Χρίστος Σ. Ρωμάνος: «Κενά», εκδόσεις Σχοινοβάτης, 2016.
Ο Χρίστος Ρωμάνος είναι ένας πολυεπίπεδος δημιουργός. Συνταιριάζει την ποίησή του με τις εικαστικές τέχνες και τη μουσική. Κι αυτό συμβαίνει με συνέπεια, τόσο στις τρεις ποιητικές συλλογές του που προηγήθηκαν, όσο και στην τέταρτη που παρουσιάζουμε με αυτό το σημείωμα. Ο ίδιος χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη ροπή του «διάτεχνη», και ασφαλώς μπορούμε να ενστερνιστούμε τον όρο.
Η «διάτεχνη» του Χρ. Ρ. δίνει το δεσπόζον στίγμα της πολύ συχνά σε όλο το βιβλίο. Πράγματι, ο ποιητής συνδιαλέγεται με πολλές μορφές τέχνης: «Τέχνη δίχως μάζα. Φως. / Ο ήχος / όμοια πληροί το κενό». (σελ. 132)
Ωστόσο, πιστεύω πως κατά κύριο λόγο η ποίηση του Χρ. Ρ. διαλέγεται πρωτίστως με τις εικαστικές τέχνες, τη ζωγραφική, τη γλυπτική κλπ.: «Ο μεγάλος γλύπτης / Έπαφος ∙ / νιώθει τα γλυπτά / με την αφή. / Το μάρμαρο / στα χέρια του λάβα λευκή / παίρνει μορφή». (σελ. 99)
Στην τέταρτη συλλογή του Χρ. Ρ. που φέρει το λιτό τίτλο «Κενά», η ποιητική, ως χωριστή θεματική ενότητα, κατέχει σημαντική θέση. Ο συγγραφέας πραγματεύεται τη θέση του ποιητή και των ποιημάτων μέσα στον κόσμο. Η δε δημιουργία παρουσιάζεται ως μέγα ευεργέτημα: «Ο ποιητής / δημιουργός, αντιφωνητής, / αποστάτης, κοινωνός. / Τα ποιήματα / ευρήματα, ερείπια, / αναμένουν /ερμηνεία, συμπλήρωμα. / Απομένει η γεύση / της δημιουργίας». (σελ. 52)
Θέματα ποιητικής, αλλά και ευρύτερα αισθητικής, παρελαύνουν παντού στα ποιήματα του Χρ. Ρ. έχοντας αλλού διακριτική και αλλού κραυγαλέα παρουσία: «Δεν αγαπώ τη συμμετρία ∙ / απουσιάζει / η παραλλαγή, η ευφορία». (σελ. 78)
Συχνά τα ποιήματα του Χρ. Ρ. προσλαμβάνουν χαρακτήρα μικρού δοκιμίου. Ο ποιητής παίρνει μια ιδέα, ποιητική ή μη, μια έννοια, φιλοσοφική ή μη, και την αναλύει σταδιακά, μεθοδικά, επαγωγικά, με ροή, συνοχή και αισθητικά αποδεκτή δομή. Για παράδειγμα, αυτό συμβαίνει στο αποτελούμενο από τρία μέρη ποίημα «Αρχές της αναρχίας». (σελ. 102-104)
Γενικά, ο Χρ. Ρ. γράφει λιτά και αποφθεγματικά. Τα ποιήματά του, κατά κανόνα ολιγόστιχα, αποτελούν μινιατουρίστικα δοκίμια άλλοτε περί τέχνης, άλλοτε περί αισθητικής, περί πατριδογνωσίας ή περί φιλοσοφίας και υπαρξιακής αναζήτησης.
Σε πολλά από τα ποιήματα του Χρ. Ρ. ανιχνεύεται ένα φιλοσοφικό και κατά βάση υπαρξιακό υπόστρωμα, επενδυμένο με συμβολισμούς από την ελληνική μυθολογία και την ελληνική αρχαιότητα: «Ο Μινώταυρος κουφάρι / στη Στοά των Ταύρων. / Σάπισε ο μίτος». (σελ. 129)
Ο Χρ. Ρ. γράφει στίχους απέριττους και λιτούς, ουδόλως αμφίσημους ή δυσνόητους. Και η θέαση των πραγμάτων εκ μέρους του, πιστεύω ότι από συλλογή σε συλλογή καθίσταται ωριμότερη και καθολικότερη: «Τα σχολεία κρατητήρια, / οι βιβλιοθήκες νεκροταφεία. / Το διαδίκτυο ένα κενό. / Ναρκωτικά και το ποτό / αυτοκαταστροφή. / Το χρήμα γελοίο. / Η αγάπη μια απάτη. / Άσκοπο ταξίδι. / Δεν υπάρχει άλλη ζωή. / Έχει ακόμη καθοριστεί, / τ’ οξυγόνο / κάποια εποχή / δε θα υπάρχει στη γη. / Ευχαριστιέμαι το εφήμερο». (σελ. 55)
Γενικά, ο Χρ. Ρ. αντλεί τους πλείστους συμβολισμούς του από την ελληνική μυθολογία, από την ελληνική ιστορία, αρχαία και νεότερη. Κι αυτό συμβαίνει είτε πραγματεύεται υπαρξιακά ζητήματα, είτε ευρύτερα φιλοσοφικά θέματα. Ο ποιητής έχει μονίμως το βλέμμα στραμμένο στην ιστορία, τις ρίζες, τις καταβολές, στους μύθους του έθνους και της φυλής, στις παραδόσεις αιώνων, αλλά και στην θρησκεία, στη χριστιανική ορθοδοξία στην πρωτεϊκή της μορφή.
Όμως ο ποιητής δεν αρκείται μόνο στην εξύμνηση των μεγάλων ιδεών. Θεματοποιεί και το πνεύμα της συλλογικότητας στους αγώνες, στις διεκδικήσεις, στις αντιστάσεις: «Στις συγκεντρώσεις, / τους δρόμους, τις πλατείες, / ανασαίνω / την πνοή του συλλογικού». (σελ. 69)
Τέλος, αραιά και που, ο Χρ. Ρ. επιχειρεί και πολιτικό σχολιασμό της σύγχρονης, της σημερινής επικαιρότητας. Πχ θεματοποιεί τη σχέση Ελλάδας – Κύπρου στις μέρες μας, μέχρι που αναφέρεται στο φυσικό αέριο και την προοπτική που περικλείει η ανεύρεσή του: «Η Μάνα / εμπορεύτηκε την κόρη ∙ / βούλιαξε / και τις οικονομίες της. / Αυτή / τι να εμπορευτεί; / Διαμελισμένο αιδοίο, / ένα βυζί. / Απόμεινε / το φυσικό αέριο. / Τι θα φέρει άραγε / στο νησί, / στη μικρή / εταίρα της Μεσογείου;». (σελ. 125) Οι πιο πάνω στίχοι είναι χαρακτηριστικοί για την ωμότητά τους και για την χωρίς αμφισημίες νοηματοδότησή τους. Ωστόσο, έχω την άποψη ότι απουσιάζει από αυτούς η υπαινικτικότητα και η ελλειπτικότητα του ποιητικού λόγου, κάτι που μάλλον διαβρώνει την αισθητική ισχύ του όλου εγχειρήματος.