Οι βουλευτικές εκλογές του 2026 επανέφεραν στον δημόσιο διάλογο δύο παλαιά αλλά σταθερά επίκαιρα ερωτήματα: (1) πόσο δίκαιο είναι το κυπριακό εκλογικό σύστημα και (2) σε ποιο βαθμό η τελική κατανομή των εδρών αντανακλά τη βούληση του εκλογικού σώματος; Το ζήτημα δεν είναι μόνο αριθμητικό. Είναι βαθιά πολιτειακό. Αφορά τη νομιμοποίηση, την αντιπροσώπευση, τη λειτουργικότητα της Βουλής και την ισορροπία ανάμεσα στην αναλογικότητα και την ανάγκη αποφυγής υπερβολικού κοινοβουλευτικού κατακερματισμού.
Όταν σημαντικό ποσοστό ψηφοφόρων επιλέγει κόμματα, συνδυασμούς ή υποψηφίους που τελικά μένουν εκτός Βουλής, ανακύπτει εύλογα το ερώτημα κατά πόσο η ψήφος αυτών των πολιτών μετατρέπεται σε ουσιαστική κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν συνυπολογίζεται και η αποχή, διότι τότε η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση των κομμάτων που εισέρχονται στη Βουλή αντιστοιχεί σε ακόμη μικρότερο ποσοστό του συνολικού εκλογικού σώματος.
Προκειμένου να αξιολογηθεί διεξοδικά το ζήτημα, πρέπει πρώτα να γίνει κατανοητός ο τρόπος λειτουργίας του ισχύοντος συστήματος. Τα άρθρα 32 και 33 του εκλογικού νόμου αποτελούν τον πυρήνα της μεθόδου κατανομής των βουλευτικών εδρών. Η διαδικασία δεν είναι μία απλή πράξη διαίρεσης ψήφων με έδρες. Είναι μια σύνθετη νομικομαθηματική διαδικασία, η οποία εφαρμόζεται αυστηρά από τον Έφορο, με βάση συγκεκριμένα στάδια, όρια, εκλογικά μέτρα, αχρησιμοποίητα υπόλοιπα και κανόνες ανακήρυξης των επιτυχόντων.
Η φιλοσοφία του συστήματος
Το κυπριακό εκλογικό σύστημα επιχειρεί να συνδυάσει δύο αρχές που συχνά συγκρούονται. Η πρώτη είναι η αναλογική αντιπροσώπευση. Δηλαδή, τα κόμματα και οι συνδυασμοί να λαμβάνουν κοινοβουλευτική δύναμη όσο το δυνατόν πιο κοντά στην πραγματική εκλογική τους επιρροή. Η δεύτερη είναι η λειτουργικότητα του Κοινοβουλίου. Δηλαδή, επιδιώκεται η αποφυγή του υπερβολικού κατακερματισμού της εκπροσώπησης στο Κοινοβούλιο. Η παρουσία πολλών συνδυασμών ή κομμάτων στο Κοινοβούλιο, με μικρή αναλογική εκπροσώπηση, ενδέχεται να δυσχεράνει τη συγκρότηση πλειοψηφιών, τη νομοθετική παραγωγή και τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος. Η ύπαρξη ορίου συμμετοχής στη δεύτερη κατανομή υπηρετεί αυτή τη λογική. Όμως κάθε τέτοιο όριο έχει και κόστος αντιπροσώπευσης, διότι ψήφοι πολιτών που κατευθύνονται σε κόμματα κάτω από το όριο δεν εκπροσωπούνται στο Κοινοβούλιο αλλά ούτε και συμβάλλουν στην τελική κατανομή αδιάθετων εδρών. Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας του προβλήματος: το σύστημα δεν είναι αμιγώς αναλογικό. Είναι αναλογικό με διορθωτικούς, περιοριστικούς και σταθεροποιητικούς μηχανισμούς.
Η πρώτη κατανομή εδρών — Άρθρο 32
Το άρθρο 32 ρυθμίζει την πρώτη κατανομή εδρών σε επίπεδο εκλογικής περιφέρειας. Κάθε εκλογική περιφέρεια έχει προκαθορισμένο αριθμό εδρών. Μετά τη διαλογή και την καταμέτρηση των ψήφων, ο Έφορος κάθε περιφέρειας συγκεντρώνει και κατατάσσει τα αποτελέσματα και προχωρεί στην πρώτη κατανομή. Η βασική πράξη είναι ο υπολογισμός του εκλογικού μέτρου της περιφέρειας. Το εκλογικό μέτρο προκύπτει ως εξής: Το σύνολο έγκυρων ψήφων της περιφέρειας διαιρείται με των αριθμό εδρών της περιφέρειας. Το δεκαδικό ή κλασματικό μέρος παραλείπονται. Το ακέραιο πηλίκο αποτελεί το εκλογικό μέτρο.
Στη συνέχεια, η εκλογική δύναμη κάθε συνδυασμού, δηλαδή το σύνολο των έγκυρων ψήφων που έλαβε στην περιφέρεια, διαιρείται με το εκλογικό μέτρο. Ο συνδυασμός/κόμμα λαμβάνει τόσες έδρες όσες φορές το εκλογικό μέτρο περιέχεται στην εκλογική του δύναμη, όπως φαίνεται στο παράδειγμα πιο κάτω.


Έτσι, το κόμμα αυτό λαμβάνει τρεις έδρες στην πρώτη κατανομή και διατηρεί υπόλοιπο 5.000 ψήφων. Αυτό το υπόλοιπο δεν εξαφανίζεται. Καταγράφεται ως αχρησιμοποίητο υπόλοιπο και αποκτά σημασία στη δεύτερη κατανομή.
Το άρθρο 32 προβλέπει επίσης ειδικούς κανόνες. Αν μία περιφέρεια εκλέγει μόνο έναν βουλευτή, η έδρα δίνεται στο κόμμα, συνασπισμό, συνδυασμό ανεξαρτήτων ή ανεξάρτητο υποψήφιο που έχει τη σχετική πλειοψηφία. Επίσης, ανεξάρτητος υποψήφιος που λαμβάνει ψήφους ίσες ή μεγαλύτερες από το εκλογικό μέτρο καταλαμβάνει μία έδρα. Οι έδρες που παραχωρούνται σε κάθε συνδυασμό καταλαμβάνονται από τους υποψηφίους του με βάση τους σταυρούς προτίμησης. Εκλέγονται κατά σειρά όσοι έχουν τους περισσότερους σταυρούς. Αν δεν υπάρχουν σταυροί προτίμησης, λαμβάνεται υπόψη η σειρά αναγραφής στο ψηφοδέλτιο. Σε περίπτωση ισοψηφίας μεταξύ υποψηφίων του ίδιου συνδυασμού, όταν οι διαθέσιμες έδρες δεν επαρκούν για όλους τους ισοψηφήσαντες, η επιλογή γίνεται με κλήρωση από τον Έφορο.
Προοπτικές αναθεώρησης
Η συζήτηση για αναθεώρηση των άρθρων 32 και 33 είναι θεμιτή και αναγκαία. Δεν πρέπει όμως να γίνεται με συνθήματα, αλλά με πλήρη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί σήμερα το σύστημα.
Πιο κάτω παρουσιάζονται κάποιες πιθανές επιλογές και κάποια ενδεχόμενα αποτελέσματα, τα οποία θα μπορούσαν να εξεταστούν, προκειμένου να διεξαχθεί μια δομημένη και συστηματική συζήτηση:

Κάθε επιλογή έχει ενδεχόμενα οφέλη και ενδεχόμενες προκλήσεις, οι οποίες πρέπει να ζυγιστούν. Η μείωση των ορίων ενισχύει την αντιπροσώπευση, αλλά μπορεί να αυξήσει τον κατακερματισμό. Η διατήρηση υψηλότερων ορίων προστατεύει τη λειτουργικότητα, αλλά αφήνει εκτός Βουλής περισσότερες ψήφους, άρα μειώνει την έκταση εκπροσώπησης της κοινωνίας. Μια μέθοδος εξισορρόπησης βελτιώνει την αναλογικότητα, αλλά μπορεί να αποδυναμώσει την περιφερειακή διάσταση της εκπροσώπησης.
Το πραγματικό ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η μαθηματική δικαιοσύνη. Είναι η θεσμική ισορροπία ανάμεσα στην ουσιαστική εκπροσώπηση της κοινωνίας και στη δυνατότητα της Βουλής να λειτουργεί αποτελεσματικά. Τα άρθρα 32 και 33 του εκλογικού νόμου βρίσκονται ακριβώς στον πυρήνα αυτής της ισορροπίας. Καθορίζουν όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο μετατρέπονται οι ψήφοι σε έδρες, αλλά και ποια πολιτική φιλοσοφία υπηρετεί το εκλογικό σύστημα: περισσότερη
αναλογικότητα ή περισσότερη σταθερότητα;
Η όποια προσπάθεια αναθεώρησης δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τεχνική. Θα είναι ένα κορυφαίο πολιτειακό ζήτημα αρχιτεκτονικής του πολιτικού συστήματος. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία εκπροσωπείται, τον τρόπο με τον οποίο η Βουλή συγκροτείται και τον τρόπο με τον οποίο η βούληση του εκλογικού σώματος μετατρέπεται σε θεσμική εξουσία και νομιμοποίηση.

Υπάρχει και ακόμη μία σημαντική λεπτομέρεια: αν ένας συνδυασμός δικαιούται περισσότερες έδρες από τους υποψηφίους που έχει παρουσιάσει, λαμβάνει μόνο τόσες έδρες όσοι είναι οι υποψήφιοί του. Οι υπόλοιπες έδρες μένουν αδιάθετες και λαμβάνονται υπόψη στην επόμενη φάση.
Μετά την πρώτη κατανομή, ο Έφορος αποστέλλει στον Γενικό Έφορο τα αποτελέσματα, τις έδρες που κατανεμήθηκαν, τις αδιάθετες έδρες και τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα. Αυτά τα στοιχεία είναι η βάση της δεύτερης κατανομής.
Η δεύτερη κατανομή εδρών — Άρθρο 33
Το άρθρο 33 ενεργοποιείται όταν, μετά την πρώτη κατανομή, παραμένουν αδιάθετες έδρες. Σε αυτή τη φάση, η επικράτεια της Κύπρου, η Δημοκρατία, όπως αναφέρεται στον νόμο, θεωρείται ως μία ενιαία εκλογική περιφέρεια. Δηλαδή, η δεύτερη κατανομή δεν γίνεται απομονωμένα ανά επαρχία, αλλά σε παγκύπριο επίπεδο.

Τα ποσοστά αυτά υπολογίζονται επί του συνόλου των έγκυρων ψήφων σε ολόκληρη την επικράτεια της Δημοκρατίας. Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία του συστήματος. Η δεύτερη κατανομή, που λειτουργεί ως μηχανισμός παγκύπριας εξισορρόπησης, δεν είναι ανοιχτή σε όλους. Είναι διαθέσιμη μόνο σε κόμματα ή συνασπισμούς που υπερβαίνουν τα προβλεπόμενα όρια. Συνεπώς, οι ψήφοι προς κόμματα κάτω από το όριο δεν αξιοποιούνται σε αυτή τη φάση για την κατανομή των αδιάθετων εδρών.
Το άρθρο 33 προβλέπει και ειδικές περιπτώσεις. Αν μόνο ένα κόμμα ή μόνο ένας συνασπισμός περάσει τα απαιτούμενα όρια, τότε μπορεί να συμμετάσχει και το αμέσως επόμενο σε εκλογική δύναμη κόμμα ή συνασπισμός, με βάση τους ειδικούς συγκριτικούς κανόνες που ορίζει ο νόμος. Αν κανένα κόμμα ή συνασπισμός δεν περάσει τα όρια, τότε συμμετέχουν μόνο δύο σχηματισμοί, δηλαδή τα κόμματα ή οι συνασπισμοί που υπολείπονται κατά το μικρότερο ποσοστό από το αντίστοιχο όριο συμμετοχής.
Επίσης, το άρθρο 33 περιλαμβάνει ειδικό περιορισμό για τη δεύτερη έδρα αυτοτελούς κόμματος από τη δεύτερη κατανομή. Αυτοτελές κόμμα που συμμετέχει στη δεύτερη κατανομή δικαιούται δεύτερη έδρα από αυτήν μόνο εφόσον έχει συγκεντρώσει τουλάχιστον 3,6% παγκύπρια.
Το εκλογικό μέτρο της δεύτερης κατανομής
Για τη δεύτερη κατανομή αθροίζονται τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα από την πρώτη κατανομή όλων των κομμάτων και συνασπισμών που δικαιούνται να συμμετάσχουν στη δεύτερη κατανομή. Το άθροισμα αυτό διαιρείται με τον αριθμό των αδιάθετων εδρών. Το αποτέλεσμα, χωρίς το κλασματικό μέρος, είναι το εκλογικό μέτρο της δεύτερης κατανομής, όπως φαίνεται και στον πίνακα:


Όπως αναλύεται και στον πίνακα, αυτό το κόμμα λαμβάνει δύο πρόσθετες έδρες και του μένει νέο υπόλοιπο 1.000 ψήφοι. Η διαδικασία αυτή δείχνει ότι η δεύτερη κατανομή δεν βασίζεται στο σύνολο των ψήφων κάθε κόμματος, αλλά στα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα που προέκυψαν από την πρώτη κατανομή. Αυτή είναι μια κρίσιμη πρόνοια/διαδικασία. Η δεύτερη κατανομή δεν επαναλαμβάνει την πρώτη σε παγκύπρια κλίμακα. Λειτουργεί πάνω στα υπόλοιπα της πρώτης κατανομής.
Σε ποιες περιφέρειες αποδίδονται οι έδρες της δεύτερης κατανομής;
Το άρθρο 33 δεν προνοεί μόνο για τις πρόσθετες έδρες λαμβάνει κάθε κόμμα ή συνασπισμός. Ρυθμίζει και σε ποιες εκλογικές περιφέρειες αποδίδονται αυτές οι έδρες. Αν η έδρα που κατανεμήθηκε στη δεύτερη κατανομή είναι μία, παραχωρείται στον συνδυασμό του κόμματος ή συνασπισμού στην εκλογική περιφέρεια στην οποία ανήκει η αδιάθετη έδρα.
Αν οι έδρες είναι περισσότερες και περιέρχονται σε περισσότερα κόμματα ή συνασπισμούς, τότε εφαρμόζεται πιο σύνθετη διαδικασία. Τα κόμματα ή οι συνασπισμοί κατατάσσονται με βάση το ύψος των παγκύπριων αχρησιμοποίητων υπολοίπων τους από την πρώτη κατανομή. Προηγούνται όσοι συνασπισμοί/κόμματα έχουν τα μεγαλύτερα υπόλοιπα.
Στη συνέχεια, εξετάζονται οι εκλογικές περιφέρειες οι οποίες έχουν αδιάθετες έδρες. Για κάθε κόμμα ή συνασπισμό αναζητείται η περιφέρεια στην οποία εμφανίζει το μεγαλύτερο αχρησιμοποίητο υπόλοιπο. Η έδρα παραχωρείται εκεί, εφόσον υπάρχει διαθέσιμη αδιάθετη έδρα στην περιφέρεια αυτή. Αν δεν υπάρχει, εξετάζεται η επόμενη περιφέρεια όπου το κόμμα εμφανίζει το αμέσως μεγαλύτερο υπόλοιπο, όπως φαίνεται στο πιο κάτω παράδειγμα:

Αν το κόμμα δικαιούται έδρα και υπάρχει αδιάθετη έδρα στη Λευκωσία, λ.χ., η έδρα θα αποδοθεί εκεί, επειδή εκεί έχει το υψηλότερο υπόλοιπο. Αν δεν υπάρχει διαθέσιμη έδρα στη Λευκωσία, τότε εξετάζεται η Λεμεσός, και στη συνέχεια η Λάρνακα. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται διαδοχικά για τα κόμματα ή τους συνασπισμούς με βάση τη σειρά κατάταξής τους και μέχρι να εξαντληθούν οι έδρες που δικαιούται κάθε κόμμα ή συνασπισμός από τη δεύτερη κατανομή. Έτσι, το σύστημα επιχειρεί να συνδυάσει δύο στοιχεία: (1) την παγκύπρια εκλογική δύναμη και (2) τη γεωγραφική κατανομή των υπολοίπων.
Οι έδρες που απομένουν μετά τη δεύτερη κατανομή και το όριο 7,2%
Το άρθρο 33 προβλέπει και επόμενο στάδιο. Αν μετά τη δεύτερη κατανομή παραμένουν ακόμη αδιάθετες έδρες, αυτές διανέμονται μία-μία με βάση τα μεγαλύτερα υπόλοιπα που προκύπτουν από τη δεύτερη κατανομή. Όμως, σε αυτό το στάδιο, τίθεται αυστηρότερη προϋπόθεση για τα αυτοτελή κόμματα: για να λάβει κόμμα έδρα σε αυτό το στάδιο, πρέπει να έχει συγκεντρώσει ποσοστό 7,2% επί του συνόλου των έγκυρων ψήφων παγκύπρια. Για τους συνασπισμούς κομμάτων ισχύουν τα ποσοστά που προβλέπονται για τη συμμετοχή τους στη δεύτερη κατανομή.
Η ρύθμιση αυτή ενισχύει ακόμη περισσότερο τη λογική της λειτουργικότητας και του περιορισμού του κατακερματισμού. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνει την απόσταση από την απόλυτη αναλογικότητα. Οι έδρες που τελικά αποδίδονται σε κάθε κόμμα καταλαμβάνονται από τους υποψηφίους σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 32, δηλαδή προηγούνται όσοι έχουν τους περισσότερους σταυρούς προτίμησης και, όπου απαιτείται, εφαρμόζονται οι κανόνες για ισοψηφίες και σειρά αναγραφής.
Είναι δίκαιο το σύστημα;
Το κατά πόσο το σύστημα αυτό είναι δίκαιο ή όχι εξαρτάται από την αντίληψη περί της αρχής της δίκαιης αντιπροσώπευσης. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι το παρόν σύστημα συμβάλλει στη λειτουργικότητα της Βουλής. Θέτει όρια εισόδου, αποτρέπει την υπερβολική πολυδιάσπαση και περιορίζει την πιθανότητα δημιουργίας ενός Κοινοβουλίου με πολλές πολύ μικρές πολιτικές ομάδες, οι οποίες θα μπορούσαν να δυσχεράνουν τη λήψη αποφάσεων. Από την άλλη πλευρά, το σύστημα δημιουργεί αναπόφευκτα έλλειμμα αντιπροσώπευσης. Όσοι ψηφίζουν κόμματα που δεν υπερβαίνουν τα προβλεπόμενα όρια δεν βλέπουν την ψήφο τους να μετατρέπεται σε κοινοβουλευτική παρουσία. Όσο μεγαλύτερη είναι η αποχή και όσο περισσότερες ψήφοι συγκεντρώνονται από κόμματα εκτός Βουλής, τόσο εντονότερο γίνεται το ζήτημα νομιμοποίησης της κοινοβουλευτικής εξουσίας από το εκλογικό σώμα.
Το πρόβλημα προφανώς δεν είναι η εφαρμογή του νόμου. Ο νόμος εφαρμόζεται ακριβώς όπως έχει θεσπιστεί. Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά την τεχνική εφαρμογή από τον Έφορο, αλλά την πολιτική και θεσμική επιλογή που προβλέπουν τα άρθρα 32 και 33.
Θα μείωνε μια πιο αναλογική κατανομή την αποχή;
Αυτό δεν είναι βέβαιο. Η αποχή συνδέεται με βαθύτερα φαινόμενα: κρίση εμπιστοσύνης, πολιτική απογοήτευση, αίσθημα απόστασης από τα κόμματα και αδυναμία ταύτισης με το πολιτικό σύστημα. Μια πιο αναλογική κατανομή δεν θα εξαφάνιζε αυτά τα φαινόμενα. Θα μπορούσε, όμως, να ενισχύσει την αίσθηση ότι περισσότερες ψήφοι έχουν πραγματική κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Μια πιο αναλογική κατανομή θα μπορούσε επίσης να επιτρέψει την είσοδο νέων πολιτικών ρευμάτων στη Βουλή και να μειώσει την αίσθηση ότι η ψήφος προς μικρότερους σχηματισμούς είναι «χαμένη».
Το πραγματικό δίλημμα
Η ουσία βρίσκεται σε ένα κλασικό δίλημμα: Λειτουργικότητα ή μέγιστη αντιπροσώπευση;Ένα πιο αναλογικό σύστημα αντανακλά πληρέστερα την κοινωνική και πολιτική πολυμορφία, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερο κοινοβουλευτικό κατακερματισμό.Ένα πιο περιοριστικό σύστημα διευκολύνει τη σταθερότητα και τη λειτουργία της Βουλής, αλλά αφήνει περισσότερους ψηφοφόρους χωρίς άμεση κοινοβουλευτική έκφραση.Προφανώς, δεν υπάρχει απολύτως ουδέτερο ή τέλειο εκλογικό σύστημα. Κάθε σύστημα είναι μια εκούσια θεσμική επιλογή ισορροπίας ανάμεσα σε ανταγωνιστικές αρχές.
*Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής και Διακυβέρνησης, Παν. Λευκωσίας.