Ανάμεσα στον μύθο και την επιθυμία, στις πόλεις που κατοικούνται άλλοτε ως τόποι κι άλλοτε ως αναμνήσεις, ο Παναγιώτης Θωμά προτείνει τη συλλογή «Χρώμα της ελπίδας». Είκοσι αφηγήματα, άλλοτε πυκνά κι άλλοτε υπαινικτικά, αναζητούν όσα επιμένουν να διασώζονται από τον χρόνο: τη συνάντηση με τον άλλον, την ενθύμηση, την απώλεια, την προσδοκία. Μ’ αυτή την αφορμή, συνομιλήσαμε για όσα γεννά κι όσα δοκιμάζει η γραφή.
–Ποιο είναι το χρώμα της ελπίδας και τι της το δίνει; Χαίρομαι που δημιουργεί μια περιέργεια ο τίτλος του βιβλίου. Ίσως αυτή να ήταν κι η πρόθεση μου όταν επέλεγα τον τίτλο του ομότιτλου διηγήματος για ολόκληρη τη συλλογή. Θα πω το εξής: ενώ για τον πρωταγωνιστή του εν λόγω διηγήματος το χρώμα της ελπίδας κι αυτό που συμβολίζει είναι συγκεκριμένο (η συντροφικότητα και η αμοιβαιότητα), θα ήθελα ο καθένας ν’ ανακαλύψει το χρώμα που συμβολίζει αυτό για το οποίο ελπίζει, το σημαντικό, το οποίο ονειρεύεται. Είναι κι ένα παιγνίδι με τις αναγνώστριες και τους αναγνώστες που εγκαινιάζει εξαρχής το εξώφυλλο του βιβλίου.
-Τι μπορεί να πετύχει η εξαιρετικά σύντομη φόρμα που δεν μπορεί ένα εκτενέστερο αφήγημα; Η εξαιρετικά σύντομη φόρμα, την οποία ιδιαιτέρως αγαπώ, είναι καταρχάς ενός άλλου είδους πρόκληση, καθώς σε πολύ λίγες γραμμές πρέπει να δώσεις κάτι μεστό και περιεκτικό. Νομίζω, πως το μικροδιήγημα σε προκαλεί να εφεύρεις σύμβολα, μεταφορές και αλληγορίες που θ’ ανοίξουν προοπτικές και θα φωτίσουν οπτικές γωνίες πολύ πιο ακαριαία, δεδομένης της ελλειπτικότητάς του. Η μικρή φόρμα στην ιδανική περίπτωση επιτυγχάνει το ίδιο με την καλή ποίηση. «Πνίγεται στα ρηχά η ψυχή/ και στα βαθιά βαθαίνει» λέει ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης. Αυτό, χρειάζεσαι αρκετές γραμμές για να το εξηγήσεις με τρόπο αισθητικά ελκυστικό σε αναλυτική μορφή, αυτή δηλαδή που υπηρετεί η εκτενέστερη αφήγηση.
–Βλέπεις στις νεότερες γενιές διαφορετικές αγωνίες από εκείνες που αποτυπώνονται στους ήρωές σου ή τελικά οι βασικές ανθρώπινες αναζητήσεις παραμένουν ίδιες; Θέλω να πιστεύω πως ανήκω ακόμα στη νέα γενιά, αλλά, έχεις δίκιο, σίγουρα ο ίδιος και αρκετοί από τους χαρακτήρες των μυθιστοριών μου δεν ανήκουμε στη νεότερη! Δεν ξέρω αν είναι πεζή η απάντησή μου, ή κάπως προβλέψιμη, αλλά νομίζω πως στο βάθος τους οι ανθρώπινες αγωνίες είναι σταθερά ίδιες, αν και στην υβριδική και πολλαπλά σκηνοθετημένη καθημερινότητά μας τις καμουφλάρουμε ποικιλοτρόπως. Αξιοπρεπής επιβίωση, υποδοχή της διαφορετικότητας, ερωτική αμοιβαιότητα και αμοιβαία ερωτική έκσταση, η ελπίδα πως υπάρχει ζωή πέραν του τάφου, πως ο θάνατος δεν είναι ο τελικός νικητής και πως τα όμορφα που ζήσαμε δεν σβήνονται στη λήθη. Αυτές πιστεύω πως είναι λίγο-πολύ κοινές αγωνίες, ίσως με διαφορετική ένταση σε κάθε γενιά.
–Πώς συνομιλούν μεταξύ τους οι ιδιότητες του θεολόγου και του λογοτέχνη και πώς διατηρούνται σε δημιουργική απόσταση; Αισθάνομαι πρωτίστως συγγραφέας ό,τι και να γράφω. Οι αφετηρίες και στις μελέτες μου υπήρξαν πάντα υπαρξιακές και προσωπικές. Γι’ αυτό και κινούμαι συνεχώς στον χώρο του διαλόγου της θεολογίας με τις τέχνες, χώρο οικείο για μένα προσωπικά, καθώς έχω μαθητεύσει —κυρίως στο Αριστοτέλειο— στον Νίκο Ματσούκα και στον αγαπημένο μου Δάσκαλο και συνοδοιπόρο στην τραγουδοποιία Χρυσόστομο Σταμούλη, οι οποίοι τόνισαν ποικιλοτρόπως την καλλιτεχνική και συνεπώς αισθητική και ερωτική πλευρά της θεολογίας. Η διάκριση για την οποία ρωτάς είναι σαφής: όταν γράφω μια θεολογική μελέτη, περιγράφω πρώτα τις βασικές θεολογικές αρχές και μετά εγείρω ευρύτερα υπαρξιακά ερωτήματα, σε διάλογο με τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, το τραγούδι. Όταν γράφω λογοτεχνία, δεν προτάσσω αρχές και δεν εκφράζομαι με σχήματα, αλλά δημιουργώ χαρακτήρες ή φοράω προσωπεία για να πω μια ιστορία.
–Τι φοβάσαι περισσότερο όταν παραδίδεις ένα βιβλίο στους αναγνώστες; Φοβάμαι πρώτ’ απ’ όλα την περιφρόνηση. Γι’ αυτό και χάρηκα πολύ στη Λάρνακα, όταν την πρώτη παρουσίαση των διηγημάτων μου στήριξαν φίλοι πολλοί και συναδέλφισσες/ συνάδελφοι, δείχνοντας εκτίμηση και υγιή περιέργεια για το νέο που έχω να προτείνω. Σίγουρα δεν είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση η συγγραφή ενός βιβλίου, αλλά, όσο δραματικό ίσως και να ακούγεται, «ο συγγραφέας ξοδεύει το αίμα του γράφοντας», όπως λέει ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Η συγγραφή είναι συνεχής άσκηση, κατάφαση σε μια μοναχικότητα, απότανση για μια συνάντηση δημιουργική με τον κόσμο. Αναμένεις δηλαδή, από διαφορετικούς ανθρώπους, από τον πιο λαϊκό άνθρωπο ως τον κριτικό λογοτεχνίας που θα επιστρατεύσει άλλες μεθόδους για να εκφραστεί, μια ανταπόκριση σ’ αυτά που γράφεις. Γιατί η έκθεση είναι μεγάλη και θέλεις να πιστεύεις, μακροπρόθεσμα έστω, πως αξίζει τον κόπο.

Ελεύθερα, 12.7.2026