Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Σαγηνευτική, απολαυστική, χειμαρρώδης. Όπως ακριβώς και στη σκηνή, που αφήνει ελεύθερο τον απρόβλεπτο, σκοτεινό, άλλοτε τρυφερό, αστείο εαυτό της.  Όσα κι αν πει κανείς, δεν θα ναι παρά μια μικρή εισαγωγή για την Καμίλ Ο’ Σάλιβαν, που ετοιμάζεται -και ανυπομονεί- να συστηθεί σε λίγες μέρες στο κυπριακό κοινό.

Η Καμίλ Ο’ Σάλιβαν (Camille O’Sullivan) φέρνει μαζί της στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Λευκωσίας, μια παράσταση που κινείται ανάμεσα στη μουσική και το θέατρο. Με αφετηρία τραγούδια των Ντέιβιντ Μπάουι, Νικ Κέιβ, Radiohead, Ζακ Μπρελ και άλλων σπουδαίων δημιουργών, μιλά για τη δύναμη της ερμηνείας, την ελευθερία της σκηνής, τις πολιτισμικές της καταβολές και την ανάγκη να παραμένουμε παιδιά, ακόμη κι όταν μεγαλώνουμε.

–Σε αγχώνει ένα νέο κοινό; Αναρωτιέσαι πώς θα υποδεχθεί την παράστασή σου; Απόλυτα. Γιατί δεν ξέρω πώς θα αντιδράσει. Ελπίζω να ανακαλύψει ότι κουβαλάω κάποια τρέλα! (γέλια) Η πλησιέστερη εμπειρία μου ήταν στην Ελλάδα, όπου το κοινό φάνηκε να με αποδέχεται. Θα ήθελα πολύ λοιπόν να συμβεί το ίδιο και στην Κύπρο. Έχω μάθει μέσα στα χρόνια ότι κάθε κοινό αντιδρά διαφορετικά. Δεν μπορείς όμως να προβλέψεις τα πάντα. Πρέπει να είσαι ο εαυτός σου, να είσαι αυθεντικός και να εμπιστεύεσαι αυτό που κάνεις. Ακόμη κι όταν οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα, μπορούν να αισθανθούν την αλήθεια μιας ερμηνείας.

–Πώς θα περιέγραφες την εμφάνισή σου στο «Loveletter» σε κάποιον που δεν σε έχει δει ποτέ στη σκηνή; Θα έλεγα ότι είναι ένα ταξίδι. Υπάρχει χαρά, διασκέδαση, θλίψη, σκοτάδι, θεατρικότητα και στιγμές απόλυτης ελευθερίας. Κάποιες φορές μπορεί να ερμηνεύω ένα θλιμμένο τραγούδι χωρίς να κινούμαι καθόλου, αφήνοντας τους στίχους να μιλήσουν από μόνοι τους. Άλλες φορές η σκηνή μετατρέπεται σε ένα εντελώς διαφορετικό μέρος, γεμάτο ενέργεια και τρέλα. Υπάρχει, μάλιστα, μια στιγμή στην παράσταση όπου κάνω χούλα χουπ! Θέλω να ξαφνιάζω το κοινό, να το βγάζω από τη συνηθισμένη του θέση. Δεν θέλω να ανέβω στη σκηνή και να πω «Γεια σας, είμαι η Καμίλ Ο’ Σάλιβαν κι αυτά είναι τα τραγούδια μου». Θέλω κάθε τραγούδι να αποτελεί έναν διαφορετικό κόσμο, μια διαφορετική εμπειρία.

–Έχεις πει ότι στη σκηνή είσαι πιο κοντά στον εαυτό σου. Πώς συμβαίνει αυτό; Είναι κάτι που δυσκολεύομαι να εξηγήσω. Στην πραγματική μου ζωή δεν είμαι τόσο απελευθερωμένη. Έχω τις ανασφάλειες και τις δυσκολίες που έχει ο καθένας. Πριν από μια παράσταση, μάλιστα, μπορεί να αισθάνομαι τρομερή αγωνία. Κι όμως, μόλις βρεθώ στη σκηνή, κάτι αλλάζει. Είναι σαν να εμφανίζεται ένας άλλος εαυτός μου, που στην πραγματικότητα είμαι εγώ, αλλά έχει τη δυνατότητα να εκφραστεί χωρίς περιορισμούς. Ίσως να έχει σχέση με τον φόβο που νιώθεις όταν στέκεσαι μπροστά σε ένα κοινό. Κάπως παράδοξα, αυτός ο φόβος σε απελευθερώνει. Για λίγη ώρα βρίσκεσαι απόλυτα στο παρόν. Δεν σκέφτεσαι πώς φαίνεσαι ή αν έχεις κάνει κάτι λάθος. Απλώς υπάρχεις μέσα στη στιγμή. Και αυτή η ελευθερία είναι πολύ σημαντική για μένα. Πάνω στη σκηνή μπορώ να είμαι άγρια, θλιμμένη, αισθησιακή, αστεία, ακόμη και να δείχνω εντελώς ατημέλητη.

–Σπούδασες και εργάστηκες ως αρχιτέκτονας. Πώς πέρασες από εκεί στη μουσική και το θέατρο; Η αρχιτεκτονική ήταν ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου, αλλά στην πορεία ανακάλυψα ότι μπορούσα να εκφράσω πλευρές του εαυτού μου μέσα από τη μουσική που δεν ήξερα πώς να εκφράσω με άλλον τρόπο. Το γεγονός ότι η τέχνη, σου επιτρέπει να μεταμορφώνεσαι, να δοκιμάζεις διαφορετικές ταυτότητες και να ανακαλύπτεις πλευρές σου που ίσως δεν γνώριζες ότι υπάρχουν, είναι συναρπαστικό.

–Στις ερμηνείες σου συναντάμε όχι μόνο τον Μπρελ, αλλά τον Νικ Κέιβ, τον Μπάουι, τους Radiohead, τον Ντίλαν, τον Κόεν. Τι συνδέει τόσο διαφορετικούς καλλιτέχνες στο δικό σου μουσικό σύμπαν; Αυτό που τους συνδέει είναι, νομίζω, η ικανότητά τους να αφηγούνται ιστορίες και να αγγίζουν τα βαθύτερα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης: τη ζωή, τον θάνατο, τη φιλία, την αγάπη. Με συγκινούν οι καλλιτέχνες που δεν περιορίζονται στο να δείξουν πόσο καλά μπορούν να τραγουδήσουν, αλλά χρησιμοποιούν τη μουσική για να πουν κάτι ουσιαστικό, που έχουν έναν τρόπο να σε μεταφέρουν σε έναν ολόκληρο κόσμο μέσα από τις λέξεις τους. Παράλληλα, αγαπώ το ροκ εν ρολ, τη μουσική του Μπάουι και των Radiohead, αλλά και τους ύμνους και την πνευματικότητα που συναντάς στην εκκλησιαστική μουσική. Όλα αυτά συνυπάρχουν μέσα μου. Νομίζω ότι οι σύγχρονοι δημιουργοί που αγαπώ συνεχίζουν, με τον δικό τους τρόπο την παράδοση των μεγάλων αφηγητών. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να κάνω το κοινό να ακούσει τα τραγούδια σαν να τα ανακαλύπτει για πρώτη φορά.

–Πώς προσεγγίζεις ένα τραγούδι που έχει ήδη ταυτιστεί με τον δημιουργό του, έτσι ώστε να το κάνεις δικό σου; Πρέπει να ‘εγκατασταθείς’ μέσα στο τραγούδι. Πώς; Όταν ανακαλύπτω ένα τραγούδι, περπατώ και το τραγουδώ μόνη μου. Επαναλαμβάνω τους στίχους, τους λέω σαν να μιλώ, μέχρι να βρω τον δικό μου τρόπο να τους ερμηνεύσω. Θέλω να καταλάβω τι σημαίνουν για μένα και πώς μπορούν να αποκτήσουν μια διαφορετική διάσταση. Το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορεί να σου κάνει κάποιος είναι να σε ρωτήσει πότε έγραψες ένα τραγούδι που στην πραγματικότητα ανήκει σε κάποιον άλλον. Αυτό σημαίνει ότι κατάφερες να το κάνεις τόσο δικό σου, ώστε ο ακροατής να το συνδέσει με εσένα. Δεν θέλω να μιμούμαι τους καλλιτέχνες που αγαπώ. Θέλω να συνομιλώ μαζί τους μέσα από τη μουσική τους.

–Μίλησες για τη σχέση σου με τους στίχους των τραγουδιών… Είναι καθοριστική. Μερικές φορές, όταν ακούς ένα τραγούδι, η μουσική είναι τόσο δυνατή που δεν προσέχεις πραγματικά τις λέξεις. Αυτό συνέβη και με τη μουσική του Σέιν ΜακΓκόουαν. Γνώριζα τα τραγούδια του για περίπου τριάντα χρόνια, αλλά όταν έφυγε από τη ζωή και άρχισα να διαβάζω τους στίχους του χωρίς τη μουσική, ανακάλυψα ξανά τον ποιητή που έκρυβαν μέσα τους. Είδα πόσο ευαίσθητος, ρομαντικός και ονειροπόλος ήταν. Αυτό με συγκλόνισε. Συνειδητοποίησα πόσα πράγματα δεν είχα προσέξει, επειδή ο δυνατός ρυθμός και η ενορχήστρωση επισκίαζαν τις λέξεις. Από τότε, όταν δουλεύω ένα τραγούδι, προσπαθώ να αφήνω τους στίχους να αναπνέουν. Θέλω να ακούγονται σαν μια ιστορία που κάποιος αφηγείται σε έναν άλλο άνθρωπο.

–Αυτή η ανάγκη να αναδεικνύεις τις λέξεις οδήγησε και στη συνεργασία σου με τον πιανίστα Φέργκαλ Μάρεϊ; Ναι, και η συνεργασία μας είναι κάτι πραγματικά ξεχωριστό. Είμαστε φίλοι εδώ και περίπου 28 χρόνια. Έχουμε ταξιδέψει μαζί, έχουμε δουλέψει μαζί και έχουμε μάθει να επικοινωνούμε μουσικά με έναν τρόπο που δύσκολα περιγράφεται. Ξέρει πότε πρόκειται να πάρω ανάσα και ξέρω πότε θα παίξει μια συγκεκριμένη νότα. Είναι σαν να ακολουθούμε την ίδια εσωτερική ροή. Παλαιότερα του έλεγα συνεχώς να παίζει λιγότερο. Του ζητούσα να σταματά τον ρυθμό, να αφήνει χώρο, να κρατά μόνο μια συγχορδία, ώστε να μπορούν να ακουστούν οι λέξεις. Μπορεί να τον εκνεύριζα τότε, αλλά σήμερα αυτή η γλώσσα είναι κοινή και για τους δυο μας. Έχουμε ανακαλύψει πόση δύναμη μπορεί να έχει μόνο μια φωνή και ένα πιάνο. Για χρόνια πιστεύαμε ότι χρειαζόμασταν μια ολόκληρη μπάντα. Τελικά, συνειδητοποιήσαμε ότι μερικές φορές η απλότητα είναι πολύ πιο δυνατή.

–Aλήθεια, πώς γεννήθηκε η παράσταση «Loveletter»; Η αφετηρία ήταν η ανάγκη μου να εκφράσω την αγάπη και την ευγνωμοσύνη μου προς τον Σέιν ΜακΓκόουαν και τη Σινέντ Ο’Κόνορ, δύο καλλιτέχνες που άφησαν βαθύ αποτύπωμα πάνω μου. Είχα τραγουδήσει μαζί με τον Μάντι στην κηδεία του Σέιν και ήθελα να διατηρήσω μέσα μου εκείνο το συναίσθημα του αποχαιρετισμού. Ήθελα να δημιουργήσω έναν τρόπο να τους πω ευχαριστώ, τόσο ως έφηβη που μεγάλωσε ακούγοντας τη μουσική τους όσο και ως η γυναίκα που είμαι σήμερα. Στην αρχή, η ιδέα ήταν να προσεγγίσουμε τα τραγούδια του Σέιν σαν ποιήματα που θα συνοδεύονταν από πιάνο. Έτσι άρχισε να διαμορφώνεται η παράσταση. Στη συνέχεια, προστέθηκαν κι άλλοι καλλιτέχνες και τραγούδια που αγαπώ, όπως αυτά των Radiohead και του Ντέιβιντ Μπάουι. Με τους Radiohead, για παράδειγμα, είναι πολύ δύσκολο να διασκευάσεις ένα τραγούδι χωρίς να ακουστείς σαν μια κακή μπάντα που παίζει σε γάμο! (γέλια). Όταν όμως ο Φέργκαλ άρχισε να παίζει το «Paranoid Android» με έναν κλασικό, σχεδόν πιανιστικό τρόπο, ανακάλυψα ότι μπορούσαμε να δημιουργήσουμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Κι αυτή η ανακάλυψη ήταν απελευθερωτική.

-Η μουσική σου έχει έντονες θεατρικές και πνευματικές αναφορές. Πόσο σημαντική είναι για σένα αυτή η διάσταση; Είναι πολύ σημαντική. Έχω δουλέψει ακόμη και με το Royal Shakespeare Company, όταν μας ζητήθηκε να προσεγγίσουμε μουσικά κείμενα του Σαίξπηρ. Αυτό που κάναμε τότε ήταν να αντιμετωπίσουμε τα κείμενα όπως ένα τραγούδι του Νικ Κέιβ ή των Radiohead. Να αφαιρέσουμε ό,τι περιττό υπάρχει και να ανακαλύψουμε τον πυρήνα των λέξεων. Για μένα, μια φωνή και ένα πιάνο μπορούν να δημιουργήσουν έναν ολόκληρο κόσμο. Είναι σαν να αφηγείσαι μια ιστορία σε ένα παιδί και να προσπαθείς να το μαγέψεις, να το φέρεις κοντά σου. Μου αρέσει να οδηγώ το κοινό από το σκοτάδι στο φως και ξανά πίσω. Να το κάνω να γελάσει, να συγκινηθεί, να αισθανθεί άβολα, να χαλαρώσει. Δεν θέλω να του προσφέρω ένα μόνο συναίσθημα, αλλά μια ολόκληρη διαδρομή.

–Έχεις παρατηρήσει να αλλάζει ο τρόπος που ερμηνεύεις τα τραγούδια όσο περνούν τα χρόνια; Φυσικά! Η ζωή που έχεις ζήσει αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο καταλαβαίνεις τις λέξεις. Έχω παρατηρήσει, μάλιστα, κάτι αρκετά παράδοξο: όταν η προσωπική μου ζωή είναι δύσκολη και οι σχέσεις μου δεν πηγαίνουν καλά, συχνά τραγουδώ καλύτερα. Είναι λυπηρό, αλλά νομίζω ότι ο πόνος μπορεί να σε οδηγήσει σε μεγαλύτερο βάθος. Η εμπειρία σε βοηθά να αναγνωρίσεις συναισθήματα που παλαιότερα δεν μπορούσες να κατανοήσεις. Έτσι, ένα τραγούδι που κάποτε ήταν απλώς όμορφο μπορεί, χρόνια αργότερα, να γίνει κάτι πολύ πιο προσωπικό.

–Αναφέρθηκες προηγουμένως στην παιδικότητα και στην ελευθερία. Πιστεύεις ότι, ωριμάζοντας, χάνουμε κάτι από αυτά; Συχνά πιστεύουμε ότι όσο μεγαλώνουμε γινόμαστε πιο ώριμοι, αλλά στην πραγματικότητα εξακολουθούμε να είμαστε παιδιά που προσπαθούν να βρουν τον δρόμο τους. Μετά την πανδημία, πήρα την απόφαση να μη συμπεριφέρομαι σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα. Όλοι περάσαμε πολλά. Έτσι, αποφάσισα να αποδεχτώ την ατέλεια, να δείξω ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα τακτοποιημένα και να αγκαλιάσω αυτή την αίσθηση ότι όλα κάπως καταρρέουν. Ναι, για μένα το σημαντικό είναι να ξαναγίνουμε, έστω για λίγο, μεγάλα παιδιά. Ας αφήσουμε την ωριμότητα να πάει περίπατο…

Ελεύθερα, 25.10.2026