Μονάχα ο χώρος μας απόμεινε
όπως αυθαίρετα τον είχαμε ορίσει –
ένα σημείο αναφοράς
ετεροειδών πραγμάτων.
Τ.Π. από την ενότητα «Θάλασσα Επαγγελίας», 1959-1963
Συναίσθημα ή Λόγος
Σε ομιλία που εκφώνησε στις 11 Μαρτίου 2015 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος στοχάζεται πάνω στο ζήτημα του συναισθήματος: την αναγκαιότητα και το ρόλο του στο λογοτεχνικό έργο. Αναζητά ερμηνείες της έννοιας που τον οδηγούν στην πεποίθηση ότι συναίσθημα είναι κυρίως μια μη ορθολογισμένη ούτε ιδιοτελής εμπειρία με ρίζα τη συγκίνηση ή τη διαίσθηση.
Οι πιο κάτω πρώιμοι στίχοι του ποιητή καταδεικνύουν αυτό το πυκνό και πολυεπίπεδο συναίσθημα που μπορεί να καταβάλει κάθε άνθρωπο. Στο ποίημα του 1943 με τίτλο «Η κατάκτηση του Έβερεστ» γράφει: «Οι άλλοι παρακολουθούσαν με τα κιάλια / κι όταν τους είδαν να πατάνε την κορυφή, / βράχνιασαν ξεφωνίζοντας από χαρά / αλλά σαν φάνηκε να ξεδιπλώνεται η σημαία / δάκρυσαν σιωπώντας». Θεωρώντας δεδομένη την παρουσία του συναισθήματος σε κάθε λογοτεχνικό είδος, διερωτάται σε ποιο βαθμό συναίσθημα και λογική συνεργούν ή αντικρούονται.
Είναι της άποψης ότι στην κλασική λογοτεχνία το συναίσθημα είναι αισθητό χωρίς εντούτοις «θεωρητική ή πρακτική σημασία» μέχρι που αυτό γίνεται κυρίαρχο στο έργο των μεγάλων ρομαντικών. Εμμένει στην περίπτωση του Γάλλου ποιητή και πεζογράφου Gerard de Nerval (1808-1855) και επισημαίνει ότι σε πολλά έργα του το συναίσθημα υπερχειλίζει, ρέει ακράτητο. Πιστεύει μάλιστα ότι ο de Nerval προαναγγέλλει με το συναισθηματικό του παραλήρημα τις λογοτεχνικές εκφάνσεις των σουρεαλιστών.
Παραθέτω απόσπασμα του Γάλλου λογοτέχνη από την «Αυρηλία»: «Το όνειρο είναι μια δεύτερη ζωή. Δεν μπόρεσα να περάσω χωρίς να τρομάξω, αυτές τις πόρτες από ελεφαντόδοντο ή από κόκκαλο που μας χωρίζουν από τον αόρατο κόσμο. Οι πρώτες στιγμές του ύπνου, είναι η εικόνα του θανάτου», γράφει.
Ο Πατρίκιος, με αφορμή το έργο του de Nerval υμπεραίνει ότι ο λόγος (la raison) παρότι δεν καταφέρνει να εκτοπίσει το συναίσθημα ολότελα, συνιστά στοιχειώδες συστατικό και γνώρισμα του έργου των ρομαντικών αλλά και κάθε άλλης λογοτεχνικής πρωτοπορίας που εμφανίζεται μέχρι τις μέρες μας.
Ο λόγος σύμφωνα με τον ίδιο καθορίζει μορφή και περιεχόμενο. Ο Πατρίκιος ομολογεί μάλιστα την αδυναμία του να διαχειριστεί το συναίσθημα κατά την περίοδο της νεότητάς του. Το θεωρεί μέσο που συμβάλλει στην υπεράσπιση της αστικής τάξης και αντιλαμβάνεται την ποίηση ως «έκφραση μικροαστικού συναισθηματισμού». Αυτές τις νεανικές δογματικές βεβαιότητες καταφέρνει, όπως ο ίδιος λέει, να τις ξεπεράσει με τη βοήθεια του Γιάννη Ρίτσου στο στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων του Άη Στράτη, το 1952.
Η τέχνη για την τέχνη
Όπως είναι γνωστό η θέση «η τέχνη για την τέχνη» αποδίδεται στον Γαλλοελεβετό πολιτικό και στοχαστή Henri-Benjamin Constant (1767-1830). Σε σημείωση ημερολογίου της 11ης Φεβρουαρίου 1804, προκειμένου να αντιταχθεί στη θέση των ρομαντικών της εποχής οι οποίοι είναι της άποψης ότι η τέχνη και η λογοτεχνία οφείλουν να κομίζουν κοινωνικά και ηθικά διδάγματα προβαίνει στην εν λόγω διατύπωση.
Η θέση του είναι ξεκάθαρη. Η τέχνη οφείλει να είναι απαλλαγμένη από κάθε τύπου ωφελιμιστικές προσταγές. Το σλόγκαν «η τέχνη για την τέχνη» γίνεται εντούτοις ευρέως γνωστό πολύ αργότερα από τον Γάλλο ποιητή και μυθιστοριογράφο Théophile Gautier (1811-1872) ο οποίος στον πρόλογο του μυθιστορήματος του «Η δεσποινίς ντε Μωπέν» (1835) καθιστά σαφές ότι η τέχνη είναι αυτοσκοπός και μέλημα της δεν είναι άλλο από το να αναδεικνύει και να προβάλει αισθητικές αξίες. Την ίδια θέση εστερνίζονται απόλυτα οι Charles Beaudelaire (1821-1867) και Gustave Flaubert (1821-1880).
Στο ίδιο δοκίμιο ο Τίτος Πατρίκιος ομολογεί τη δυσκολία του να αντιληφθεί το εν λόγω αισθητικό δόγμα. Σύμφωνα με τον ίδιο, μια τέτοια θέση στοχεύει στην εξάλειψη κάθε συνδέσμου ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή.
Εκφράζει μάλιστα την αντίθεση του προτάσσοντας το δόγμα «η τέχνη για τη ζωή». Το νόημα του δόγματος γίνεται αντιληπτό αργότερα, όταν ο ποιητής συναντά στην Αθήνα τον Γάλλο στοχαστή και κοινωνιολόγο Pierre Bourdieu (1930-2002). O Bourdieu επισημαίνει στον Έλληνα ποιητή ότι η τέχνη έχει τη δική της ενδογενή αξία και ότι αληθινή τέχνη είναι αυτή που δεν εξυπηρετεί πολιτικές, διδακτικές, ή ωφελιμιστικές ανάγκες και δεν απαντά σε εξωγενείς νύξεις ή προσταγές.
Καταρρίπτοντας τη θέση ότι η τέχνη οφείλει να είναι αποκομμένη από την κοινωνία, ο Bourdieu αποδομεί το δόγμα υποστηρίζοντας ότι αυτή αποτελεί πεδίο κοινωνικής δράσης όπου κάθε δημιουργός διεκδικεί το δικαίωμα να ορίζει τι θεωρεί άξιο και τι ανάξιο. Ο Bourdieu αναλύει το δόγμα στο εμβληματικό του έργο «Οι κανόνες της τέχνης» (1992) αλλά δεν παύει να στοχάζεται πάνω στο νόημα του και σε άλλα συγγράμματά του.
«Η τέχνη είναι ένας από τους κατεξοχήν τόπους αποποίησης του κοινωνικού κόσμου», λέει χαρακτηριστικά στο προγενέστερο έργο «Η διάκριση» (1979) εννοώντας τόπο το πεδίο δράσης όπου κάθε άνθρωπος «γεννημένος στο άσκεπτο» πασκίζει μέσα από ένα ανοικτό σύστημα προδιαθέσεων να αιχμαλωτίσει την πολύ μικρή ευκαιρία που θα του επιτρέψει «να γίνει υποκείμενο» και «να καταλήξει ελεύθερος».
«Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα»
Ο Πατρίκιος διερευνώντας περιπτώσεις γραφής όπου το συναίσθημα και ο ορθολογισμός δίνουν από κοινού στίγμα, δεν παραλείπει να αναφερθεί στην περίπτωση του Goethe. Σύμφωνα με τον ποιητή, ο γενάρχης του ρομαντισμού τόσο στο πρώιμο επιστολικό μυθιστόρημα του με τίτλο «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» (1774) όσο και στο μεταγενέστερο «Ταξίδι στην Ιταλία» (1816-17) αποδεσμεύει άκρατο συναισθηματισμό, ενώ παράλληλα διατηρεί στοχαστικό και ορθολογικό ύφος.
Αξιοσημείωτες είναι επίσης οι απόψεις του Goethe στην εισαγωγή του περιοδικού Propyläen (1798) σχετικά με την μάχη επικράτησης των δύο αξιών στο δημιουργικό εγχείρημα. Υποστηρίζει εντούτοις την κυριαρχία της σκέψης αφού αυτή αποτελεί βάση και μέτρο αξιολόγησης του συναισθήματος.
Γράφει χαρακτηριστικά: «Όποιος δεν μιλά καθαρά στις αισθήσεις, δεν πρόκειται να επιφέρει μια καθαρή εντύπωση στον νου… ». Και συνεχίζει: «Η πνευματική επεξεργασία επιμελείται το θέμα όσον αφορά την εσωτερική του συνοχή (…) καθώς η επιλογή του θέματος γενικά αποτελεί το καλύτερο κριτήριο του βάθους του καλλιτεχνικού αισθήματος (…) Λέγοντας αισθητική επεξεργασία εννοούμε αυτό που κάνει το έργο καταληπτό και ικανοποιητικό στις αισθήσεις…».
Είναι φανερό ότι ο Goethe εστιάζει στην αλληλένδετη σχέση ανάμεσα σε λόγο και συναίσθημα επισημαίνοντας τις κλιμακώσεις που αυτή συνεπάγεται αναδεικνύοντας στην εκάστοτε περίπτωση τη μια ή την άλλη αξία.
Ο Πατρίκιος κλείνει το σχολιασμό του με έργο του Francisco Goya (1746-1828) το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο εμπίπτει στην υπό μελέτη θεματική. Πρόκειται για τη χαλκογραφία με τίτλο «Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα» (1797-99) από τη σειρά «Τα καπρίτσια». Το έργο παριστάνει άντρα – ίσως πρόκειται για τον ίδιο τον καλλιτέχνη- σκυμμένο πάνω σε ένα τραπέζι με τα χέρια να σκεπάζουν το πρόσωπό του.
Ο χώρος κατακλύζεται από νυχτερίδες, κουκουβάγιες και άλλα πτηνόμορφα τέρατα που κατευθύνονται προς τη μεριά του άντρα. Πρόκειται για έργο με ισχυρό συμβολισμό και διττή ερμηνεία. Ο Goya πιστεύει ότι η απουσία λογικής διευκολύνει την πρόσβαση κάθε δημιουργού στο χώρο του φαντασιακού με αποτέλεσμα αυτό που γεννιέται να ξενίζει ακραία.
Μια δεύτερη ερμηνεία θα απέδιδε στην αδράνεια της λογικής και το σκοτάδι του μυαλού μια νέα τάξη πραγμάτων με κυρίαρχα συστατικά φόβους, δεισιδαιμονίες και παραλογισμούς. Με άλλα λόγια, «ο ύπνος της πέτρας δεν σώνεται / η γλώσσα του φεγγαριού δεν ξεδιψάει», όπως λέει ο Πατρίκιος για ό,τι μένει αναπάντητο, αστόχαστο, αμφίσημο και πάντα αντιφατικό.
Πηγές
- Τίτος Πατρίκιος, Ποιήματα Α΄ 1943-1959 και Ποιήματα Β΄1959-2027, Κίχλη, Αθήνα, 2017 και 2018 αντίστοιχα.
- Τίτος Πατρίκιος, Διαδρομές και Διασταυρώσεις, Κίχλη, Αθήνα, 2025.
- Ζεράρ ντε Νερβάλ, Αυρηλία, μετφρ. Βαγγέλης Κάσσος, Αιγόκερως, Αθήνα, 2000.
- GOETHE, Περί τέχνης, μτφρ. Βασίλης Τομαράς, Printa, Αθήνα, 2006.
Ελεύθερα, 12.07.2026