Τη διαδικασία κατανομής των βουλευτικών εδρών περιγράφει το Υπουργείο Εσωτερικών, σε έκδοση που κυκλοφόρησε για τη διαδικασία των βουλευτικών εκλογών 2026.
Πρώτη κατανομή
Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται, μετά τη συγκέντρωση και κατάταξη των αποτελεσμάτων κατά εκλογική περιφέρεια, αθροίζεται το σύνολο των έγκυρων ψήφων κάθε περιφέρειας, το οποίο διαιρείται με το σύνολο των βουλευτικών εδρών που αντιστοιχούν σε αυτή.
Σημειώνεται ότι τα λευκά ψηφοδέλτια είναι άκυρα, αλλά καταμετρούνται και καταγράφονται χωριστά για στατιστικούς λόγους.
Ο ακέραιος αριθμός που προκύπτει ως πηλίκο από τη διαίρεση αποτελεί το εκλογικό μέτρο της εν λόγω εκλογικής περιφέρειας.
Στη συνέχεια, οι ψήφοι που συγκέντρωσε ο κάθε συνδυασμός στη συγκεκριμένη περιφέρεια διαιρούνται με αυτό το εκλογικό μέτρο και προκύπτουν τόσες έδρες για τον συνδυασμό, όσες φορές το εκλογικό μέτρο περιέχεται στην εκλογική δύναμη του συνδυασμού.
Για παράδειγμα, αν στην εκλογική περιφέρεια Λευκωσίας, στην οποία αναλογούν 19 βουλευτικές έδρες, προκύψουν 120.000 έγκυρες ψήφοι, το εκλογικό μέτρο είναι: 120.000:19, δηλαδή 6.315.
Αν Α’ συνδυασμός συγκεντρώσει στην περιφέρεια Λευκωσίας 35.000 ψήφους, από τη διαίρεση 35.000:6.315 προκύπτουν 5 έδρες (ο ακέραιος αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση).
Το υπόλοιπο της διαίρεσης, που αντιστοιχεί στο παράδειγμα σε 3.425 ψήφους, θα χρησιμοποιηθούν για τη δεύτερη κατανομή εδρών.
Αν το σύνολο των έγκυρων ψήφων ενός κόμματος είναι μικρότερο από το εκλογικό μέτρο, τότε δεν δικαιούται καμία έδρα στην πρώτη κατανομή.
Σε περίπτωση μεμονωμένων υποψηφίων, για να εκλεγούν θα πρέπει να συγκεντρώσουν από την πρώτη κατανομή εδρών ίσες ή περισσότερες ψήφους από το εκλογικό μέτρο. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορούν να εκλεγούν, ούτε μπορούν να μεταφέρουν τις ψήφους τους για σκοπούς δεύτερης κατανομής.
Οι έδρες των εκλογικών περιφερειών δεν παραχωρούνται όλες από την πρώτη κατανομή. Οι αδιάθετες έδρες μεταφέρονται και κατανέμονται στη δεύτερη κατανομή, όπου θα χρησιμοποιηθούν τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα των ψήφων κάθε κόμματος.
Δεύτερη κατανομή
Για σκοπούς δεύτερης κατανομής, ολόκληρη η Δημοκρατία θεωρείται ως ενιαία εκλογική περιφέρεια. Όπως σημειώνει το Υπουργείο Εσωτερικών, τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα των ψήφων όλων των κομμάτων που δικαιούνται συμμετοχής στη δεύτερη κατανομή συγκεντρώνονται από τις έξι εκλογικές περιφέρειες και αθροίζονται.
Ταυτόχρονα, αθροίζονται όλες οι αδιάθετες έδρες από την πρώτη κατανομή.
Δικαίωμα στη διαδικασία της δεύτερης κατανομής εδρών έχουν μόνο οι κομματικοί συνδυασμοί.
Σύμφωνα με τη νομοθεσία, η δεύτερη κατανομή γίνεται μεταξύ των κομμάτων που συγκεντρώνουν 3,6% των έγκυρων ψήφων σε ολόκληρη τη Δημοκρατία. Σε περίπτωση που πρόκειται για συνασπισμό δύο κομμάτων, απαιτείται να συγκεντρώσουν 10% των έγκυρων ψήφων σε όλη τη Δημοκρατία. Συνασπισμοί περισσότερων των δύο κομμάτων απαιτείται να συγκεντρώσουν ποσοστό 20% του συνόλου των έγκυρων ψήφων σε ολόκληρη τη Δημοκρατία.
Για να βρεθεί το εκλογικό μέτρο της δεύτερης κατανομής εδρών, αθροίζεται το σύνολο των αχρησιμοποίητων υπολοίπων από την πρώτη κατανομή ψήφων και των έξι εκλογικών περιφερειών, όλων των κομμάτων που δικαιούνται συμμετοχής στη δεύτερη κατανομή.
Τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα των κομμάτων που δεν δικαιούνται να συμμετέχουν στη δεύτερη κατανομή και οι ψήφοι των μεμονωμένων υποψήφιων που δεν συμμετέχουν στη δεύτερη κατανομή, δεν λαμβάνονται υπόψη και δεν υπολογίζονται για σκοπούς δεύτερης κατανομής.
Το άθροισμα των αχρησιμοποίητων υπολοίπων των ψήφων σε ολόκληρη τη Δημοκρατία διαιρείται με τον αριθμό των αδιάθετων εδρών από την πρώτη κατανομή. Το πηλίκο που προκύπτει από τη διαίρεση αποτελεί το εκλογικό μέτρο της δεύτερης κατανομής εδρών.
Με το εκλογικό μέτρο που προκύπτει, διαιρείται το υπόλοιπο των ψήφων κάθε κομματικού συνδυασμού και το πηλίκο που προκύπτει αποτελεί τον αριθμό εδρών που δικαιούται το κάθε κόμμα στη δεύτερη κατανομή.
Όσον αφορά το σε ποια επαρχία θα προσκυρωθεί η αδιάθετη έδρα, το Υπουργείο Εσωτερικών σημειώνει ότι δεν είναι απλή διαδικασία.
Τα κόμματα που μετέχουν στη δεύτερη κατανομή κατατάσσονται κατά σειρά ύψους του συνόλου των αχρησιμοποίητων υπολοίπων των ψήφων τους, που προκύπτουν από ολόκληρη τη Δημοκρατία.
Η πρώτη έδρα που θα προσκυρωθεί από τη δεύτερη κατανομή, στο κόμμα με το ψηλότερο αχρησιμοποίητο υπόλοιπο, θα παραχωρηθεί σε εκείνη την εκλογική περιφέρεια που το συγκεκριμένο κόμμα παρουσιάζει το ψηλότερο αχρησιμοποίητο υπόλοιπο ψήφων, με την προϋπόθεση ότι στην περιφέρεια αυτή υπάρχει κενή έδρα και νοουμένου ότι το εν λόγω κόμμα έχει στο ψηφοδέλτιό του υποψήφιο βουλευτή.
Στη συνέχεια ακολουθεί κατά σειρά το δεύτερο κόμμα και με βάση την ίδια διαδικασία θα εξευρεθεί η εκλογική περιφέρεια στην οποία το κόμμα αυτό παρουσιάζει το ψηλότερο αχρησιμοποίητο υπόλοιπο ψήφων, κ.ο.κ.
Σε περίπτωση που δεν υπάρχει κενή έδρα, διατηρώντας την ίδια σειρά κατάταξης των κομμάτων, η έδρα πηγαίνει στην επόμενη εκλογική περιφέρεια που το κόμμα παρουσιάζει το αμέσως επόμενο ψηλότερο αχρησιμοποίητο υπόλοιπο ψήφων.
Αφού περατωθεί η διαδικασία παραχώρησης της πρώτης από τις έδρες που δικαιούται κάθε κόμμα, επαναλαμβάνεται η ίδια πρακτική από την αρχή, μέχρι να προσκυρωθούν όλες οι έδρες που δικαιούται κάθε κόμμα από τη δεύτερη κατανομή.
Όταν συμπληρωθεί η εργασία για τη δεύτερη κατανομή, θα διαφανεί ο τελικός αριθμός εδρών σε κάθε εκλογική περιφέρεια, με τις οποίες δικαιώνεται κάθε κόμμα που μετέχει στη διαδικασία της δεύτερης κατανομής.
Τρίτη κατανομή
Αν εξακολουθούν να απομένουν αδιάθετες έδρες από τη δεύτερη κατανομή, αυτές προσκυρώνονται ανά μία, κατά σειρά, στα κόμματα ή συνασπισμούς που παρουσιάζουν τα ψηλότερα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα, που προκύπτουν από τη δεύτερη κατανομή και παραχωρούνται στους συνδυασμούς των κομμάτων που ισχύουν και στη δεύτερη κατανομή.
Τα αυτοτελή κόμματα, για να δικαιούνται να συμμετέχουν στην τρίτη κατανομή εδρών, θα πρέπει να έχουν συγκεντρώσει ποσοστό 7,2% του συνόλου των έγκυρων ψήφων σε ολόκληρη τη Δημοκρατία. Οι συνασπισμοί δύο κομμάτων 10% και οι συνασπισμοί πέραν των δύο κομμάτων 20%.
Οι έδρες κατανέμονται με σειρά στα κόμματα με τα ψηλότερα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα που προκύπτουν από τη δεύτερη κατανομή.
Για τον καθορισμό των επαρχιών στις οποίες θα παν οι εν λόγω έδρες, ακολουθείται και πάλι η ίδια διαδικασία με τη δεύτερη κατανομή, δηλαδή οι έδρες θα παραχωρηθούν ανά μία στα κόμματα που δικαιούνται, στις εκλογικές περιφέρειες που διαθέτουν κενές έδρες στις οποίες το κάθε κόμμα παρουσιάζει το ψηλότερο αχρησιμοποίητο υπόλοιπο από την πρώτη κατανομή.
Οι έδρες καταλαμβάνονται από τους υποψήφιους των κομμάτων που έχουν, κατά σειρά, τους περισσότερους σταυρούς προτίμησης, ή, σε περίπτωση ισοψηφίας, στον υποψήφιο του οποίου το όνομα κληρώνεται από τον Γενικό Έφορο Εκλογών.
Αίτηση αμφισβήτησης
Μετά τη συμπλήρωση της διαδικασίας της κατανομής εδρών και της ανακήρυξης των εκλεγέντων Βουλευτών, ο Γενικός Έφορος Εκλογών επικυρώνει τα τελικά αποτελέσματα και, αφού καθοριστούν οι επιτυχόντες, κατά σειρά, υποψήφιοι, δημοσιεύει τα ονόματα των νέων Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Τα αποτελέσματα φυλάσσονται σε δωμάτια ασφαλείας για περίοδο δύο μηνών.
Εκλογική αίτηση για τυχόν αμφισβήτηση του κύρους των εκλογών, μπορεί να καταχωρηθεί από κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης των τελικών αποτελεσμάτων των εκλογών στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
ΚΥΠΕ