«Προμηθέας Δεσμώτης» σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού στο Θέατρο Δέντρο
Όπως το Δέντρο είναι ένα θέατρο στη μέση του πουθενά, έτσι και η Κατερίνα Λούρα είναι ένας Προμηθέας στη μέση του σκηνικού πουθενά, του άδειου, αδόμητου και ασημάδευτου χώρου. Μια καρέκλα και ένας γλόμπος από πάνω παραπέμπουν σε σκηνή ανάκρισης μιας πολιτικής κρατούμενης. Τα πόδια της ηθοποιού είναι παγιδευμένα σε μια κατασκευή που θυμίζει μεσαιωνικό όργανο βασανιστηρίων.
Η μεταφορική σκηνική γλώσσα ήδη έχει δηλώσει τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν τον μύθο του Προμηθέα: καταδίκη σε απόλυτη απομόνωση και σε διαρκή ακινησία, βασανιστική ανάκριση με σκοπό την εκμαίευση πληροφοριών, ηρωική, πέρα από τα όρια της αντοχής, αντίσταση στην εξουσία.
Εξαρχής ενεργοποιούνται οι ηθικοί κώδικες, μοιράζονται οι τίτλοι: ανθρώπινος ο Προμηθέας, απάνθρωπη η αόρατη εξουσία, αυτοθυσία και προσφορά απέναντι στους βίαιους θυσιαστές. Η όψη και αμέσως μετά η φωνή της Κατερίνας Λούρα δημιουργούν πολύ νωρίς μια μορφή στην οποία πιστεύουμε, με την οποία συμπάσχουμε, ταυτόχρονα τρωτή και αγέρωχη. Όπως ο Προμηθέας του Αισχύλου.
Το «όργανο ακινητοποίησης» δεν είχε μόνο τον ρόλο των κυριολεκτικών δεσμών, αλλά μεταμόρφωνε την ανθρώπινη φιγούρα σε σημαίνον της μυθικής μορφής, αγαλματοποιούσε τη φιγούρα. Όλα όσα περιγράφονται στο εισαγωγικό μέρος του λόγου, στο «κατά Προμηθέα ευαγγέλιο», είναι μόνο πορεία προς την τιμωρία. Η ολοκλήρωση του μυθολογήματος και του φιλοσοφικού νοήματος της μορφής του Προμηθέα έρχεται στην ώρα της τιμωρίας. Ο Προμηθέας μόνο ως αλυσοδεμένος Δεσμώτης στον βράχο είναι πλήρης, όπως ο Χριστός εκπληρώνει το νόημά του ως εσταυρωμένος.
Κατά τη διάρκεια της ακρόασης (καθώς το θέαμα παρέμεινε αναλλοίωτο) του δρώμενου αισθάνθηκα ότι οι όροι αυτής της μονοπαράστασης δεν είναι σαφείς. Δεν είναι μονόλογος, εφόσον η ηθοποιός ανθολογεί αποσπάσματα απ’ όλους τους ρόλους της τραγωδίας μέσα στον λόγο της. Δεν είναι όμως ούτε η ερμηνεία όλων των ρόλων της αισχύλειας τραγωδίας από μία ηθοποιό, αφού η ερμηνεία προϋποθέτει περισσότερη διαφοροποίηση των μέσων και συνεπώς των αποτελεσμάτων. Αλλά δεν είναι και επική αφήγηση, επειδή αυτή απαιτεί μεγαλύτερη αποστασιοποίηση από το εξιστορούμενο υλικό.
Η ωραία μουσική του Ανδρέα Μουστούκη ενίσχυε την αισθητική της επικής ροής του λόγου, αντιθέτως τα ξεσπάσματα των φωτισμών του Χρίστου Γωγάκη συνέβαλλαν στη δραματοποίηση του δρώμενου. Η ένταξη στον λόγο των ετεροκειμενικών αποσπασμάτων, χωρίς υφολογική διακύμανση εκ μέρους της ηθοποιού, γινόταν σαφώς επί σκοπού, ομολογώ όμως ότι αναγκάστηκα να στραφώ προς το κείμενο στο πρόγραμμα της παράστασης για να ξεκαθαρίσω για τον εαυτό μου μερικά σημεία.
Δυστυχώς η μόνη παράσταση σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού που είδα ήταν η υπέροχη «Romeo+Juliet. The Third Memory». Έτσι ήμουν η ακαταλληλότερη μέσα στον θεατρόκοσμο που παρακολούθησε την πρεμιέρα της παραγωγής του Δέντρου, για να αναγνωρίσω την «ποσότητα» της σκηνοθετικής συμβολής στο δρώμενο.
Έχω δει όμως όλες τις δουλειές της Κατερίνας Λούρα στην Κύπρο και εκτιμώ όχι μόνο την υποκριτική δεινότητά της, αλλά και το πάθος της για αναζήτηση νέων μορφών έκφρασης, έτσι ώστε να περιμένω τις εκάστοτε δουλειές της με ανυπόμονη περιέργεια. Τον «Προμηθέα Δεσμώτη» τον είδα ως work in progress, ως μια ενδιαφέρουσα κατεύθυνση προς διερεύνηση του εννοιολογικού περιεχομένου μιας τραγικής μορφής, όπου ο ερμηνευτικός τρόπος απέναντι στο υλικό έχρηζε περαιτέρω αποσαφήνισης.