Ο ηθοποιός Μιχάλης Μόσιος, μια από τις πιο αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες του ελληνικού θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, έφυγε από τη ζωή στις 30 Ιουνίου 2026, σε ηλικία 79 ετών, αφήνοντας πίσω του μια πορεία έξι και πλέον δεκαετιών στον χώρο της υποκριτικής.
Την είδηση του θανάτου του γνωστοποίησε ο γιος του με συγκινητική ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην οποία τον αποχαιρετά με λόγια γεμάτα αγάπη και ευγνωμοσύνη.
Γεννημένος στις 10 Μαρτίου 1947 στη Θεσσαλονίκη, με καταγωγή από τη Στενήμαχο Ημαθίας, σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, από όπου ξεκίνησε και την επαγγελματική του πορεία. Υπηρέτησε για χρόνια το ΚΘΒΕ, ενώ στη συνέχεια συνεργάστηκε με σημαντικούς θιάσους και πρωταγωνιστές του ελληνικού θεάτρου, μεταξύ των οποίων η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος, ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ο Σωτήρης Μουστάκας, ο Στάθης Ψάλτης και πολλοί ακόμη.
Στο ευρύ κοινό έγινε ιδιαίτερα αγαπητός μέσα από τον χαρακτηριστικό ρόλο του «Ταμτάκου», ενός λαϊκού, ετοιμόλογου και σατιρικού χαρακτήρα που πρωτοπαρουσιάστηκε στο θέατρο και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στις κινηματογραφικές ταινίες και τις βιντεοταινίες της δεκαετίας του 1980. Ο «Ταμτάκος» εξελίχθηκε σε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες της εποχής της βιντεοκασέτας, ταυτίζοντας το όνομα του Μόσιου με μια ολόκληρη περίοδο της ελληνικής λαϊκής κωμωδίας.
Παρά τη μεγάλη δημοτικότητα που του χάρισε ο συγκεκριμένος ρόλος, ο Μιχάλης Μόσιος υπήρξε ηθοποιός με ευρύ φάσμα. Συμμετείχε σε δεκάδες θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, υπηρετώντας τόσο την κωμωδία όσο και το δραματικό ρεπερτόριο. Οι συνάδελφοί του τον περιέγραφαν ως έναν άνθρωπο χαμηλών τόνων, με επαγγελματικό ήθος και αφοσίωση στην τέχνη του.
Η ανάρτηση του γιου του:
«Δεν το πιστεύω ότι γράφω αυτό το κείμενο…όμως με τεράστιο πόνο οφείλω να ανακοινώσω πως ο μπαμπάς μου, Μιχάλης Μόσιος, δυστυχώς έφυγε…
Ο μεγαλύτερος μου εφιάλτης έγινε πραγματικότητα.
Ήσουν ο πιο τίμιος άνθρωπος που έχω γνωρίσει, και σε ευχαριστώ που μου έδωσες τις ευαισθησίες σου, το ήθος σου, και μου έμαθες να είμαι τίμιος και αξιοπρεπής.
Πήγες να βρεις τον αδερφό σου τον Στάθη που μοιραστηκατε τόσα πολλά, πριν κάνετε ακόμα καριέρα.
Η μόνη φορά που σε είδα να κλαις σαν μωρό παιδί ήταν όταν έφυγε.
Τώρα κι εμείς με την σειρά μας κλαίμε για εσένα.
Το μόνο που με χαροποιεί (όσο είναι δυνατόν) είναι οτι έφυγες πλήρης, γεμάτος.
Ένα ορφανό φτωχό παιδί, που κατάφερε να μοιράσει γέλιο και να τον αγαπήσει ο κόσμος.
Θα κλείσω με ένα στιχάκι από ένα τραγούδι που είχα γράψει, για τον φόβο του να χάσω τον μπαμπά μου
Δεν ξέρω πως θα το αντέξω
Άμα σε χάσω μπαμπά
Θ’αφήσω τα κλειδιά μου απ’έξω
Μήπως και μπεις ξανά.
Αντίο πατέρα μου».
Τα τελευταία χρόνια εμφανιζόταν πιο επιλεκτικά, έχοντας κατά καιρούς μιλήσει δημόσια για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην προσωπική και επαγγελματική του ζωή, χωρίς ποτέ να χάσει την αγάπη του για το θέατρο και το κοινό.
Με τον θάνατό του ολοκληρώνεται η διαδρομή ενός ηθοποιού που σφράγισε τη λαϊκή ψυχαγωγία των δεκαετιών του 1980 και του 1990, αλλά και ενός καλλιτέχνη που υπηρέτησε με συνέπεια το ελληνικό θέατρο από τα πρώτα του βήματα έως το τέλος της ζωής του.