Στην καλοκαιρινή πολιτιστική ζωή της Λευκωσίας, η ζωγραφική έχει αισθητή παρουσία μέσα από τουλάχιστον τρεις εκθέσεις που δείχνουν το πώς η πόλη σήμερα βλέπει, εκθέτει και θυμάται.
Ο επιμελητικά προσανατολισμένος χώρος τέχνης, το ιδιωτικό μουσείο και η καταξιωμένη γκαλερί προτείνουν, με τον δικό τους τρόπο, διαφορετικά πλαίσια θέασης: τι σημαίνει να κοιτάς τέχνη, ποιος την πλαισιώνει και γιατί, και ποια σχέση με τον χρόνο προϋποθέτει αυτή η θέαση;
Αυτό που ενώνει τις τρεις εκθέσεις είναι η επιμονή της ζωγραφικής ως πρακτικής που η πόλη συνεχίζει να χρειάζεται, με πολλούς και αντικρουόμενους τρόπους: ως πειραματικό εργαστήρι, ως αντικείμενο ιστορικής έρευνας, ως χώρο συλλογικής μνήμης.
Στο Art Seen, η ζωγραφική είναι ζωντανό, ασταθές πεδίο διαπραγμάτευσης· οι καλλιτέχνες, από τον Ζησίμου (γ. 1994) έως τον Toren (γ. 1945), παράγουν έργο τώρα, με πλήρη επίγνωση των όρων της σύγχρονης εικαστικής συζήτησης, πειραματισμού και διεθνούς διαλόγου.
Στη Λεβέντειο Πινακοθήκη, η ζωγραφική διαβάζεται αναδρομικά, μέσα από την αρχειακή, μουσειολογική ματιά: κάθε έργο λειτουργεί ως επέκταση ενός ήδη θεμελιωμένου corpus. Και στη Γκλόρια, η αναδρομική έκθεση του Πάρι Σίβακα λειτουργεί ως πράξη τοπικής μνήμης και τιμής, απευθυνόμενη σε ένα κοινό που αναγνωρίζει τη συνεχή ζύμωση παραδοσιακών τεχνοτροπιών με το προσωπικό βίωμα.
Art Seen: Η ζωγραφική ως αστερισμός

Το πλαίσιο θέασης στην Art Seen παραμένει εν εξελίξει, ασταθές, αυτο-αναστοχαστικό. Η ιδρύτρια και επιμελήτρια Μαρία Στάθη αγκιστρώνει τον τίτλο της έκθεσης «Summer Constellations» στο απόφθεγμα του Βάλτερ Μπένγιαμιν, ότι “οι ιδέες σχετίζονται με τα αντικείμενα όπως οι αστερισμοί με τα άστρα”.
Για τον Μπένγιαμιν η ιδέα δεν κατοικεί στο επιμέρους φαινόμενο αλλά αναδύεται από τη διάταξη πολλών στοιχείων γύρω της, ως σχήμα που σχεδιάζεται νοερά στο κενό ανάμεσά τους.
Η έκθεση χτίζεται πάνω σε αυτή την πράξη ανάγνωσης που διασώζει το ιδιαίτερο χωρίς να το αφομοιώνει σε ενότητα. Προσεγγίζει τη ζωγραφική ως διευρυμένο πεδίο υλικού, χειρονομίας, μνήμης, ίχνους, επιφάνειας, εννοιολογικού χώρου, εικόνας και αντικειμενικότητας.
Συγκεντρώνει δεκατρείς καλλιτέχνες (Κρις Ακορδαλίτη, Clare Burnett, Παναγιώτη Δουκανάρη, Ανδρέα Καλλή, Βασίλη Ματοσσιάν, Jost Münster, Δανάη Πατσάλου, Milenko Stevanović, Diana Taylor, Amikam Toren, Βάσια Α. Βανέζη, Δαμιανό Ζησίμου και Βασίλη Ζωγράφο), καθένας από τους οποίους φέρνει μια ξεχωριστή οπτική γλώσσα και ένα διακριτό σύνολο προβληματισμών.
Τα έργα κινούνται ανάμεσα στην αφαίρεση και την απεικόνιση, ανάμεσα στην οικειότητα της ζωγραφικής επιφάνειας και σε ευρύτερα ερωτήματα πολιτισμικής μνήμης, ταυτότητας και ψυχολογικής εμπειρίας.
O διάλογος μεταξύ των έργων αποκαλύπτει αναπάντεχες και απρόσμενες συγγένειες, ενώ αρκετές από τις παρουσιαζόμενες πρακτικές μοιράζονται την κοινή στρατηγική της μερικής αποδόμησης του ίδιου του υποστρώματος της ζωγραφικής.
Ο Δουκανάρης ξεϋφαίνει τον καμβά, ενώ ο Toren, κομβική φυσιογνωμία της βρετανικής εννοιολογικής τέχνης από τη δεκαετία του 1970, κόβει έτοιμους πίνακες και δημιουργεί λέξεις με τα κομμάτια τους. Ο Münster κινείται ανάμεσα σε ζωγραφική και γλυπτική, αντλώντας από αστικές προσόψεις και πύλες, ενώ η Taylor μιλά για μια διαδικασία εσκεμμένης αποδόμησης του έργου όταν αυτό αρχίζει να μοιάζει πολύ «ασφαλές».
Ενδιαφέρον είναι το ότι η έκθεση συγκεντρώνει και πολλά ονόματα που διαχρονικά παρουσιάζει η Art Seen, κάτι που τεκμηριώνεται και στο ενδελεχές βιβλίο Decennial: A Creative Legacy, που συγκεντρώνει τις εκθέσεις δέκα χρόνων.
Διακρίνουμε έτσι μια καθαρή επιμελητική γραμμή που δίνει έμφαση στη διάρκεια της σχέσης ανάμεσα στο χώρο και τους καλλιτέχνες, χωρίς όμως αυτό να λειτουργεί αποκλειστικά, αφού υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα πιο γνώριμα ονόματα και σε καλλιτέχνες που η γκαλερί παρουσιάζει για πρώτη φορά.
Λεβέντειος Πινακοθήκη: Το αρχείο ως θεσμική αποκατάσταση

Η έκθεση φέρνει στο φως ένα πολύτιμο και μέχρι πρότινος άγνωστο αρχείο που αφορά τον Χριστόφορο Σάββα (1924–1968), καλλιτέχνη που άνοιξε νέους δρόμους στη σύγχρονη κυπριακή τέχνη. Στα τέλη του 2020 η Ελένη Σ. Νικήτα συναντήθηκε με τον συλλέκτη Χαράλαμπο Σεργίου για να δει έναν φάκελο έργων που του είχε χαρίσει Τουρκοκύπριος φίλος του.
Το δώρο αποδείχθηκε τμήμα ενός πολύ μεγαλύτερου αρχείου με εκατοντάδες έργα και αντικείμενα του Σάββα, χρονολογημένα από το 1946 έως το 1968, προϊόν της φιλίας και συνεργασίας του καλλιτέχνη με τον πατέρα του Τουρκοκύπριου δωρητή, γνωστό συλλέκτη και πελάτη του.
Η συστηματική μελέτη και καταλογογράφηση του αρχείου ξεκίνησε το 2021 υπό την επιστημονική καθοδήγηση της ίδιας της Νικήτα, η οποία δεν πρόλαβε να δει την ολοκλήρωση της έκδοσης και της έκθεσης, αφού απεβίωσε το 2024. Η έκθεση είναι αφιερωμένη στη μνήμη της, μια κίνηση θεσμικού αποχαιρετισμού.
Εδώ το πλαίσιο θέασης καθορίζεται από τη μουσειακή μνήμη και την επιστημονική εγκυρότητα. Ο επισκέπτης καλείται να μελετήσει: το βλέμμα λειτουργεί ως εργαλείο ιστοριογραφικής ανασύνθεσης, όπου η ημιτελής σημείωση ή το προσχέδιο αποκτούν την ίδια αξία με το ολοκληρωμένο έργο.
Ο αστερισμός εδώ έχει ήδη αναγνωριστεί και τεκμηριωθεί, και το βλέμμα καλείται να τον επιβεβαιώσει, να τον μελετήσει εκ νέου μέσα από το υλικό ίχνος.
Γκαλερί Γκλόρια: Η αναδρομική έκθεση ως τόπος συλλογικής μνήμης

Ένα τρίτο πλαίσιο θέασης αποφεύγει τόσο τη ρευστότητα του πρώτου όσο και την επιστημονική απόσταση του δεύτερου. Η γκαλερί Γκλόρια, θεσμός με σαφώς πιο παραδοσιακό, εμπορικό και τοπικό προσανατολισμό, φιλοξενεί μια αναδρομική έκθεση αφιερωμένη στον Κύπριο ζωγράφο και αγιογράφο Πάρι Σίβακα (1959–2018), οκτώ χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό του.
Η έκθεση συγκεντρώνει έργα από διαφορετικές περιόδους της δημιουργικής πορείας του Σίβακα, ελαιογραφίες, νεκρές φύσεις, πορτρέτα, καθώς και δείγματα της ενασχόλησής του με τη βυζαντινή αγιογραφία, αναδεικνύοντας τον διαρκή διάλογό του με την ελληνική και μεσογειακή καλλιτεχνική παράδοση.
Γεννημένος στη Λευκωσία, ο Σίβακας σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών με δασκάλους τον Δημήτρη Μυταρά, τον Γιάννη Μόραλη, τον Παναγιώτη Τέτση και τον Νίκο Κεσσανλή.
Η έκθεση, οκτώ χρόνια μετά τον θάνατό του, δεν συγκροτεί μια στενή θεματική αφήγηση αλλά λειτουργεί περισσότερο ως ανασκόπηση, μια σχεδόν συνολική παράθεση του έργου του, όπου συνυπάρχουν πολύ διαφορετικά ρεύματα και περίοδοι: έντονες, εκφραστικές συνθέσεις με σκηνές οικειότητας και σωματικότητας, φαντασιακές και μυθοπλαστικές εικόνες, εικόνες και προσωπογραφίες σε ξύλο που παραπέμπουν άμεσα στη βυζαντινή παράδοση και στα πορτρέτα του Φαγιούμ, καθώς και πιο αφαιρετικά, υλικά φορτισμένα έργα με ενσωματωμένο κείμενο.
Αυτή η ετερογένεια δεν είναι απλώς αισθητική επιλογή· είναι το αναπόφευκτο αποτύπωμα μιας έκθεσης που φιλοδοξεί να συστήσει το σύνολο ενός βίου, όχι μια όψη του.
Στη Γκλόρια το πλαίσιο θέασης βασίζεται στην οικειότητα και τη συνέχεια. Το κοινό εδώ αναζητά τη σύνδεση με μια κοινή αισθητική κληρονομιά. Η εμπορική γκαλερί λειτουργεί ως ένας βατός, δημοκρατικός χώρος όπου η τέχνη εντάσσεται στην καθημερινή ζωή και τη συλλογική μνήμη της πόλης, τρίτος πόλος απέναντι στον πειραματισμό του πρώτου πλαισίου και στην αρχειακή αυστηρότητα του δεύτερου.
Τρία πλαίσια θέασης, λοιπόν, τρεις τρόποι να κρατηθεί ζωντανή η σχέση μιας πόλης με τη ζωγραφική της. Κάθε πλαίσιο θέασης παραμένει, ωστόσο, αποτέλεσμα θεσμικής, οικονομικής και πολιτικής εργασίας που το συντηρεί· και είναι ακριβώς αυτή η εργασία που μπορεί, χωρίς καμία προειδοποίηση, να ανακληθεί.
Ελεύθερα, 12.07.2026