Μια συζήτηση που επανέρχεται κατά καιρούς στο προσκήνιο αναζωπυρώθηκε πρόσφατα, με αφορμή επιστολή που απέστειλαν σε κοινοβουλευτικά κόμματα προσωπικότητες της δημόσιας ζωής. Μέσω της επιστολής εισηγούνται την καθιέρωση συστήματος «περιορισμένης οριζόντιας ψηφοφορίας» στις βουλευτικές εκλογές.

Σύμφωνα με την πρόταση, ο ψηφοφόρος θα εξακολουθεί να επιλέγει το κόμμα της προτίμησής του και η κατανομή των εδρών θα βασίζεται στην εκλογική δύναμη κάθε κόμματος. Παράλληλα, θα έχει τη δυνατότητα να δίνει έναν επιπρόσθετο σταυρό προτίμησης, είτε σε υποψήφιο του ιδίου κόμματος, είτε σε υποψήφιο άλλου πολιτικού σχηματισμού.

Την επιστολή υπογράφουν οι Πόπη Αβραάμ, ηθοποιός, Παύλος Αναστασιάδης, πρώην πρέσβης, Αντρέας Αραούζος, σκηνοθέτης και ηθοποιός, Ιωάννης Κασουλίδης, πρώην υπουργός και πρώην ευρωβουλευτής, Μαρίνος Κλεάνθους, δικηγόρος και αντιπρόεδρος της ΔΗΠΑ, Άννα Μαραγκού, συγγραφέας, Νίκος Μεσαρίτης, αρχιτέκτονας και πρώην πρόεδρος του ΕΤΕΚ, Ευριπίδης Ορνιθάρης, οικονομολόγος, Παύλος Παύλου, δημοσιογράφος, Δημήτρης Ρουσούνης, ηθοποιός, Σάββας Σάββα, συνθέτης, Σοφοκλής Σοφοκλέους, δήμαρχος Λευκάρων και πρώην ευρωβουλευτής, Παναγιώτης Σταυρινίδης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου, Τάκης Χατζηγεωργίου, πρώην ευρωβουλευτής, Τάκης Χατζηδημητρίου, συγγραφέας και πρώην βουλευτής, και Χριστόφορος Χριστοφή, δικηγόρος.

Οι κατά καιρούς συζητήσεις

Το ζήτημα της οριζόντιας ψηφοφορίας τέθηκε και στο πρόσφατο παρελθόν ενώπιον της Βουλής, χωρίς, ωστόσο, να προχωρήσει. Η συζήτηση αφορούσε τρεις διαφορετικές προτάσεις νόμου για την εφαρμογή του συστήματος στις εκλογές μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των δημοτικών συμβουλίων.

Οι δύο πρώτες προτάσεις είχαν κατατεθεί από τους Χαράλαμπο Θεοπέμπτου, Μαρίνο Μουσιούττα και Αλεξάνδρα Ατταλίδου και αφορούσαν τις βουλευτικές και τις ευρωεκλογές. Η τρίτη, που αφορούσε τις δημοτικές εκλογές, είχε κατατεθεί από τους Νίκο Τορναρίτη, Δημήτρη Δημητρίου, Χαράλαμπο Θεοπέμπτου, Μαρίνο Μουσιούττα και Αλεξάνδρα Ατταλίδου.

Οι τρεις προτάσεις προέβλεπαν τη θεσμοθέτηση της οριζόντιας ψηφοφορίας στις εκλογές μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των δημοτικών συμβουλίων. Πρόκειται, όπως είχε επισημάνει το Υπουργείο Εσωτερικών κατά τη συζήτηση, για ένα πρωτίστως πολιτικό ζήτημα.

Η φιλοσοφία των προτάσεων βασιζόταν στον διαχωρισμό των ψηφοδελτίων σε δύο κατηγορίες. Στο κάθετο ψηφοδέλτιο, ο εκλογέας θα επέλεγε κομματικό συνδυασμό, συνδυασμό ανεξαρτήτων ή μεμονωμένο υποψήφιο. Στο οριζόντιο ψηφοδέλτιο, θα μπορούσε να επιλέγει υποψηφίους από διαφορετικούς συνδυασμούς ή και μεμονωμένους υποψηφίους.

Η πρόταση για τροποποίηση του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμου, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και σε άλλες εκλογικές αναμετρήσεις, προέβλεπε επίσης την κατάργηση του δικαιώματος των υποψηφίων ή των αντιπροσώπων τους να παρευρίσκονται στα εκλογικά κέντρα και να επιβλέπουν τη διαδικασία της ψηφοφορίας. Το δικαίωμα αυτό φαινόταν να διατηρείται κατά τη διαλογή και την καταμέτρηση των ψήφων.

Παράλληλα, οι μεμονωμένοι υποψήφιοι και οι συνδυασμοί ανεξαρτήτων θα αποκτούσαν δικαίωμα συμμετοχής στη δεύτερη κατανομή των εδρών. Με βάση το υφιστάμενο σύστημα, το δικαίωμα αυτό έχουν μόνο οι κομματικοί συνδυασμοί.

Οι προτάσεις προέβλεπαν ακόμη τη διαγραφή των ελάχιστων ποσοστών επί του συνόλου των έγκυρων ψήφων σε ολόκληρη την επικράτεια της Δημοκρατίας, τα οποία πρέπει να εξασφαλίσει ένας συνδυασμός για να συμμετάσχει στις δύο φάσεις κατανομής των εδρών.

Σήμερα, τα αυτοτελή κόμματα χρειάζονται ποσοστό 3,6% για συμμετοχή στην πρώτη φάση και 7,2% στη δεύτερη. Οι συνασπισμοί δύο κομμάτων χρειάζονται ποσοστό 10% και στις δύο φάσεις, ενώ για συνασπισμούς περισσότερων από δύο κόμματα το όριο ανέρχεται στο 20%.

Οι επιφυλάξεις του Υπουργείου Εσωτερικών

Το Υπουργείο Εσωτερικών είχε επισημάνει στη Βουλή ότι, με βάση τις συγκεκριμένες προτάσεις, η διαλογή και η καταμέτρηση των ψήφων, καθώς και η μηχανογράφηση των αποτελεσμάτων, θα καθίσταντο εξαιρετικά πολύπλοκες.

Οι προτάσεις προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, την καταμέτρηση κλασματικών ψήφων, διαδικασία που, σύμφωνα με το Υπουργείο, θα μπορούσε να διεκπεραιωθεί μόνο με τη χρήση μηχανογραφικού συστήματος στα εκλογικά κέντρα. Κάτι τέτοιο, όπως είχε αναφερθεί, δεν ήταν εφικτό υπό τα τότε δεδομένα.

Σε σημείωμά του προς τη Βουλή, το Υπουργείο υπογράμμιζε επίσης ότι η διαλογή και η καταμέτρηση θα γίνονταν πιο χρονοβόρες και επιρρεπείς σε λάθη, εξαιτίας των πολλών διαφορετικών συνδυασμών επιλογών που θα είχαν στη διάθεσή τους οι εκλογείς. «Ως αποτέλεσμα, θα επιβαρυνόταν η διαδικασία έκδοσης των αποτελεσμάτων και ειδικότερα η ήδη επιβαρυμένη εκλογή δημοτικών συμβούλων, που λαμβάνει χώρα μαζί με άλλες επτά εκλογικές αναμετρήσεις την ίδια ημέρα», αναφερόταν στο σημείωμα.

 Το Υπουργείο Εσωτερικών κατέληγε ότι οι προτάσεις χρειάζονταν περαιτέρω μελέτη και βελτιώσεις, εξέφραζε ωστόσο ετοιμότητα για συνεργασία και συνέχιση της συζήτησης. «Ως Υπουργείο είμαστε στη διάθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων για περαιτέρω συζήτηση, εάν και εφόσον ληφθεί πολιτική απόφαση για εφαρμογή της οριζόντιας ψηφοφορίας, με στόχο την υιοθέτησή της χωρίς προβλήματα και νοουμένου ότι θα προχωρήσει από το Υφυπουργείο Έρευνας, Καινοτομίας και Ψηφιακής Πολιτικής η ανάπτυξη του νέου μηχανογραφικού συστήματος των εκλογών, με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή στα εκλογικά κέντρα.

Σε κάθε περίπτωση, η οριζόντια ψηφοφορία στις δημοτικές εκλογές θα πρέπει να εφαρμοστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού προηγουμένως δοκιμαστεί σε απλούστερες εκλογικές διαδικασίες», σημείωνε.