Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΔεν ξέρω αν υπάρχει πιο παράξενο πράγμα από ένα τραγούδι που είχες χρόνια να ακούσεις και ξαφνικά επιστρέφει – γιατί δεν θυμάσαι μόνο τους στίχους· θυμάσαι πού ήσουν όταν το άκουγες, ποιον αγαπούσες, με ποιους ξενυχτούσες, ακόμη και πράγματα που νόμιζες ότι είχες πλέον ξεχάσει. Θυμάσαι έναν δρόμο, ένα καλοκαίρι, ένα αυτοκίνητο, ένα πρόσωπο.
Μια παρέα που κάποτε ήταν ολόκληρος ο κόσμος σου και σήμερα μπορεί να μην ξέρεις καν πού βρίσκονται οι μισοί από εκείνες τις ψυχές. Η μουσική έχει αυτή την παράξενη ικανότητα: Φυλάει τη ζωή μας καλύτερα από τη μνήμη μας. Κάπως έτσι επιστρέφει τις τελευταίες μέρες στη μνήμη μας, λίγο μετά το θάνατό του -έπειτα από την περίπου δύο χρόνων περιπέτεια που είχε με την υγεία του, που δεν ευτύχησε τελικά στο «θαύμα»- και ο Δημήτρης Κόκοτας. Με τις «Διαδόσεις», την «Ανεμώνα», το «Γιατί με τυραννάς», την «Αχαριστία» το «Στο ‘χω πει».
Γιατί ο Κόκοτας υπήρξε ένα εμβληματικό παιδί των ’90s. Εκείνων των ελληνικών ’90s που σήμερα μοιάζουν σχεδόν αθώα – τότε που αγοράζαμε ακόμη cds, που περιμέναμε το καινούργιο videoclip στην τηλεόραση, που μαθαίναμε τα τραγούδια από το ραδιόφωνο και οι επιτυχίες δεν μετριούνταν σε views και streams αλλά από το πόσες φορές θα άκουγες το ίδιο ρεφρέν μέσα σε μία μόνο μέρα. Ήταν η εποχή των περιοδικών, των μουσικών εκπομπών, των αφισών στους δρόμους, των μεγάλων νυχτερινών μαγαζιών με τα (πραγματικά) υψηλά νυχτοκάματα και τους (πραγματικά) μεγάλους σταρς – εκείνους τους σταρς που έμοιαζαν λίγο πιο μακρινοί και, ταυτόχρονα, τα τραγούδια τους πολύ πιο κοντινά. Μέσα σε αυτόν τον (από χρυσόσκονη και -αληθινή- λάμψη) κόσμο εμφανίστηκε το 1994 ένας 25χρονος με ένα επίθετο που όλοι ήδη γνώριζαν: Κόκοτας. Μ’ ένα μεγάλο αστέρι στη φωνή (και στο μυαλό του).

«ΟΣΑ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ, ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΔΙΑΔΟΣΕΙΣ…»
Ίσως αυτή να ήταν και η πρώτη δυσκολία της ζωής του: Ο Δημήτρης δεν χρειαζόταν καν να συστηθεί για να αρχίσουν οι συγκρίσεις – ήταν ο γιος του Σταμάτη Κόκοτα, μιας από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές του ελληνικού τραγουδιού, ενός ανθρώπου που είχε ήδη αφήσει το αποτύπωμά του πολύ πριν ο γιος του αποφασίσει να σταθεί μπροστά σε ένα μικρόφωνο και να «δοκιμαστεί». Υπάρχει, άλλωστε, κάτι εμφανώς δύσκολο (όσο κι αν κάποιοι το φαντάζουν ως «διευκόλυνση») στο να ακολουθείς το επάγγελμα ενός τόσο διάσημου πατέρα: Οι άλλοι περιμένουν είτε να του μοιάσεις είτε να τον ξεπεράσεις. Κι εσύ θα πρέπει -κάπου ανάμεσα στα δύο- να ανακαλύψεις ποιος είσαι. Ο Δημήτρης Κόκοτας έδειχνε να έχει λύσει αυτόν τον «λογαριασμό» με έναν πολύ απλούστερο τρόπο: Δεν πολέμησε ποτέ τη σκιά του πατέρα του, δεν επιχείρησε να μας πείσει ότι δεν είχε σημασία ποιος ήταν, ούτε «κατασκεύασε» μια δημόσια αφήγηση σύμφωνα με την οποία έπρεπε διαρκώς να αποδεικνύει ότι άξιζε ανεξάρτητα από το (βαρύ) επώνυμό του. Μιλούσε, άλλωστε, για τον Σταμάτη με αγάπη, με θαυμασμό και με μια σχεδόν παιδική υπερηφάνεια: «Ήμουν και θα είμαι πάντα ο γιος του Σταμάτη», είχε πει. Και ήταν. Μόνο που έγινε και ο Δημήτρης.

«ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ, ΣΑΝ ΤΑ ΠΕΤΑΛΑ ΜΙΑΣ ΑΝΕΜΩΝΑΣ…»
Αυτό ίσως είναι, τελικά, και το μεγαλύτερο επίτευγμα ενός παιδιού που μεγαλώνει δίπλα σε έναν τόσο μεγάλο πατέρα: Όχι να τον ξεπεράσει, ούτε να τον αρνηθεί, αλλά να καταφέρει απλώς να υπάρξει δίπλα του με το δικό του όνομα. Γι’ αυτό και ο Δημήτρης -έξυπνο παιδί ήταν, άλλωστε- δεν τραγούδησε ποτέ «σαν τον Σταμάτη», δεν προσπάθησε να αναπαραγάγει τον κόσμο του. Βρήκε τους ανθρώπους της δικής του εποχής -αρχής γενομένης από τον, επίσης, νεοαφιχθέντα στην δισκογραφία τότε, Φοίβο- και «μίλησε» στη δική του γενιά, δημιουργώντας μαζί -ως κολλητοί φίλοι που ήταν τότε- τραγούδια που έμελλε να χαρακτηρίσουν την πρώτη περίοδο της καριέρας και των δύο: Οι «Διαδόσεις», του 1994 ήταν η αρχή, ενώ ακολούθησαν η «Συνείδηση», η «Αχαριστία», οι επιτυχίες, οι χρυσοί και πλατινένιοι δίσκοι. Αργότερα προστέθηκαν στον μουσικό «δρόμο» του Δημήτρη ο Νίκος Καρβέλας, ο Γιώργος Θεοφάνους, οι μεγάλες πίστες και οι συνεργασίες με ανθρώπους που σημάδεψαν εκείνα τα χρόνια: Τη Μαρινέλλα, την Καίτη Γαρμπή, τον Βασίλης Καρράς, την Άντζελα Δημητρίου, τον Αντύπας. Όχι γιατί ήταν «ο γιος ενός σταρ», αλλά γιατί ήταν πια σταρ ο ίδιος.
«ΠΩΣ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΩ ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ, ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ ΠΟΥΘΕΝΑ…»
Οι θάνατοι ανθρώπων που συνδέθηκαν με τη νιότη μας, μάς αιφνιδιάζουν διαφορετικά. Ακόμη κι αν δεν τους παρακολουθούσαμε πια. Ακόμη κι αν είχαμε χρόνια να ακούσουμε ένα τραγούδι τους. Γιατί δεν φεύγει μόνο ένας άνθρωπος – μετακινείται λίγο και ο χρόνος· ο δικός μας χρόνος. Ο ίδιος ο Δημήτρης Κόκοτας -όταν πια, με δική του απόφαση, όπως παραδεχόταν, είχε αποσυρθεί από την δισκογραφία και αφοσιώθηκε στην οικογένειά του- δεν έκρυβε ότι αναπολούσε τα ’90s. Σε μία από τις τελευταίες τηλεοπτικές συνεντεύξεις του, άλλωστε, το 2023, μιλούσε για εκείνη την περίοδο και τις όμορφες αναμνήσεις που κουβαλούσε. Ίσως επειδή και για εκείνον εκείνα τα χρόνια δεν ήταν απλώς η εποχή της μεγαλύτερης επιτυχίας του. Ήταν τα νιάτα του. Αλλά, και τα δικά μας.

Κι ύστερα όλα άλλαξαν απότομα. Στις 28 Μαρτίου 2024, κατά τη διάρκεια πρόβας για το «J2US», υπέστη οξύ έμφραγμα και καρδιακή ανακοπή. Ήταν μόλις 55 ετών τότε. Από εκείνη την ημέρα άρχισε μια εντελώς διαφορετική διαδρομή, μακριά από τραγούδια, πίστες και χειροκροτήματα. Με δύο περίπου χρόνια νοσηλείας, αγωνίας, αναμονής, μικρών ελπίδων. Κυρίως για τους ανθρώπους που βρίσκονταν δίπλα του, όπως η σύζυγός του, η Κατερίνα, που στάθηκε σαν βράχος στην πιο δύσκολη διαδρομή της ζωής του, με μια αξιοπρέπεια που εντυπωσίαζε – χωρίς μεγάλες κουβέντες και χωρίς να μετατρέπει την αγωνία της οικογένειάς της σε δημόσιο θέαμα. Για εκείνην, για τους φίλους του, για την Ριάνα -την μονάκριβή του κόρη- για την ευρύτερη οικογένειά του, άλλωστε, ο Δημήτρης Κόκοτας δεν ήταν ποτέ ο τραγουδιστής του «Πολύ καλή για να ‘σαι αληθινή» ή του «Γιατί με τυρανάς». Αλλά ο δικός τους άνθρωπος. Μέχρι το τέλος.
«ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΠΟΥ ΝΑΥΑΓΗΣΕ…»
Υπάρχει κάτι που φέρουν πάντα οι τραγουδιστές και ίσως γι’ αυτό οι αποχαιρετισμοί τους είχαν ανέκαθεν κάτι διαφορετικό σε κείμενα σαν κι αυτό: Αφήνουν τη φωνή τους πίσω. Και κάποια βράδια -από ένα ραδιόφωνο, μια παλιά playlist ή από ένα τραγούδι που θα εμφανιστεί εντελώς τυχαία στο spotify μας-, επιστρέφουν. Μαζί με τους ανθρώπους που αγαπούσαμε τότε. Μαζί με τα μέρη όπου πηγαίναμε τότε. Μαζί με εκείνα τα καλοκαίρια που νομίζαμε ότι θα κρατήσουν για πάντα. Μαζί με εκείνους που ήμασταν. Μαζί με αυτό που ήμασταν εμείς οι ίδιοι – πριν αλλάξουμε. Μαζί και μ’ εκείνην την «Ανεμώνα» του Δημήτρη που πια «σκόρπισε, σα να ‘τανε Χειμώνας…».
Πληροφορίες από LIKE