Γιώργος Μοράρης: «Ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016. 

Εισαγωγή – πρωτίστως του ελλαδικού κοινού – στην ποίηση του Βασίλη Μιχαηλίδη, επιχειρεί το βιβλίο του Γιώργου Μοράρη, που κυκλοφόρησε το 2016 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, στα πλαίσια της σειράς «Ποιητές ανθολογούν και παρουσιάζουν ποιητές». Ο Γ. Μοράρης είναι Κύπριος ποιητής και φιλόλογος που ζει στην Αθήνα. Το βιβλίο του εδράζεται στα πιο αντιπροσωπευτικά ιδιωματικά ποιήματα του Β.Μ. και σε αυτό επιχειρείται μια αισθητικο-φιλολογική ανάλυση του συνολικού έργου του σημαντικότερου ποιητή μας, με ευδιάκριτη την εθνο-ιδεολογική οπτική.

Ο Γ. Μοράρης θέτει πρώτα το ιστορικό πλαίσιο της δημιουργίας του Β.Μ., «έζησε ανάμεσα στην Τουρκοκρατία και στην Αγγλοκρατία». Ακολούθως, οριοθετεί την αισθητική του πορεία που «ξετυλίγεται μέσα από διαδρομές της δημοτικής ποίησης, όπως την ανέπτυξαν οι αιώνες». Και στο τέλος αποφαίνεται ότι ο μεγάλος μας ποιητής εμπλούτισε τη δημοτική ποίηση «φέρνοντας σε αυτήν καινοτομίες και ανατροπές». (σελ. 11)

Το κύριο αισθητικό ζήτημα το οποίο πραγματεύεται το βιβλίο του Γ. Μοράρη είναι η «διπλή απόκλιση, από την κοινή ελληνική στο κυπριακό ιδίωμα» και από το «πάτριο γλωσσικό περιβάλλον» (σελ. 12) σε κάτι πιο διευρυμένο και πλαστικά πιο απελευθερωμένο.

Συμφωνώ απόλυτα με την καίρια και συμπυκνωτική επισήμανση του Γ. Μοράρη: «Ο Βασίλης Μιχαηλίδης δεν είναι διόλου λόγιος, είναι αυτοδίδακτος και η γραφή του είναι πρωτογενής στα κορυφαία του έργα. Το εκπληκτικό είναι πως, ενώ προέρχεται από ταπεινή ποιητάρικη ρίζα, ξεπερνά τον πολιτισμικό του πριμιτιβισμό και εξελίσσεται σε δόκιμο οργανικό ποιητή». (σελ.12)

Επί τούτου θα προσέθετα ότι η ουσία της ποίησης του Β.Μ. δεν είναι ούτε το γλωσσικό, ούτε το παραδοσιακό της υπόστρωμα, αλλά ο νοηματικός της φόρτος και το αισθητικό της κάλλος. Τα δυο πρώτα στοιχεία μάλλον ανάγονται στον τομέα της φιλολογίας, παρά στον τομέα της λογοτεχνικής ανάλυσης. Τα δε δυο δεύτερα στοιχεία έχουν να κάμουν με το ιδεολογικό, το κοσμοθεωρητικό και πρωτίστως αλυτρωτικό στίγμα του εθνικού μας ποιητή.

Ας επανέλθουμε όμως στο θέμα του ιδιώματος που ο Γ. Μοράρης χαρακτηρίζει «Πρόβλημα περιορισμένης διάδοσης». Ωστόσο, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο μελετητή: «Αυτό ακριβώς το μειονέκτημα τον κάλεσε η τέχνη να το μετατρέψει σε πλεονέκτημα, να υπερβεί τον γλωσσικό μικρόκοσμο της ντοπιολαλιάς του και να βρεθεί ποιητικά αποκλίνων σε έναν μακρόκοσμο». (σελ. 13) Και ασφαλώς δεν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει μαζί του ότι ο Β.Μ. «κατόρθωσε να μετατρέψει το ιδίωμα σε υψηλή ποίηση». (σελ. 14)

Στο βιβλίο του Γ. Μοράρη αναλύονται τα τρία κορυφαία ποιήματα του εθνικού μας ποιητή που είναι «τα πιο σύνθετα αφηγηματικά» αλλά και «τα πιο άρτια αισθητικά». Ο συγγραφέας ορθά και εύστοχα επισημαίνει ότι ο Β.Μ. «στην ‘Ανεράδα’ γράφει λυρική, οραματική και αλληγορική ποίηση, στη ‘Χιώτισσα’ είναι δραματικά λυρικός, ενώ στην ‘Ενάτη Ιουλίου’ επιλέγει το επικολυρικό στυλ». (σελ. 15)

Ο μελετητής εντάσσει την «Ανεράδα» στην ευρωπαϊκή οραματική λογοτεχνία και αποφαίνεται: «Η περιπέτεια του οδοιπόρου δεν είναι παρά ένα ταξίδι στην άβυσσο του υποσυνείδητου». (σελ. 20) Καταλήγει δε με την εκτίμηση ότι «η ‘Ανεράδα’ είναι ο τελευταίος ζωντανός μύθος που έχουμε στην Κύπρο». (σελ. 22)

Όσον αφορά τη «Χιώτισσα» ο Γ. Μοράρης χαρακτηρίζει τον αφηγηματικό της τρόπο «ατμοσφαιρικό και μουσικό» Υποστηρίζει δε πως πρόκειται περί πολυφωνικού ποιήματος, κυρίως λόγω μουσικού τονισμού «σε δασείς και συριστικούς φθόγγους». Περαιτέρω, σε μια μετρική επισήμανση, κάνει λόγο για «ευτυχή συνδυασμό του ανάπαιστου και του μεσοτονικού, που σπάει τη μονολιθικότητα αφήνοντας ελεύθερο πεδίο και στον ίαμβο». (σελ.23)

Σε σχέση με την «Ενάτη Ιουλίου» ο μελετητής παρατηρεί ότι αυτό το ποίημα «ανοίγει μια θεατρική διάσταση και δίνει στα πρόσωπα και στη δράση σωστές αναλογίες, καλό ψυχολογικό περπάτημα». (σελ. 26) Σε μια εθνο-ιδεολογική προσέγγιση ο Γ. Μοράρης χαρακτηρίζει την «Ενάτη Ιουλίου» ως μια κιβωτό «όπου έχουν προσδεθεί οι τροχοί της ιστορίας και όπου φυλάσσεται σε άρθρα πίστεως η ιστορική μας συνέχεια». (σελ. 28)

Καταληκτικά, ο μελετητής διατυπώνει την άποψη ότι στον Β.Μ. «γίνεται τραγούδι η λαϊκή ψυχή του κυπριακού ελληνισμού» ή καλύτερα ο Β.Μ. «έδωσε το τραγούδι με το οποίο ο κυπριακός ελληνισμός ενώνει τη φωνή του». (σελ. 30)

Βάσιμη και λογική η εκτίμηση του Γ. Μοράρη και καθ’ όλα ορθή. Πλην όμως η ποίηση του Β.Μ. δεν είναι μόνο ο ελληνολατρικός αλυτρωτισμός και ο εθνοκεντρισμός του, αλλά και η διαλεκτική υπερβατικότητά του. Η τελευταία έχω τη γνώμη ότι δεν έχει φωτιστεί ιδιαίτερα από την κριτική, αλλά αναδεικνύεται πχ μέσα από την ικανότητα του Β.Μ. να παρουσιάζει με ρεαλιστική πειστικότητα τις δικοινοτικές σχέσεις στο νησί μας, ως είχαν κατά την εποχή της επανάστασης του 1821, που ουδόλως υπήρξαν μονοσήμαντες. Αυτό είναι προφανές ειδικά στην «Ενάτη Ιουλίου» όπου υπάρχει «τζι ο Κκιόρογλους πούτουν καλή, πολλά καλ’ η ψυσιή του», τον οποίο ο Δεσπότης θεωρεί «με καλόν γάλαν βυζασμένον»…