Οι ιστορίες του πολέμου είναι από αυτές που δεν σβήνουν ποτέ από τη μνήμη. Κυνηγούν όσους τις βίωσαν και οι εικόνες εκείνες ξυπνούν έντονες αναμνήσεις. Ο Δήμος Κουρής ήταν το 1974 26 χρόνων, και εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου.

Είχε συλληφθεί, βασανιστεί από τον κατοχικό στρατό και παρέμεινε αιχμάλωτος μέχρι την προτελευταία ημέρα ανταλλαγής, στις 27 Οκτωβρίου. Τρεις μήνες στα μπουντρούμια του Αττίλα… Τρεις μήνες που στιγμάτισαν τη ζωή του. Τρεις μήνες που νόμιζε ότι ήταν αιώνες. Για χρόνια προσπαθούσα να τον πείσω να μιλήσουμε για τα βιώματά του. Αρνείτο, καθώς θεωρούσε πως η ιστορία του δεν είχε οτιδήποτε να προσθέσει από οποιαδήποτε άλλη.

Στις 20 Ιουλίου, με την έναρξη της εισβολής παρουσιάσθηκε στο στρατόπεδο της Αθαλάσσας, στη Λευκωσία και έθεσε εαυτό στην υπηρεσία της πατρίδας για την αντιμετώπιση του εισβολέα. Με τη συμφωνία για την πρώτη εκεχειρία, είχε ανακοινωθεί πως όσοι στρατεύσιμοι δεν ήταν σε μονάδες πρώτης γραμμής και εργάζονταν σε ουσιώδεις υπηρεσίες, δημόσια υπηρεσία, ημικρατικούς οργανισμούς, τράπεζες, θα έπρεπε να επιστρέψουν στις εργασίες τους.   

Στις 14 Αυγούστου 1974, βρισκόταν στο χωριό του, τη Μια Μηλιά Λευκωσίας. Ο πατέρας του, καφετζής, μπακάλης και τις Κυριακές κρεοπώλης, Χριστόδουλος Κουρής, πήρε το ποδήλατό του και έφυγε από το σπίτι. Παρά τις έντονες εκκλήσεις της οικογένειας, επέμεινε. Ήθελε να πάει για να δει, όπως τους είπε, τι συνέβαινε στο χωριό. Από εκείνη τη στιγμή είχαν χαθεί τα ίχνη του. Αν και στο φάκελό του, στην Υπηρεσία Αγνοουμένων, αναφέρεται μαρτυρία ότι θεάθηκε στο γκαράζ Παυλίδη, το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τον κατοχικό στρατό ως φυλακή, αυτό δεν ίσχυε. Τα οστά του βρέθηκαν  σε απόσταση 150 μέτρων από το σπίτι του, δυτικά προς το Νέο Χωρίο Κυθρέας, στην κοίτη ρυακιού. Γιατί εκτελέσθηκε και έτυχε αυτής της συμπεριφοράς; Αν και είχε πολύ καλές σχέσεις με τους Τούρκους των γειτονικών χωριών, συνελήφθη και εκτελέσθηκε μαζί με άλλους Ελληνοκύπριους. Σύμφωνα με τον ερευνητή Οδυσσέα Χρήστου, «η σορός (του Χριστόδουλου Κουρή) αποκαλύφθηκε από τις βροχές το Φεβρουάριο του 1975. Υπήρχαν κι άλλοι. Τότε τους μετακίνησαν. Κομμάτια από τα οστά παρέμειναν και εντοπίσθηκαν αργότερα. Οι συνθήκες εκτέλεσης και ανεύρεσης των οστών του παραμένουν άγνωστες σε εμάς· το μόνο που εντοπίσαμε είναι μαρτυρίες Τουρκοκυπρίων που αναφέρουν ότι Τούρκος έποικος περιέφερε ως τρόπαιο το κεφάλι του Κουρή στο χωριό της Μιας Μηλιάς». Η περιγραφή είναι συγκλονιστική και επιβεβαιώνει τη βαρβαρότητα του κατακτητή. Ο Δήμος δεν ήθελε να το κουβεντιάσει. Είχε ακούσει κι άλλα για τα δεινά που πέρασε ο πατέρας του.

Όταν αναφέρθηκε στον πατέρα του έμεινε για λίγο σιωπηρός και συνέχισε την αφήγηση.

Στις 14 Αυγούστου 1974, με την εκδήλωση της δεύτερης φάσης του Αττίλα, ο Δήμος, η μητέρα και η αδελφή του, ξεκίνησαν με τα πόδια να φύγουν από το χωριό με κατεύθυνση τη Λευκωσία.  Δεν είχαν μεταφορικό μέσο.

Περπατώντας μέσα από τα χωράφια, φάρμες, περβόλια έβλεπαν γύρω τους τα ξερά χόρτα να καίγονται από βλήματα πυροβόλων που έπεφταν παντού. Κατευθύνθηκαν προς τον νέο δρόμο της Αμμοχώστου, έφθασαν σε ένα εργοστάσιο τούβλων, όπου συνάντησαν τον θείο του και την οικογένειά του, ο οποίος τους είπε να μείνουν στο χώρο αυτό, καθώς εκεί έμειναν και στην πρώτη φάση της εισβολής. Ήταν, ωστόσο, επιφυλακτικοί για την ασφάλεια του χώρου και αποφάσισαν να προχωρήσουν. Πέρασαν από τον ποταμό και βγήκαν στα περιβόλια προς τον Άγιο Δημήτριο. Ξαφνικά στα αριστερά τους είδαν ένα άρμα μάχης των Τούρκων, το οποίο λίγα λεπτά αργότερα αποχώρησε από την τοποθεσία αυτή. Όταν βρέθηκαν στις Μάντρες των βοσκών, στην περιοχή Καϊμακλίου, σταμάτησαν και επειδή βρισκόντουσαν κι άλλοι αποφάσισαν να μείνουν.

Από εκεί, στις Μάντρες των βοσκών, έβλεπαν τα άρματα μάχης να προελαύνουν. Είχε σπάσει η γραμμή άμυνας της Μιας Μηλιάς. Κάποια στιγμή και ενώ ήταν συγκεντρωμένοι εκεί, από τον ποταμό είδαν να βγαίνουν Τούρκοι ένοπλοι στρατιώτες. Είχαν μαζί τους και Ελληνοκύπριους αιχμαλώτους. «Θυμάμαι τον Νίκο Κολοκάση, από τη Μια Μηλιά, μαζί με τις αδελφές του με τον οποίο είμαστε συγγενείς. Τους είχαν συλλάβει στο χοιροστάσιο που είχαν, δίπλα από το κοιμητήριο της Μιας Μηλιάς. Εκεί, αναφέρει ο Δήμος, ήταν ο Γιώργος Μύθιλλος, ο Αιμίλιος Ευδοκίμου. Ο τελευταίος ήταν στο τάγμα του Τάσου Μάρκου και πήγαινε εκεί κάθε πρωί και έπαιρνε γάλα για τους στρατιώτες. Αμφότεροι είχαν συλληφθεί από τους Τούρκους και για χρόνια αγνοείτο η τύχη τους. Ο Γιώργος είχε βγάλει το στρατιωτικό πουκάμισο και ο Αιμίλιος το πηλήκιο, αλλά τούτο δεν απέτρεψε τους Τούρκους να τους εντοπίσουν, ανάμεσα σε άλλους και να τους μεταφέρουν σε άλλο κοντινό χώρο, όπου και τους εκτέλεσαν. Στο χώρο αυτό υπήρξαν κι άλλες εκτελέσεις.

Μας είχαν συλλάβει όλους. Ήταν γύρω στο μεσημέρι, κάποιοι από εμάς βρισκόντουσαν στις σπηλιές της περιοχής. Μας έβγαλαν όλους έξω, στη συνέχεια χώρισαν τις γυναίκες, τα παιδιά από τους άνδρες. Μας έβαλαν φάλαγγα κατ’ άνδρα και μας μετέφεραν σε ένα χωράφι. Γίναμε αντιληπτοί από θέσεις της Εθνικής Φρουράς και ξεκίνησαν να βάλλουν με όλμους. Οι Τούρκοι έβαλαν μπροστά τους Ελληνοκύπριους αιχμαλώτους, τους διέταξαν να μην πέφτουν κάτω για να προστατευθούν από τους όλμους.

Όταν φτάσαμε στο χωράφι που μας μετέφεραν και διανυκτερεύσαμε, εκεί είδα τον χωριανό μου Άγγελο Ανδρέου Πόρτη, ντυμένο με πολιτικά ρούχα. Τον είχαν δεμένο χέρια και πόδια. Τον συνέλαβαν ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητό του πηγαίνοντας στο χωριό να πάρει τους γονείς του.

Το βράδυ ο Άγγελος κατάφερε να λύσει το σχοινί, με το οποίο ήταν δεμένος. Δεμένοι είμαστε όλοι. Μόλις έμειναν ελεύθερα τα χέρια του, είπε ότι ήθελε να δραπετεύσει, ωστόσο, τον απέτρεψαν οι υπόλοιποι.

Θυμάμαι πως όταν είμαστε κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο στις μάντρες, ήλθε ένας Τούρκος στρατιώτης και μας έδειξε κλειδιά αυτοκινήτου, ζητώντας να μάθει σε ποιον ανήκε. Κάποιος είχε αναφέρει πως ανήκε στον Γιώργο Μύθιλλο. Ο Κολοκάσης τα πήρε για να τα δώσει στον Γιώργο Μύθιλλο. Τελικά τα κλειδιά, όπως έμαθα,  δεν ήταν του αυτοκινήτου του Γιώργου Μύθιλλου, αλλά κάποιου άλλου. Πιθανολογώ ότι αυτή η κίνηση/ενέργεια ήταν μοιραία και έκτοτε ο Κολοκάσης αγνοείται…

Την επόμενη ημέρα, ενώ είμαστε ακόμη στα χωράφια, το απόγευμα ήλθαν λεωφορεία και μας πήραν όλους.

Μας οδήγησαν στις φυλακές του Σεραγίου. Ήταν σούρουπο.  Είχαμε δεμένα τα μάτια κατά τη διαδρομή. Όταν φθάσαμε μας έλυσαν τα μάτια και κατεβαίνοντας από τα λεωφορεία τρώγαμε ξύλο. Όποιος έπεφτε κάτω το ξύλο ήταν περισσότερο. Μας χώρισαν σε κελιά 8 – 9 άτομα, ενώ περάσαμε και από ανάκριση. Τον γαμπρό του Άγγελου, τον ανέκριναν για ώρες. Ο Άγγελος δεν ήταν μαζί μας, ούτε ο Κολοκάσης. Τους άφησαν πίσω». Ρωτήσαμε τον Δήμο Κουρή για τον Μάκη Σεργίδη, που πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας η φωτογραφία του από τον Οδυσσέα Χρήστου.  «Ο Μάκης Σεργίδης θυμάμαι πως φορούσε πουκάμισο ΛΟΚ ενώ θυμάμαι το μαύρο μερσεντές. Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος κατά πόσο αυτός που φαίνεται στη φωτογραφία, που είδε το φως της δημοσιότητας, είναι ο Μάκης Σεργίδης».

Ο Δήμος Κουρής, 52 χρόνια μετά θυμάται την αιχμαλωσία του. Για τρεις μήνες κρατείτο στα μπουντρούμια του Αττίλα, στην Τουρκία

«Οι Τούρκοι στρατιώτες πυροβολούσαν

στον αέρα και μας κτυπούσαν»

Ο Δήμος περιγράφει και τη μεταφορά του στην Τουρκία. «Στις 18 Αυγούστου μας έβαλαν σε φορτηγά λέγοντάς μας πως θα μας πήγαιναν για ανταλλαγή αιχμαλώτων. Μας είχαν δεμένους. Δεμένα μάτια και χέρια. Είμαστε για αρκετή ώρα στα  φορτηγά και ήταν αντιληπτό πως δεν θα πηγαίναμε για ανταλλαγή. Τελικά βρεθήκαμε στο Πέντε Μίλι, στο σημείο που έγινε η τουρκική εισβολή, όπου εκεί μας επιβίβασαν σε ένα μεταγωγικό πλοίο. Μας έριξαν μέσα στο κατάστρωμα. Ήταν γεμάτο το πλοίο από αιχμαλώτους. Οι Τούρκοι στρατιώτες πυροβολούσαν στον αέρα και μας χτυπούσαν. Κάποια στιγμή αναζητούσαν Έλληνες αξιωματικούς. Δίπλα μου καθόταν ένας εξ Ελλάδος. Δεν είπε κανείς τίποτα, ούτε ο ίδιος μίλησε. Όταν φθάσαμε στην Τουρκία παρουσιάσθηκε και δήλωσε Έλληνας αξιωματικός.

Στο πλοίο μας έδιναν μόνο νερό κι αυτό ήταν περιορισμένο. Όταν φθάσαμε στη Μερσίνα, μας έβαλαν σε καμιόνια. Από τα πλευρά των οχημάτων μας έβαλαν λόγχες στο σώμα μας. Μεταφερθήκαμε στις φυλακές των Αδάνων. Με το που κατεβήκαμε στις φυλακές, περνούσαμε μέσα από κιγκλιδώματα, όπου και από τις δυο πλευρές βρισκόντουσαν παραταγμένοι και μας χτυπούσαν. Τα χτυπήματα ήταν απανωτά. Κάποια στιγμή δεν αισθανόμαστε τίποτε. Συνηθίσαμε τον πόνο. Αυτό που όλοι σκεφτόμαστε ήταν τι θα μας έκαναν. Τι θα απογινόμαστε.

Και μετά περάσαμε όλοι σωματική έρευνα αν και είμαστε αιχμάλωτοι και υπό το δικό τους έλεγχο. Ο ξυλοδαρμός ήταν συνεχής. Ακούγαμε τα χτυπήματα και τις κραυγές από πόνο  του διπλανού μας. Όπως άκουγαν οι υπόλοιποι τις δικές μου κραυγές και τον πόνο. Στο θάλαμο μπήκαμε σε κρεβάτια πάνω κάτω. Το φαγητό νεροζούμι και το ψωμί με σκουλήκια… ψημένα. Τρώγαμε ό,τι μας έδιναν για να επιζήσουμε.

Από τα Άδανα, επειδή δεν υπήρχε χώρος πλέον, καθώς έφερναν συνεχώς αιχμαλώτους, αποφάσισαν να μας μετακινήσουν. Μας έβαλαν σε λεωφορεία για την Αμάσεια. Στον δρόμο προς την Αμάσεια έσπασε λάστιχο του λεωφορείου. Ευτυχώς αποτράπηκε από τους Τούρκους στρατιώτες το λιντσάρισμά μας από αγριεμένους πολίτες, που συγκεντρώθηκαν εκεί. Κάποια στιγμή φθάσαμε στην Αμάσεια. Η ίδια… διαδικασία επαναλαμβανόταν. Τη συνηθίσαμε. Ξύλο και φωνές. Πόνος και κραυγές. Καθημερινός αγώνας επιβίωσης. Λιγοστό, κακής ποιότητας φαγητό, και με το παραμικρό ξυλοδαρμός».

Στη φυλακή ο καθένας βίωνε και το δικό του Γολγοθά, καθώς δεν γνώριζε τι θα ξημέρωνε. Αν θα επέστρεφαν στην Κύπρο, εάν τους άφηναν εκεί για πάντα ή θα τους εκτελούσαν. Το θάνατο τον κουβαλούσαν μαζί τους. Είδαν να πέφτουν δίπλα τους νεκρούς στο πεδίο της μάχης

Ο Δήμος έμεινε για 75 ημέρες αιχμάλωτος. Την ημέρα που ξεκίνησε η επιστροφή, φαινόταν μακρύς ο δρόμος και είχαν μέσα τους όλοι το αίσθημα της αμφιβολίας. Θα επέστρεφαν όντως; Ή θα τους έπαιρναν κάπου αλλού;

Από την Αμάσεια στη Μερσίνα και από εκεί στην Κερύνεια. Η διαδρομή φαινόταν πολύ πιο μεγαλύτερη από ό,τι ήταν. Τα λεωφορεία από την κατεχόμενη Κερύνεια τους μετέφεραν μέσω του Λήδρα Πάλας στην Ξενοδοχειακή Σχολή. Εκεί τους περίμενε κόσμος, που ανέμενε τους δικούς τους. Μια φωτογραφία στο χέρι και η ελπίδα, η θλίψη στο πρόσωπο. Όλοι ρωτούσαν το ίδιο «είδατε τον δικό μου άνθρωπο» και πρότασσαν τη φωτογραφία του.

Ο Δήμος στην Ξενοδοχειακή, έφυγε με ρούχα που δόθηκαν σε όλους τους αιχμάλωτους, δυο λίρες. Φεύγοντας αντίκρισε μια άλλη Κύπρο. Ημικατεχόμενη, σχεδόν ισοπεδωμένη. Με πρόσφυγες, αγνοούμενους… Κουβαλώντας τα βιώματα της αιχμαλωσίας, ζώντας τη βιαιότητα των Τούρκων, βρέθηκε μπροστά σε νέα δεδομένα.