Συνθέτης, δεξιοτέχνης ουτίστας, ερευνητής και καθηγητής, ο Γιάννης Κουτής είναι ένας πολυπράγμων ταλαντούχος μουσικός. Έχει συνθέσει μουσική για κινηματογράφο και θέατρο, παίζει στην μπάντα του Αλκίνοου Ιωαννίδη, ασχολείται με την οργανοποιία και παραδίδει μαθήματα μουσικής στο Θεραπευτικό Πρόγραμμα της “Αγίας Σκέπης”. 

-Δώσε μας ένα ορισμό για την τροπική μουσική της Ανατολικής Μεσογείου στην οποία έχεις αφοσιωθεί… Ο όρος αυτός συνδέεται με τους μουσικούς «τρόπους». Οι τρόποι αυτοί συναντώνται με διάφορα προσωνύμια, τα λεγόμενα μακάμ, οι λαϊκοί τρόποι, οι ήχοι στη βυζαντινή μουσική ή π.χ. τα νταστγκιάχ στην ιρανική μουσική παράδοση κ.α. Η μεγάλη διαφορά από τη δυτική μουσική είναι ότι εδώ οι μελωδικές επιλογές είναι περισσότερες. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι στη δυτική μουσική έχουμε τα ημιτόνια και τους τόνους ενώ στην τροπική μουσική έχουμε υποδιαιρέσεις αυτών των διαστημάτων. Επίσης δεν βασιζόμαστε σε εφταβάθμιες κλίμακες αλλά σε συνδυασμούς μικρότερων «οικογενειών» νοτών. Θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε αυτό το μουσικό σύστημα με το lego, όπου συνδιάζοντας τα βασικά κομμάτια, δίνεις μορφή σε πιο σύνθετες και περίτεχνες μελωδικές γραμμές.

-Έχεις διαμορφώσει έναν δικό σου τρόπο προσέγγισης αυτής της μουσικής; Δεν θεωρώ ότι έχω δικό μου τρόπο με την έννοια της καινοτομίας. Ο κάθε άνθρωπος όμως ακόμα κι αν έχει πέντε ίδια υλικά για να μαγειρέψει, ακόμα κι αν ακολουθήσει την ίδια ακριβώς συνταγή, το εκάστοτε αποτέλεσμα πάντα θα διαφέρει στη λεπτομέρεια. Άρα, ο συναισθηματικός κόσμος, η πνευματικότητα, η μουσικότητα και η αντίληψη φιλτράρουν τον τρόπο που χειριζόμαστε αυτά τα υλικά. Είναι αναπόφευκτα μοναδική η δημιουργική προσέγγιση και η μορφή που δίνει ο καθένας μας σε ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα.

-Τι σε οδήγησε στον χώρο της τροπικής μουσικής της Ανατολικής Μεσογείου;  Το ένστικτό μου με οδήγησε πολύ νωρίς σ’ αυτό το είδος της μουσικής. Θυμάμαι τον εαυτό μου από την Τετάρτη του Δημοτικού να πειραματίζομαι με ένα μπαγλαμαδάκι. Το είχα βάλει στο μάτι από τότε που ζούσαμε στην Αθήνα με την οικογένειά μου. Θυμάμαι ότι προσπαθούσα με επιμονή να μάθω τις μελωδίες που άκουγα στο κασετόφωνο, Μάρκο Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, Παπάζογλου κ.α. Πάντα με γοήτευε βαθύτερα ο ήχος της Ανατολής από εκείνον της Δύσης. Μεγαλώνοντας είχα την ευκαιρία και τη χαρά να ασχοληθώ και σε ακαδημαϊκό επίπεδο, να γνωρίσω και να μάθω από δασκάλους που θαύμαζα.

-Πώς προέκυψε το ενδιαφέρον σου για το ούτι; Θυμάμαι ότι πρωτάκουσα το όργανο αυτό σε μια γαλλική ταινία και ακαριαία μου γεννήθηκε το ενδιαφέρον να το ανακαλύψω. Εθνομουσικολογικά, εξ’όσων γνωρίζουμε, δεν έχουμε ενδείξεις ότι το ούτι ανήκει στην μουσική παράδοση της Κύπρου. Από την άλλη τα διάφορα λαουτοεοδή της Ευρώπης, η κιθάρα και τα λοιπά, προέκυψαν από το ούτι με αφορμή τις σταυροφορίες, με την αραβική κυριαρχία στην Ισπανία κ.α.. Άρα, αν λάβουμε υπόψη ότι η Κύπρος ήταν ανέκαθεν σταυροδρόμι και λιμάνι, προφανώς το ούτι πέρασε κατά καιρούς από αυτό τον τόπο.

-Οι γονείς σου πώς αντιμετώπισαν αυτή την επιλογή σου; Στους γονείς μου δεν πέρασε απαρατήρητο το γεγονός πως ότι από μικρή ηλικία είχα μια έμφυτη ευκολία με το «παιχνίδι» μουσική. Αρκετά μικρός δε, θυμάμαι πως είπα στον πατέρα μου, «αν κάνω οτιδήποτε άλλο στη ζωή μου πιθανόν θα είμαι δυστυχισμένος». Ευτυχώς είχαν την οξυδέρκεια να αντιληφθούν ότι η μουσική μου προσέφερε ηρεμία και ιδιαίτερη χαρά. Χρόνια αργότερα, στο Εθνικό Ωδείο της Αθήνας πήρα το Δίπλωμα Βυζαντινής Μουσικής από τον αήμνειστο Χρήστο Χατζηνικολάου καθώς παρακολούθησα και τα βασικά θεωρητικά Δυτικής Μουσικής. Το ούτι το διδάχθηκα για τέσσερα συναπτά χρόνια δίπλα στον βιρτουόζο ουτίτστα και συνθέτη Haig Yazdjian. Στο Πυθαγόρειο Ωδείο Αθηνών είχα την ιδιαίτερη τύχη να πάρω το Πτυχίο κλασικής κιθάρας με καθηγητή τον σολίστα και συνθέτη Κώστα Γρηγορέα.

-Σύντομα θα δώσεις σεμινάρια στο Μουσικό Χωριό Φέγγαρος, με τίτλο «Ο δρόμος του αυτοσχεδιασμού». Τι ρόλο παίζει στη δική σου δουλειά ο αυτοσχεδιασμός; Όλα προκύπτουν από την ευλογία της στιγμής. Μια στιγμή έμπνευσης θα σε οδηγήσει στο να συνθέσεις και να δημιουργήσεις ίσως κάτι ενδιαφέρον με βάση την πρωτόλεια ιδέα. Θεωρώ ότι πολλά στη ζωή προκύπτουν από τη διάθεσή μας να αυτοσχεδιάσουμε. Ωστόσο, στην τροπική μουσική ο αυτοσχεδιασμός δεν είναι πλήρως ελεύθερος όπου μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις χωρίς φραγμούς. Υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες τους οποίους οφείλουμε να ακολουθούμε, αλλά ο καθένας μας επίσης οφείλει να προσθέσει το δικό του άγγιγμα στην όλη διαδικασία.

-Και η έμπνευση πως προκύπτει; Η τριβή γεννά την έμπνευση. Κι εκείνη πάντοτε απρόσμενα, την πιο αναπάντεχη στιγμή. Το μυαλό μας δουλεύει ασταμάτητα στο συνειδητό μα και στο υποσυνείδητο και όταν έχεις τακτική επαφή με το αντικείμενο προσκαλείς τότε την έμπνευση. Για να την διακρίνεις όμως, είναι απαραίτητο να έχεις τις αισθήσεις, το πνεύμα και τη ψυχή σου διάπλατα ορθάνοιχτα.

-Έχεις κάνει μεταπτυχιακό στο περίφημο Κονσερβατόριο του Ρότερνταμ, όπου γνώρισες τον νεΐστα και συνθέτη Kudsi Erguner. Πώς επηρέασε την εξέλιξή σου αυτή η μαθητεία; Θεωρώ τον Kudsi Erguner έναν από τους βασικούς μου μέντορες τόσο μουσικά όσο και σε φιλοσοφικό επίπεδο. Αυτό που τον χαρακτηρίζει, πέραν της βαθύτατης γνώσης και τεράστιας εμπειρίας του είναι ότι διακρίνεται από ιδιαίτερη ταπεινότητα μα και υπέρμετρη δοτικότητα. Είναι ένας ζωντανός θρύλος της Οθωμανικής Μουσικής ενώ το 2016 ανακυρήχθηκε Unesco Artist for Peace. Είναι μεγάλη ευλογία για εμένα να έχω μαθητεύσει δίπλα του, να έχουμε ταξιδέψει μαζί για συναυλίες και να κουβαλώ στη μνήμη και τη ψυχή μου τόσες όμορφες στιγμές.

-Συνεργαστήκατε σε κάποιες συναυλίες; Η πιο αξιομνημόνευτη συναυλία μας για εμένα, την οποία σχεδιάζαμε για 8 περίπου χρόνια εώς ότου να υλοποιηθεί, έγινε τον Μάρτιο του 2025 στη Βενετία, στο San Giorgio Di Maggiore του Fondazione Cini, με την οικονομική στήριξη του Ιδρύματος Λεβέντη. Η θεματολογία αφορούσε τους παράλληλους μουσικούς κόσμους, από τη μια της πνευματικής παράδοσης των Σούφι και από την άλλην εκείνου της Βυζαντινής παράδοσης. Πέραν των μουσικών, στην ίδια σκηνή συνυπήρξαν δυο χορωδίες, αποτελούμενες από δέκα Σούφι τραγουδιστές και δέκα Κύπριους ψάλτες, τους οποίους είχα την τιμή να διευθύνω. Ήταν μία συναυλία όπου το μουσικό «χρώμα» είναι κοινό, με διαφορά ουσιαστικά στη γλώσσα και το μουσικό ύφος.

Φωτογραφία: Δημήτρης Βαττής

-Πώς κατάφεραν να επιβιώσουν αυτές οι μουσικές ώς σήμερα; Νομίζω πως ένας λόγος είναι ότι ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένες άρρηκτα με τη θρησκευτικότητα των λαών. Και κατ’ επέκταση με την «εξωτερική» λαϊκή μουσική την οποία χαρακτηρίζει μία ισχυρή διαχρονικότητα αφού αφορά τους «πολλούς».

-Εκτός από τον Kudsi, ποιους άλλους θεωρείς μέντορές σου;  Ένας άλλος άνθρωπος που με επηρέασε πολύ στο πως «σμιλεύεται» ο ήχος είναι ο Κώστας Γρηγορέας, που ανέφερα προηγουμένως. Όπως γεωγραφικά είμαστε με το ένα πόδι στην Ανατολή και το άλλο στη Δύση, έτσι κι εγώ τρέφω μια αγάπη για τη Δύση και μια λατρεία για την Ανατολή. Ο Κώστας Γρηγορέας μου έδειξε τους πρακτικούς τρόπους να συνδεθώ με τη Δυτική μουσική μέσω της κλασικής κιθάρας. Και ο Kudsi, μέσω των διδαχών του με ενέπενευσε στο να ερωτευτώ τον ήχο της Ανατολής. Μέντορές μου βέβαια θεωρώ και τους γονείς μου, ως οι πρώτοι μου καθοδηγητές στη ζωή.

-Τα τελευταία χρόνια είσαι στην μπάντα που πλαισιώνει τον Αλκίνοο Ιωαννίδη. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;  Τον Αλκίνοο τον θαύμαζα από νεαρή ηλικία και ενδόμυχα έτρεφα χρόνια τον πόθο να παίξω μια μέρα μαζί του. Ερχόμενος στην Κύπρο είχε την επιθυμία να δημιουργήσει ένα σχήμα αποτελούμενο από Κύπριους μουσικούς. Στην μπάντα παίζω ηλεκτρικό ούτι, μια μορφή κλασικής/ηλεκτρικής κιθάρας καθώς κάνω και φωνητικά. Τον θαυμάζω για τη μουσική του προσέγγιση στα πράγματα, την σταθερότητα και την ειλικρίνεια που χαρακτηρίζει το ήθος της μουσικής του. Πλέον μπορώ να πω πως τον εκτιμώ και για τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και την πνευματικότητά του. Παίζουμε μαζί από το 2023 και φέτος είχαμε τις πρώτες μας περιοδείες στο εξωτερικό. Απολαμβάνω πολύ αυτή τη συνεργασία, με γεμίζει ψυχικά και πνευματικά αυτό το ταξίδι δίπλα στον Αλκίνοο και του είμαι βαθύτατα ευγνώμων για την ευκαιρία που μου έδωσε.

-Η μουσική έχει τη δύναμη να επιδράσει στην προσωπικότητα των ανθρώπων;  Θεωρώ πως ναι. Ένα τραγούδι, ένας στίχος, μια μελωδία μπορεί να μας επηρεάσει ακόμη και σε σημαντικές αποφάσεις που καλούμαστε να πάρουμε για τη ζωή μας. Ένας στίχος μπορεί να ξεκινήσει μια επανάσταση, να γεννήσει ιδέες, μπορεί να οδηγήσει προς τη μια κατεύθυνση ή προς την άλλη, να αλλάξει τη φιλοσοφία σου, να ερωτευτείς, να δώσεις ακόμη και την ίδια σου τη ζωή. Δεν είναι τυχαίο πως οι στιγμές της έντονης χαράς μα και της απέραντης θλίψης συνοδεύουν τον άνθρωπο με μουσική.

-Ο ΘΟΚ σου απένειμε πρόσφατα το βραβείο «Νίκος Χαραλάμπους» για τη συμβολή σου στη μουσική σύνθεση, ενορχήστρωση και διδασκαλία της παραγωγής του έργου «Φοίνισσες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Μαγδαλένας Ζήρα και παραγωγή του ΘΟΚ, τον Ιούλιο του 2024. Έχεις γράψει μουσική και για άλλες θεατρικές παραστάσεις. Τι αποκόμισες από αυτή την εμπειρία; Το να γράψω μουσική για θέατρο ήταν αρχικά μια πρόκληση, αλλά μέσα από την τριβή και τις εμπειρίες που αποκόμισα στην πορεία άρχισα σιγά σιγά να αποκωδικοποιώ τους μηχανισμούς που απαιτούνται για να μπορέσει να υποστηριχθεί μουσικά ο θεατρικός λόγος. Στην περίπτωση των «Φοινισσών» ήταν η πρώτη φορά που καλέστηκα να γράψω μουσική για αρχαία τραγωδία και η πρώτη φορά που συνεργάστηκα συνθετικά με τον ΘΟΚ. Έτσι, η ευθύνη ήταν τρόπον τινά διπλή. Η μεγαλύτερή μου έγνοια ήταν πρωτίστως να καταλάβω και να σεβαστώ το «πνευματικό παιδί» του Ευριπίδη και έπειτα να το ντύσω καλαίσθητα με τα δικά μου «ρούχα». Τόσο οι δημιουργικοί συντελεστές, καθώς και οι ηθοποιοί αγκάλιασαν θερμά τις μουσικές συνθέσεις και την όλη διαδικασία.

-Κατέγραψες σε μια έρευνα 30 μουσικά είδη της Ανατολικής Μεσογείου και Κύπριους οργανοποιούς που περιλήφθηκαν σε ένα λεύκωμα. Τι σε παρακίνησε σ’ αυτή την έρευνα; Η ιδέα να δημιουργηθεί το λεύκωμα για τα μουσικά όργανα της Ανατολικής Μεσογείου ήταν του κ. Στέλιου Γιωργαλλίδη, διευθυντή της Κεντρικής Ασφαλιστικής. Η όλη διαδικασία της έρευνας, φωτογράφισης, των ηχογραφίσεων και του στησίματος ενός τέτοιου λευκώματος μου χάρισε πολύτιμη γνώση καθώς είχα παράλληλα την ευκαιρία να γνωρίσω πολλούς αφοσιωμένους Κύπριους οργανοποιούς. Διατηρώ μια βαθιά αγάπη για την κατασκευή οργάνων. Μικρός θυμάμαι να φτιάχνω αρκετά από τα παιχνίδια μου μόνος μου. Και γύρω στα 15 μου χρόνια πρωτάνοιξα την πόρτα του εργαστηρίου ενός Κύπριου οργανοποιού, του Μάριου Τορναρίτη. Έκτοτε ακόμη εξακολουθώ ανοίγω με κάθε ευκαιρία εκείνη την πόρτα.

-Κάνεις μια έρευνά στον τομέα ανέκδοτων βυζαντινών μοναστηριακών μουσικών χειρογράφων. Σε ποιο σημείο βρίσκεται; Αυτή την έρευνα την πρωτοξεκίνησα το 2015, την περίοδο όπου έκανα το μεταπτυχιακό μου. Μέσα από αυτή τη διαδικασία εντόπισα διάφορα μουσικά χειρόγραφα στην Αθήνα, σε Μητροπόλεις, σε Μονές του Αγίου Όρους κ.α. τα οποία δεν έχουν εκδοθεί αυτούσια ή σε παρτιτούρες, ούτε οι πλείστες  συνθέσεις που εμπεριέχονται σε αυτά έχουν ηχογραφηθεί ή εκδοθεί. Στόχος μου είναι να ξεκινήσω το συντομότερο δυνατό μία διδακτορική μελέτη μέσω της οποίας να διευρύνω την έρευνα αυτή εντρυφώντας εις βάθος σε αυτό το πλουσιότατο υλικό.

-Υπάρχει ενδιαφέρον από νέους γι’ αυτού του είδους τη μουσική; Μπορώ να πω πως πλέον υπάρχει θερμό ενδιαφέρον από τους νέους, και σ’ αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο και το γεγονός ότι τα παραδοσιακά όργανα και η παραδοσιακή μουσική γενικότερα συμπεριλαμβάνονται πια σε ακαδημαϊκές σπουδές, δίνοντας έτσι ένα επιπλέον κίνητρο στον όποιον/α ενδιαφερόμενο/η. Επίσης θεωρώ πως τα μουσικά σχολεία έδωσαν την ευκαιρία στους μαθητές να έρθουν άμεσα σε επαφή με το αντικείμενο. Αδιαμφισβήτητα και ο ρόλος πια του διαδικτύου με την ευκολία πρόσβασης στην πληροφορία είναι καταλυτικής σημασίας.

-Διδάσκεις μουσική στην Θεραπευτική Κοινότητα Απεξάρτησης Ναρκωτικών Αγία Σκέπη. Μίλησέ μας γι’ αυτή την εμπειρία. Στην «Αγία Σκέπη» δραστηριοποιούμαι τα τελευταία εφτά χρόνια. Η αλληλεπίδραση εκεί μεταξύ καθηγητή-μαθητή διαφέρει από μία συνηθισμένη διδακτική συνθήκη. Ζητούμενο είναι αρχικά η μουσική να αποτελέσει μέσο έκφρασης και ψυχικής αποσυμφόρησης. Προσπαθώ παράλληλα να κεντρίζω το ενδιαφέρον των μελών, ανήλικων ή ενήλικων για είδη μουσικής που πιθανώς να μην γνωρίζαν. Είναι μεγάλο δώρο, μετά από έναν εύλογο αριθμό συναντήσεων, να μου ζητούν να παίξουμε οργανική μουσική ή τραγούδια π.χ. του Χατζιδάκι, ή ακόμα και να έχουν αποστηθίσει στίχους ποιητών. Η εμπειρία αυτή μου προσφέρει και εμένα πολύτιμα μαθήματα.

-Μπορεί ένας δημιουργός στην Κύπρο να επιβιώσει επαγγελματικά από τη μουσική; Η δισκογραφία πλέον δεν έχει τη μορφή που είχε παλιά μέσω της οποίας μπορούσε ένας συνθέτης, μουσικός ή τραγουδιστής να στηριχθεί οικονομικά. Κάποτε η επιτυχία μετριόταν με τις πωλήσεις των δίσκων. Σήμερα δεν υπάρχει αυτό, λόγω του διαδικτύου και λόγω διαφόρων οικονομικών και πρακτικών καταστάσεων. Πλέον καλούμαστε όλοι οι δημιουργοί να γίνουμε πολυπράγμονες και να αναπτύξουμε δεξιότητες που πριν δεν ήταν απαραίτητα αναγκαίο. Για να επιβιώσει κάποιος πια καλείται και οφείλει να εξελίσσεται προς κάθε κατεύθυνση και να επιστρατεύει όλες του τις δεξιότητες.

-Υπάρχει ικανοποιητική στήριξη στους νέους δημιουργούς; Υπάρχει αφενός μία σεβαστή οικονομική στήριξη από το Υφυπουργείο Πολιτισμού και αφετέρου υπάρχουν και οι διάφοροι χώροι/ φεστιβάλ οι οποίοι στηρίζουν, με ίδιον κόπο και μόχθο, την καλλιτεχνική δημιουργία του τόπου. Γενικά θεωρώ ότι ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στην όποια οικονομική στήριξη. Μια τέτοια σταθερά μπορεί ανεπαίσθητα να οδηγήσει σε καλλιτεχνική «στείρωση». Σίγουρα η πολιτεία οφείλει να στηρίζει εμπράκτως το καλλιτεχνικό δυναμικό του τόπου, όμως ο καθένας μας είναι καλά από τη μεριά του να βρίσκει τους τρόπους να ποτίζει την καλλιτεχνική του δίψα.

-Έχεις ταξιδέψει σε διάφορες χώρες για συναυλίες. Τι κρατάς από αυτά τα ταξίδια; Είναι μεγάλη ευλογία να μπορείς να ταξιδεύεις τον κόσμο για να παίξεις τη μουσική που αγαπάς. Αυτό βέβαια δεν προκύπτει από σύμπτωση αλλά είναι φυσικό επακόλουθο της πλήρους αφοσίωσης, των επιλογών, των συγκυριών, της υπομονής και επιμονής, του τρόπου και φυσικά των ικανοτήτων του καθενός ανθρώπου. Τα ταξίδια κάθε φορά με πλημμυρίζουν με ευγνωμοσύνη, ταπεινότητα, μου δίνουν κουράγιο να συνεχίσω, μου χαρίζουν εικόνες, χαμόγελα κι αρώματα. Εύχομαι εκείνα που θα ακολουθήσουν, όσα κι αν είναι, να αφήνουν την ίδια γλυκύτατη γεύση.

Ελεύθερα 5.7.2026