Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΠρόγραμμα Φιλοξενίας Καλλιτεχνών του Δημοτικού Κέντρου Τεχνών Λευκωσίας Συνεργασία: Ίδρυμα Πιερίδη (NiMAC)
Το θερινό πρόγραμμα φιλοξενίας καλλιτεχνών του NiMAC έλαβε χώρα για έξι εβδομάδες μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου, αντλώντας έμπνευση από το δοκίμιο του Ιάπωνα συγγραφέα Τζουνίτσιρο Τανιζάκι In Praise of Shadows (Το Εγκώμιο της Σκιάς, 1933).
Έδωσε χώρο σε έξι καλλιτέχνες και καλλιτέχνιδες να «αντιμετωπίσουν τη σκιά ως πεδίο κατανόησης, όπου η λεπτομέρεια, η υλικότητα και οι σχέσεις αναδύονται μέσα από την αμφισημία και όχι μέσα από την πλήρη ορατότητα», δηλαδή μέσα σε ένα ερευνητικό πλαίσιο που αφορά την ποίηση και την πραγματικότητα, καθώς και σε ό,τι δίνει μια υπαινικτική γοητεία στην καθημερινότητα.
Η μοναδικότητα του Τανιζάκι έγκειται άλλωστε στον τρόπο με τον οποίο ανάπτυξε την αισθητική προβληματική του φωτός και της σκιάς στην εποχή του ανοίγματος του ιαπωνικού πολιτισμού στη Δύση, επιφέροντας μια έντονη σύγκρουση μεταξύ της
παραδοσιακής ιαπωνικής ευαισθησίας, όπου η σκιά είναι δομικό υλικό της λεπτότητας, και των δυτικών προσταγών που επέμεναν στο φως και την καθαρότητα. Ως αναγωγή για τους στόχους ενός προγράμματος φιλοξενίας, βλέπουμε μια διάθεση για εξερεύνηση της ασάφειας ως αισθητικού πεδίου, για πειραματισμό και ανάπτυξη ερευνητικών καλλιτεχνικών πρακτικών που παρατηρούν και επεμβαίνουν στο κοινωνικό συμφραζόμενο χωρίς θεωρητικές ή ιδεολογικές παρωπίδες, αλλά με μια διάθεση κατανόησης των αντιφάσεων της σύγχρονης πραγματικότητας και ανάπτυξης της κριτικότητας.

Είναι άλλωστε και αυτή η διάθεση κατανόησης που δίνει στον όρο φιλοξενία και το νόημά του. Τα προγράμματα φιλοξενίας διαδραματίζουν ένα βασικό ρόλο στην παγκόσμια οικολογία της σύγχρονης τέχνης. Η ανάπτυξή τους συνδέεται τόσο με την ευκολία στην κινητικότητα καλλιτεχνών, όσο και με τη διαπίστωση ότι η ενεργή εμπλοκή τους με συγκεκριμένο τόπο μπορεί πιο εύκολα να προσκαλέσει τη διασύνδεση της τέχνης και του κοινωνικού της χώρου.

Ενυπάρχει δηλαδή αυτή η διττότητα μεταξύ της κινητικότητας και της συγκέντρωσης, που οδηγεί σε δημιουργικούς τρόπους ενασχόλησης των καλλιτεχνών με άγνωστα στοιχεία και ανοίγματα σε νέες παραστάσεις και καταστάσεις.

Στο τοπικό πλαίσιο, αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια μια υγιής οικονομία αυτών των προγραμμάτων, με τα περισσότερα να λειτουργούν με ανοιχτά καλέσματα, να προσφέρουν πληρωμή στους καλλιτέχνες, και να τους προσφέρουν στήριξη και χώρο για εξέλιξη.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, αφού προσφέρεται ο χώρος και ο χρόνος για ανάπτυξη της σχέσης μεταξύ σκέψης και πράξης, της δοκιμής δηλαδή ιδεών και υλικών. Κάθε πρόγραμμα φιλοξενίας είναι ταυτόχρονα μια κίνηση ανοιχτότητας και στήριξης που ξεκινά από τα ινστιτούτα και βλέπει προς τα έξω, αναζητώντας τη δημιουργία συνεργειών και σχέσεων με τους καλλιτέχνες, και προσφέροντάς τους, ταυτόχρονα, μια ευκαιρία να βγουν από τη συνήθη ροή της πρακτικής τους.
Το NiMAC έχει ενσωματώσει πρακτικές φιλοξενίας ήδη από το 2012. Τα τελευταία δύο χρόνια δίνεται έμφαση στη δημιουργία συνθηκών για έρευνα και την ανταλλαγή με μέντορες, στην ανατροφοδότηση μεταξύ ινστιτούτου και καλλιτεχνών, και στην οργανική ανάπτυξη ενός διεθνούς προσανατολισμού. Το 2025 το πρόγραμμα έτρεξε με την παρούσα του φόρμα με τη συμμετοχή τεσσάρων καλλιτεχνών, των Αλέξανδρου Ξενοφώντος, Μπέλα Ρίζα, Μύριαμ Γκατ,και Νάταλη Κυνηγόπουλου, που αναπτύχθηκε γύρω από τη θεματική κατεύθυνση “This is not that”.

Και φέτος η διαδικασία ήταν αυτή της ανοιχτής πρόσκλησης, με την επιτροπή να απαρτίζεται από τις Δρ Έλενα Στυλιανού, διευθύντρια του NiMAC, Μαρίνα Χριστοδουλίδου, καλλιτεχνική διευθύντρια στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λεμεσού – Αποθήκες Παπαδάκη, Ιουλίτα Τουμαζή, διευθύντρια του Pylon Art & Culture, και τον Alexey Yurenev, επίκουρο καθηγητή στο πρόγραμμα MFA Εικαστικών Τεχνών στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης.
Ο Παναγιώτης Ανδρέου ασχολήθηκε με την αρχιτεκτονική του χώρου και την κατασκευή κινητικών γλυπτών που δανείζονται τη φόρμα ανεμιστήρων οροφής και εξερευνούν τη σχέση μεταξύ οργανικού και μηχανικού. Στο NiMAC, η δουλειά βρήκε ένα χώρο να μεγαλώσει σε κλίμακα και να προσφέρει μια εμπειρία που ακροβατεί στο όριο της οικειότητας με το ανοίκειο, μια ισορροπία που, όπως δείχνει και το υπόλοιπο έργο του καλλιτέχνη, φαίνεται να αποτελεί σταθερό άξονα της δουλειάς του: το γνώριμο αντικείμενο μεταμορφώνεται σε κάτι ανοίκειο τη στιγμή που αποκτά κλίμακα, κίνηση και σωματική παρουσία μέσα στον εκθεσιακό χώρο.
Ο Άδωνης Αρχοντίδης μας προσέφερε μια πρόσβαση στη βιβλιοθήκη του, αξιοποιώντας τον χρόνο των έξι εβδομάδων για να αναπτύξει μια ιδέα που αφορά την κατασκευή εγκαταστάσεων και σχεδίων γύρω από πράγματα που έχει δει σε όνειρα και συγκεκριμένα στην εμπειρία του να νιώθει κάτι δικό του παρόλο που είναι πλασματικό.

Ο Αρχοντίδης ασχολείται συστηματικά με την οντολογία της εικόνας, και εδώ δανείζεται από την αισθητηριακά βιωμένη πραγματικότητα της εικόνας του ονείρου. Το έργο είναι και μια εύστοχη παρατήρηση ως προς τους τρόπους με τους οποίους ο σύγχρονος καπιταλισμός ευνοεί τη βελτιστοποίηση και παραγωγικές αναγνώσεις του ύπνου, κάνοντάς τον ένα ακόμα πεδίο εμπορευματοποίησης.
Η βελτιστοποίηση της ποιότητας ζωής για άτομα στα οποία η πολυαισθητηριακή επεξεργασία υστερεί ή υπερτερεί απασχολεί και την Κοραλία Στεργίδη, που γράφει, ηχογραφεί και φωτογραφίζει τον εαυτό της στο νερό. Παρουσίασε μια εγκατάσταση μαυρόασπρων φωτογραφιών και ένα ηχογραφημένο ποίημα που αφορούν τη σύνδεσή της με το νερό και την ενασχόλησή της με το σέρφινγκ, που έχει δώσει στην ίδια ένα εργαλείο αποκατάστασης νευροκινητικών και μνημονικών συστημάτων.
Προσκάλεσε επίσης το κοινό να ξαπλώσει και να αναπτύξει μια οριζόντια σχέση τόσο με το αντικείμενο της θέασης όσο και με τον ποιητικό ήχο που έβγαινε από τα χαμηλά βάθρα.
Ο Μαρίνος Χούτρης ασχολήθηκε με την περιοχή γύρω από το NiMAC για να αναδείξει μέσα από φωτογραφίες, ηχογραφήσεις και σημειώσεις καταγραφής, σημεία της παλιάς πόλης που διατηρούν μια υφή του ενδιάμεσου χώρου και αποκτούν άλλες, εφήμερες χρήσεις από τους κατοίκους.
Η δουλειά του ανιχνεύει ίχνη υποδομών, τοπίου και αστικού μετασχηματισμού, εστιάζοντας σε ό,τι παραμένει κρυφό, περιθωριακό ή δύσκολο να γίνει άμεσα αντιληπτό. Μέσα από την ακρόαση, τις επιτόπιες ηχογραφήσεις και την έρευνα που βασίζεται στον τόπο, τα πρόσφατα έργα του προσεγγίζουν το νερό, τη συντήρηση και την κυκλοφορία ως τρόπους διερεύνησης οικολογικών, πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων.

Η Σεντέφ Καραγιέλ παρουσίασε μια σειρά από πίνακες και κεραμικά μικρής κλίμακας, θραυσματικές εντυπώσεις του ευρύτερου περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσε. Τόσο τα άψητα κεραμικά όσο και το λάδι σε καμβά και βαμβακερό ύφασμα δημιουργούνται με μια θερμή χρωματική παλέτα, θυμίζοντας κάτι από σκληρό ήλιο και με έντονες σκιές.
Η πρακτική της διερευνά τη σχέση της αντίληψης με τη μνήμη και τη σωματική εμπειρία ως τρόπο σύνδεσης με το παρελθόν και την απώλεια. Η όλη προσέγγιση της Karayel αντλεί τη δύναμη της από τον τρόπο με τον οποίο το υλικό το ίδιο κρατά κάτι από αυτό που η μνήμη δεν μπορεί πια να ανακτήσει.
Η Χριστίνα Καραβά δημιουργεί ιστορίες που εκτείνονται στο χώρο, με τη χρήση βίντεο ανιμέισον και κειμένου στο τοίχο, σε μια low-fi αισθητική που δίνει έμφαση στη σχέση ευφάνταστων κολάζ με την τυπογραφική οπτικοποίηση του λόγου. Η εγκατάσταση, με τίτλο “Mr. Man enters the room”, μας δίνει μια γεύση της πρακτικής της που περιστρέφεται γύρω από την ιδέα ότι «η τέχνη μιμείται τη ζωή, η οποία μιμείται την τέχνη», εστιάζοντας στην καταγραφή θραυσμάτων της πραγματικότητας που αποτυπώνουν μια πιο προσωπική και εσωτερική διάσταση της ανθρώπινης εμπειρίας.

Μέσα από επαναλαμβανόμενες σκέψεις και εσωτερικούς μονολόγους, ένας αόρατος αφηγητής τοποθετεί το κοινό μέσα σε μια στιγμή όπου το μυθοπλαστικό στοιχείο συγχέεται με το βιωμένο.
Το In Praise of Shadows συνεχίζει με τον προγραμματισμένο κύκλο ανατροφοδότησης που θα λάβει χώρα τον Σεπτέμβριο και θα δώσει τις κατευθυντήριες γραμμές για την επόμενη χρονιά. Σύμφωνα με τη Δρ Στυλιανού, στόχος είναι η περαιτέρω ανάπτυξη του προγράμματος, η ενδυνάμωση των καλλιτεχνών για να προτείνουν οι ίδιοι τα φόρματ μέσα στα οποία επιθυμούν να εργάζονται και να παρουσίαζουν, και η περαιτέρω στήριξη, τόσο πρακτική-οικονομική όσο και καλλιτεχνική-ερευνητική.
Η ανατροφοδότηση αυτή λειτουργεί και ως διαδικασία που παραμένει κοντά στο υλικό, στις συνθήκες εργασίας και στις ίδιες τις φωνές των καλλιτεχνών.
Σε μια οικονομία της τέχνης όπου οι ευκαιρίες υποστηριζόμενης έρευνας παραμένουν περιορισμένες, το ζητούμενο δεν είναι ένα σταθερό, επαναλαμβανόμενο μοντέλο φιλοξενίας, αλλά ένα πλαίσιο αρκετά ευέλικτο ώστε να αλλάζει σχήμα ανάλογα με το ποιοι το κατοικούν κάθε φορά. Το πρόγραμμα επιβεβαιώνει ότι η στήριξη της έρευνας στις καλλιτεχνικές πρακτικές είναι απαραίτητη προϋπόθεση για μια πιο ώριμη καλλιτεχνική σκηνή.
Ελεύθερα, 06.09.2026