Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Μια βαθιά δομική αντίφαση χαρακτηρίζει την κυπριακή αγορά εργασίας, όπως αποκαλύπτουν τα επίσημα στοιχεία της Eurostat για το 2025. Η Κύπρος εμφανίζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά γενικής απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Συγκεκριμένα, το 67,2% του συνολικού πληθυσμού ηλικίας 15 έως 74 ετών εργάζεται (εξαιρουμένων των υποαπασχολούμενων). Πρόκειται για μια επίδοση που ξεπερνά κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος περιορίζεται στο 60,3%.

Ωστόσο, η προσεκτική ματιά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της υποτονικότητας (slack) της αγοράς φέρνει στο φως μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα για τις συνθήκες εργασίας. Το εργατικό δυναμικό της χώρας βρίσκεται αντιμέτωπο με την παγίδα της μερικής απασχόλησης (part-time), την οποία όμως δεν επιλέγει οικειοθελώς.

Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία, οι υποαπασχολούμενοι μερικής απασχόλησης αντιπροσωπεύουν το 18,3% της ανεκπλήρωτης προσφοράς εργασίας στην ΕΕ. Η Κύπρος όμως εκτινάσσεται στις πρώτες θέσεις της σχετικής λίστας.

Το 28,1% του συνολικού ελλείμματος της αγοράς εργασίας στο νησί αφορά άτομα που εργάζονται ήδη part-time, αλλά επιθυμούν να δουλέψουν περισσότερες ώρες και είναι άμεσα διαθέσιμα να το πράξουν. Με αυτή την επίδοση, η Κύπρος κατατάσσεται στην πρώτη τετράδα των χωρών της ΕΕ με το μεγαλύτερο πρόβλημα υποαπασχόλησης, ακολουθώντας την Ολλανδία (43,8%), την Ιρλανδία (34,7%) και το Βέλγιο (30,4%).

Η ειδοποιός διαφορά, ωστόσο, έγκειται στα κίνητρα των εργαζομένων. Στην Ολλανδία και την Ιρλανδία, η μερική απασχόληση συνδέεται κυρίως με τη συμμετοχή σε προγράμματα εκπαίδευσης ή κατάρτισης. Αντίθετα, στην Κύπρο και το Βέλγιο, ο κύριος λόγος της υποαπασχόλησης είναι κοινός και αμιγώς οικονομικός,  οι εργαζόμενοι δηλώνουν ότι οδηγούνται εκεί επειδή είναι απολύτως αδύνατο να βρουν μια θέση πλήρους απασχόλησης στην αγορά.

Τα στοιχεία καταρρίπτουν τον μύθο περί αδράνειας των πολιτών. Η Κύπρος καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην ΕΕ (11,6%) στην κατηγορία των ατόμων που είναι διαθέσιμα για εργασία αλλά δεν αναζητούν ενεργά.

Στον αντίποδα, χώρες όπως η Ιταλία καταγράφουν τεράστια ποσοστά αποθαρρημένων εργαζομένων που έχουν σταματήσει να ψάχνουν λόγω έλλειψης ευκαιριών (47,2%), ενώ η Γερμανία αγγίζει το 27,5%, Εσθονία 28,1%, Ρουμανία 25,5%, Σουηδία 25,1% και ο μέσος όρος της ΕΕ το 18,7%. Το γεγονός ότι η Κύπρος διατηρεί αυτόν τον δείκτη τόσο χαμηλά αποδεικνύει ότι οι Κύπριοι part-timers παραμένουν εξαιρετικά ενεργοί και αναζητούν καθημερινά κάτι καλύτερο, αλλά περιορίζονται αναγκαστικά σε μειωμένα ωράρια και χαμηλότερες αποδοχές. Σε γενικές γραμμές, πάνω από τους μισούς υποαπασχολούμενους στην ΕΕ ανέφεραν ότι δεν μπορούσαν να βρουν εργασία πλήρους απασχόλησης.

Στην ΕΕ, οι κύριοι λόγοι μη διαθεσιμότητας ήταν η εκπαίδευση ή η κατάρτιση (31,4% των ατόμων που αναζητούν εργασία αλλά δεν είναι άμεσα διαθέσιμα), οι ευθύνες φροντίδας (17,8%) και η ίδια ασθένεια ή αναπηρία (15,3%) το 2025. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά ποικίλλουν ανά χώρα. Οι ευθύνες φροντίδας ήταν ο κύριος λόγος μη διαθεσιμότητας (83,1%) στην Τσεχία, ενώ στη Σουηδία και τη Φινλανδία ο κύριος λόγος ήταν η εκπαίδευση ή η κατάρτιση (72,5% και 65,2% αντίστοιχα).