Οι Πέρσες του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.
Στη θεατρική δημιουργία προκύπτει πάντα ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα: η σχέση θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη. Ίσως τα πράγματα ξέφυγαν τη στιγμή που δόθηκε υπερβολικά μεγάλη βαρύτητα στο σκηνοθετικό όραμα και υποβαθμίστηκε η ευθύνη του σκηνοθέτη να διερμηνεύσει τον θεατρικό συγγραφέα στο κοινό και να καθοδηγήσει τους ηθοποιούς, ώστε να έχουν συνέπεια στην υποκριτική τους φόρμα.
Δυστυχώς, ο Χρ. Θεοδωρίδης, όπως και ο Ξέρξης, γνώρισε την διάψευση των προσδοκιών του, στους Πέρσες. Ο Αισχύλος γράφει επιδιώκοντας μια συγκεκριμένη συνθήκη: ο χορός αποτελείται από γέροντες στα Σούσα, που δεν πήγαν να πολεμήσουν στην εκστρατεία του Πέρση βασιλιά λόγω ηλικίας. Ο σκηνοθέτης επιδιώκοντας την υπερβαση της συνθήκης δημιουργεί ένα μεικτό χορό από νέους και νέες.
Από τη στιγμή που γίνεται μια τέτοια επιλογή η παράσταση είτε θα πρέπει να απομακρυνθεί πολύ από το κείμενο για να στηρίξει την οπτική του σκηνοθέτη, είτε θα καταλήξει σε παραδοξότητα όπου ο θεατής άλλα θα βλέπει κι άλλα θα ακούει.
Στην περίπτωση αυτή το σκηνοθετικό όραμα παραγνωρίζει εντελώς τον κλασικό συγγραφέα. Με όλους τους τρόπους. Μη συμβατές εικόνες και λόγια, αφενός, πρόσθεση εμβόλιμων κειμένων με αφηγήσεις από σύγχρονους πολέμους αφετέρου. Όλα ατεκμηρίωτα και αυθαίρετα.
Στην κατάμεστη Επίδαυρο, η απογοήτευση αυτής της μέτριας παράστασης προέκυψε στο μεγαλύτερο μέρος του κοινού όχι από την πιο πάνω ανάλυση, αλλά από τον εξαιρετικά αργό ρυθμό της παράστασης που κούρασε και εμπόδισε το έργο να απογειωθεί. Κι έμοιαζε τόσο πολύ ο Αναστάσης Ροϊλός που υποδυόταν τον Ξέρξη με τον σκηνοθέτη που αλλιώς τα σχεδίασε στο μυαλό του κι αλλιώς του βγήκαν. Κι ίσως πίσω από τον Ξέρξη να κρύβεται κι ένας αλαζονικός Δαρείος, δηλαδή αυτός που έχει την ευθύνη για το πρόγραμμα του Φεστιβάλ.