημοκρατία και εισπράττεται.
Στο μεταξύ, εάν οι χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις δεν συμμορφωθούν με τη δεσμευτική απόφαση της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου, τότε η ίδια και οι καταναλωτές θα μπορούν να απευθυνθούν στη δικαιοσύνη. Η διαδικασία αυτή ενισχύει τη δεσμευτικότητα και τη συμμόρφωση με τις αποφάσεις, παρέχει άμεσο μηχανισμό δικαστικής επιβολής και ταυτόχρονα ενδυναμώνει τη θέση των καταναλωτών. Μετά την προσφυγή στο Δικαστήριο, θα εκδίδεται δικαστικό διάταγμα κατά της χρηματοοικονομικής επιχείρησης.
Τι γίνεται σε περίπτωση συμφωνίας ή απόρριψης της απόφασης
Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, ο επιλέξιμος οφειλέτης θα έχει τη δυνατότητα διευθέτησης του χρέους, μέσω της υποβολής παραπόνου στον Φορέα, τριάντα ημέρες μετά την παραλαβή της ειδοποίησης Τύπου «Ι» ή «ΙΑ», και παράλληλα να απευθυνθεί σε αδειοδοτημένο σύμβουλο αφερεγγυότητας. Προϋπόθεση θα είναι το ενυπόθηκο ακίνητο να αφορά κύρια κατοικία με αγοραία αξία μέχρι €350 χιλ.
Σημειώνεται ότι, εάν οι επιχειρήσεις απορρίψουν την απόφαση της Επιτρόπου για το ύψος του χρέους, θα αναστέλλεται η εκποίηση μέχρι να εκδοθεί δικαστική απόφαση για το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Εάν εντός ενός μήνα δεν επιτευχθεί συμφωνία, τότε θα αναστέλλεται η εκποίηση για 60 ημέρες, νοουμένου ότι ο επιλέξιμος οφειλέτης απευθυνθεί σε σύμβουλο αφερεγγυότητας.
Όταν παρέλθουν οι 60 ημέρες, θα συνεχίζονται οι διαδικασίες πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων. Τέλος, εάν τα δύο μέρη αποδεχθούν τη δεσμευτική απόφαση της Επιτρόπου, θα έχουν στη διάθεσή τους 30 ημέρες για να καταλήξουν σε συμφωνία ρύθμισης ή εξόφλησης. Πάντως, εάν υπάρξει αθέτηση της συμφωνίας από τον οφειλέτη, τότε θα συνεχίζεται η εκποίηση.