Υπήρχε οπωσδήποτε κάτι το έκδηλα πανηγυρικό στο Ζάλογγο. Μια ατμόσφαιρα ευφορίας και γιορτής, λες και είχε βγάλει νέο πόρισμα η Ανεξάρτητη Αρχή Κατά της Διαφθοράς και είχε απαλλάξει τον επίτιμο Αναστασιάδη από κάθε μορφή ή υπόνοια πταίσματος.

Η Λίτσα κερνούσε περιχαρής εργολάβους ωσάν να ήγαγε τα ονομαστήριά της ή να είχε γενέθλια. Ούτε το ένα ίσχυε, ούτε το άλλο. Όταν τη ρωτούσαν τι συνέβη, έλεγε απλώς πως ήθελε να κεράσει «μέρα που είναι». Ναι, αλλά τι μέρα ήταν εν πάση περιπτώσει; Ο Λαυρεντιάδης, παρότι αχαλίνωτα γλυκατζής, δεν θα καταβρόχθιζε το κέρασμα αν δεν ξεκαθάριζε προηγουμένως το ζήτημα «πες μας τι γιορτάζουμε, βρε αδερφέ!»  

Η Λίτσα έσκυψε και του μίλησε χαμηλόφωνα. Αυτός είχε καθίσει στο τραπέζι μπροστά μου γι’ αυτό μπορούσα να ακούσω τα πάντα. «Καταρχάς, πρόεδρε, εγώ είμαι αριστερή. Αυτό το λέω προς αποφυγήν παρεξηγήσεων».

Ο Λαυρεντιάδης την προέτρεψε να αφήσει κατά μέρος τις φιοριτούρες και να μπει στο προκείμενο. «Δηλαδή κερνάς επειδή είσαι αριστερή… τότε αύριο θα σας κεράσω κι εγώ επειδή είμαι δεξιός». «Πρόεδρε, σε παρακαλώ, απαιτώ λίγο σέβας». Τη διαβεβαίωσε ότι χαίρει του απολύτου σεβασμού του και ότι ήθελε απλώς να μάθει τον λόγο του αιφνίδιου εορτασμού.

Τότε ακούστηκε από τα χείλη της καντινιέρισσας κάτι το κοσμοϊστορικό. «Έκανα σεξ. Φουλ αυτή τη φορά. Σκέψου το σεξ σαν μια μιξ κομπλέ. Είχε και το σουβλάκι και το σεφταλί και το σαλατικό». «Και το ταχίνι» συμπλήρωσε ο γηραιός, «Λουκά, δεν σου επιτρέπω» αντέδρασε εκείνη περισσότερο για τα προσχήματα.

«Και πώς ήταν;» τη ρώτησε, «όπως το θυμόμουν σε αδρές γραμμές αλλά πιο… συμπεριληπτικό, πιο κομμουνιστικό». «Δηλαδή;» απόρησε δικαίως ο άλλος. «Τι να σου πω, υπήρχε μια ισότητα, μια κοινοκτημοσύνη στην ηδονή».

Η λέξη «ηδονή» φαίνεται πως σκανδάλισε τον θεολόγο που δεν θέλησε να επεκταθεί. Περιορίστηκε στο να εξάρει την επιλογή του γλυκού «σταθερή αξία ο εργολάβος» και να ζητήσει να μάθει τα νεότερα αναφορικά με τη σχέση της κομμώτριας Γιώτας «τι έγινε τελικώς με τον κύριο Πέτρο;».

«Ε, όχι και κύριος, πρόεδρε, καλή η ευπρέπεια, δεν λέω, αλλά να υπάρχει κι ένα όριο… κύριος ο χαραμοφάης, προς Θεού!»

Η Νεπαλέζα που είχε ξελογιάσει τον μορφονιό, όπως καλώς γνωρίζουμε, την έκανε μέσω κατεχομένων και είναι πλέον πυργοδέσποινα σε μέγαρο στη Ντόχα όπου ανέλαβε την υψηλή εποπτεία τεσσάρων Τσιουάουα.

«Ο Θεός δεν άφησε την κυρία Γιώτα αβοήθητη, δοξασμένο το όνομά Του», βιάστηκε να δώσει τα εύσημα στον Ύψιστο ο Λαυρεντιάδης. Τα πράγματα ωστόσο παραμένουν σύνθετα διότι, μπορεί να έφυγε απ’ τη μέση η λεγάμενη, ο λαχειοπώλης και χαρτόμουτρο Πέτρος όμως δεν επέστρεψε στη Γιώτα, κι ας του έστειλε αυτή η δόλια καταιγισμό γραπτών μηνυμάτων τύπου «γύρνα πίσω ή έστω τηλεφώνα».

Την έχει στο «διαβάστηκε» ο αλήτης «που να του γίνουν τα λαχεία κλίσεις των καμερών κυκλοφορίας, Χριστέ μου» τον καταράστηκε η Λίτσα.

Ο Λαυρεντιάδης άκουγε προβληματισμένος παραδεχόμενος ότι ο ίδιος δεν έχει φοβερή εμπειρία σε ερωτικά ζητήματα. Μία γυναίκα αγάπησε, αυτήν παντρεύτηκε, μ’ αυτήν γέρασε «και αυτή, Θεού θέλοντος, θα μου πετάξει χώμα».

«Πότε με το καλό;» ήθελε να παρέμβει η Λίτσα -είδα την ερώτηση στα χείλη της- έδειξε όμως πρωτόγνωρη αυτοσυγκράτηση. Ο πρόεδρος παρόλα αυτά δήλωσε πρόθυμος να πάει να βρει τον λαχειοπώλη και να μεσολαβήσει ώστε να γίνει η επανένωση του ζεύγους. «Έχω εγώ τον τρόπο, δεσποινίς Λίτσα, ποιος νομίζεις ότι έκανε τη συμφιλίωση μεταξύ Κληρίδη και Κυπριανού το ’93 κι έγινε ο Γλαύκος Πρόεδρος της Δημοκρατίας».

Η καντινιέρισσα τού έδωσε το πράσινο φως «δεν πας να τον βρεις, Λουκά μου, χειρότερα να κάνεις τα πράγματα απ’ ό,τι είναι αποκλείεται… πήγαινε κι ο Θεός βοηθός». Αυτός εξέλαβε την προτροπή ως άμεση εντολή.

Σηκώθηκε εκείνη τη στιγμή και πήγε προς αναζήτηση του μισοπάλαβου με τα λαχεία. Η Λίτσα απαλλαγμένη απρόσμενα απ’ την παρουσία του επέστρεψε στον νεροχύτη όπου την ανέμενε ένα βουνό από άπλυτα φλιτζάνια, πιατάκια και ποτήρια του νερού.   

Το πλύσιμο των πιάτων είναι κάτι που την ηρεμεί. Βλέπω εγώ το πρόσωπό της πώς εγκολπώνεται ακαριαία τη γαλήνη. Το ίδιο και τώρα. Μέχρι που ακούστηκε η φωνή του Φιτ «έφερα τα τάπερ, αγία μητέρα».

Επιτέλους, φιλοτιμήθηκε να της φέρει τα τάπερ για τα γεύματα που του ετοιμάζει. Η Λίτσα παράτησε τον νεροχύτη και πήγε στο μπροστινό μέρος του Ζαλόγγου. Και τι αντίκρυσε; Τον Φιτ να έχει στο πλάι του τον Ευγένιο Ποντικό.

Ελεύθερα, 12.07.2027