«Κάθε Πέμπτη, Κύριε Γκρην» του Τζεφ Μπάρον στο Θέατρο Σκάλα.
Κάθε τέχνη χωρίζει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες, στην κατηγορία των δημιουργών και στην κατηγορία αυτών που χρειάζονται τα δημιουργήματα των πρώτων. Με την πρώτη κατηγορία όλα είναι κατανοητά: οι δημιουργοί αισθάνονται τον κόσμο ελλιπή και απλά τον συμπληρώνουν, ο καθένας με όποια τέχνη κατέχει. Το μυστήριο είναι το πώς πείθουν εμάς, τους μη δημιουργούς, ότι τα «συμπληρώματά» τους μας είναι απαραίτητα, ότι στην εσωτερική ανάγκη των ανθρώπων της τέχνης να δημιουργήσουν, εμείς οφείλουμε να ανταποκριθούμε με επίκτητη ανάγκη να διευρύνουμε τον κόσμο μας μέχρι τα προτεινόμενα φανταστικά όρια.
Να, όμως, που δεν έχουν πεισθεί όλοι. Ένιωθα ανεπίτρεπτα ανεπαρκή την εκπροσώπηση της κατηγορίας των μη δημιουργών στην παράσταση της περασμένης Κυριακής στο Θέατρο Σκάλα. Στη γιορτινά στολισμένη πόλη η κίνηση ήταν τόση που με δυσκολία φτάσαμε στην ώρα μας, ανακαλύψαμε όμως ότι μόνο καμιά δεκαριά Λαρνακείς είχαν επιλέξει τον ίδιο προορισμό. Άδικη και δυσανάλογη στην ποιότητα της προτεινόμενης από το τοπικό θεατρικό σχήμα παραγωγής ήταν η ανταπόκριση του κοινού της πόλης.
Το θεατρικό του Τζεφ Μπάρον είναι έργο που πρέπει να αγαπηθεί πολύ από τον σκηνοθέτη, απ’ όλους τους συντελεστές, για ν’ ανοίξει στα χέρια τους σ’ όλο το ανθρωπιστικό μεγαλείο που διαθέτει. Το γεγονός ότι ο Βαρνάβας Κυριαζής μετέφρασε το έργο, που είχε ανεβεί ξανά στην Κύπρο πριν από μερικά χρόνια, αποδεικνύει ότι ήθελε να φωτιστεί η κάθε γωνιά του κειμένου, να γίνουν κατανοητά, π.χ., μερικά στοιχεία από την εβραϊκή παράδοση, να μη χαθεί καμιά λεπτομέρεια στη σχέση των δύο προσώπων του έργου.
Από τα βάθη του κειμένου ερχόμενος, ο Κυριαζής ως σκηνοθέτης γνώριζε πως οι γραμμές των συνεχώς εξελισσόμενων σχέσεων μεταξύ του παραιτημένου, μοναχικού και δυστυχισμένου κύριου Γκρην και του φαινομενικά πετυχημένου και εξίσου μοναχικού και δυστυχισμένου Ρος Γκάρντινερ πρέπει να μη χαλαρώνουν ούτε στιγμή, πως κάθε φράση ή δράση του ενός πρέπει αμέσως να προκαλεί αντίδραση του άλλου, χωρίς όμως να προκαλείται η «ατακοποίηση» της παράστασης, χωρίς ο ίδιος ως ερμηνευτής του ρόλου του κ. Γκρην και ο συμπρωταγωνιστής του Φώτης Αποστολίδης να στραφούν προς το κοινό με τις αποκαλύψεις στην ψυχολογία ή τη βιογραφία των ηρώων τους.
Το σκηνικό περιβάλλον της Μαρίζας Παρτζίλη συνέβαλε στον εγκλεισμό τους στον κόσμο των προσωπικών τους αδιεξόδων. Έτσι, πρόσωπο με πρόσωπο, αντικριστά, παίχτηκε το έργο. Οι δύο ηθοποιοί στήριζαν ο ένας τον άλλον ανεβαίνοντας μαζί όλο και πιο ψηλά. Ήταν πλήρως απορροφημένοι στη διαδραστική τους συνεργασία. (Ευτυχώς, το ξαναλέω, καθώς οι λιγοστοί εμείς απλά αποτύχαμε στον δικό μας ρόλο του κοινού).
Δύο μεγάλα θέματα αναπτύσσονται, μαεστρικά παραλληλισμένα, στο κείμενο του Μπάρον. Το ένα είναι η μετατροπή σε θρησκευτικό δογματισμό της αυτοάμυνας της εβραϊκής διασποράς απέναντι στον αντισημιτισμό: Ο κύριος Γκρην διατηρεί τις οικογενειακές μνήμες για τα πογκρόμ των Εβραίων, ο ίδιος όμως κηρύσσει νεκρή την κόρη του, επειδή παντρεύτηκε μη Εβραίο. Το άλλο είναι η κοινωνική απόρριψη της ομοφυλοφιλίας: ο Ρος αντιπαλεύει τον ρατσισμό ενάντια στους ομοφυλόφιλους με κύριο εκπρόσωπο τον πατέρα του, όμως στην ουσία υιοθετεί τη στάση των αντιπάλων του, καθώς δεν μπορεί να αποδεχτεί πλήρως τον εαυτόν του.
Και οι δύο ρόλοι είναι γραμμένοι για πολύ καλούς ηθοποιούς, αλλιώς ο κίνδυνος των κλισέ προσεγγίσεων καραδοκεί, αλλά ο Βαρνάβας Κυριαζής και ο Φώτης Αποστολίδης παίζουν τόσο καλά όσο αξίζει στο κείμενο του Μπάρον. Δηλαδή, πολύ καλά.