Ο σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος εκλαμβάνει την κωμωδία ως τεράστιο όπλο στα χέρια του πολιτισμού.
Μιλήσαμε μία μόλις ημέρα μετά την πρεμιέρα της Λυσιστράτης στο Θέατρο Δάσους της Θεσσαλονίκης. Με την κούραση και την ανακούφιση ακόμη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, ετοίμαζε ήδη βαλίτσες για την Όστια της Ιταλίας, όπου η παραγωγή ήταν προσκεκλημένη του Teatro di Roma, πριν συνεχίσει την καλοκαιρινή της περιοδεία με στάσεις μεταξύ άλλων στο Κούριο και την Επίδαυρο. Γνώριμος και στο κυπριακό κοινό από την καλλιτεχνική του παρουσία στο νησί, ο Αστέριος Πελτέκης μιλά με αφορμή τη συμμετοχή του στο Διεθνές Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος. Αναφέρεται στην προσέγγισή του στο αριστοφανικό έργο μέσα από την έννοια της κοινωνικής εντροπίας, στο θέατρο ως πολιτική πράξη και ως μητέρα των τεχνών, αλλά και στο όραμά του για το ΚΘΒΕ πέρα από τα στερεότυπα που το ταλανίζουν, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν θέλησε ποτέ να γίνει «Νέρωνας» του θεάτρου.
–Νιώθεις ότι το θέατρο αντιστέκεται στην εποχή του ή αναγκάζεται να προσαρμοστεί; Πάντα αντιστέκεται γιατί αυτή είναι η φύση του. Είναι ένα αμιγώς πολιτικό είδος, μια ζωτικής σημασίας συνθήκη. Δεν είναι τυχαίο ότι τα αρχαία θέατρα τοποθετούνταν στα Ασκληπιεία. Το θέατρο έχει ψυχοθεραπευτικές, κοινωνικές και πολιτικές ιδιότητες. Είναι η μητέρα των τεχνών. Γι’ αυτό πάντα θα επιβιώνει, ακόμη και σε καιρούς που όλα μοιάζουν να πνέουν τα λοίσθια λόγω της έλευσης μιας τεχνολογικής επανάστασης, όπως εν προκειμένω η τεχνητή νοημοσύνη. Το θέατρο δεν έχει κάτι να φοβηθεί, γιατί απλούστατα μπορεί να εμπεριέχει και την ΤΝ όπως όλες τις άλλες τεχνολογίες, τεχνικές και τέχνες που εγκιβωτίζει. Απορροφά οτιδήποτε συμβαίνει και το μετατρέπει σε ανάγκη για αφήγηση και κατανόηση, σε παραγωγή νομολογικής γνώσης μέσα από τον μύθο. Αυτό ήταν και είναι το μεγαλείο του κι ο λόγος ύπαρξής του.
–Στη Λυσιστράτη περιγράφεις μια κοινωνία σε θερμοδυναμική κατάρρευση. Γιατί ένιωσες την ανάγκη να την περιγράψεις με όρους εντροπίας κι όχι, ας πούμε, με όρους ειρήνης; Η εντροπία σ’ ένα κοινωνικό πλαίσιο και επίπεδο είναι κάτι που μας χαρακτηρίζει τα τελευταία γνωστά χρόνια της ανθρώπινης ύπαρξης με την επικράτηση του homo sapiens. Θεωρώ ότι το κείμενο του Αριστοφάνη θα είναι πάντα κλασικό γιατί βασικά ζητήματα όπως ο πόλεμος και η ειρήνη ή η ισότητα μεταξύ των φύλων, δυστυχώς, θα παραμείνουν διαχρονικά. Αυτό που συμβαίνει μέσα από τη θερμοδυναμική μιας κοινωνίας είναι η ανάγκη για εξέλιξη. Κάθε φορά, μετά από μια αναταραχή των κατεστημένων, επέρχεται μια νέα κατάσταση. Στα έργα του Σαίξπηρ παρατηρούμε ως μοτίβο να υπάρχει μια φυσική συνθήκη, τάξη, ισορροπία, που διασαλεύεται από ένα γεγονός. Αντίστοιχα, στη Λυσιστράτη είναι το ξέσπασμα που ανατρέπει την αρνητική κατάσταση που επικρατεί εις βάρος των γυναικών. Αυτή η αναταραχή της φυσικής ισορροπίας στα μεγάλα ποιητικά κείμενα, όσο και στην πραγματικότητα, οδηγεί πάντα σε μια νέα τάξη και ισορροπία. Είναι μπολιασμένη με τα στοιχεία που έχει αφήσει η αναταραχή. Σ’ αυτό το πλαίσιο προσπάθησα να εντάξω τη δική μας αφήγηση.
–H αποχή των γυναικών λειτουργεί ως άρνηση συμμετοχής σ’ ένα σύστημα που έχει αποτύχει; Λειτουργεί ως αντίδραση τη στιγμή που οι γυναίκες στην αρχαία Αθήνα συνειδητοποιούν ότι το μόνο όπλο που έχουν είναι να κάνουν κουμάντο τον σύζυγό τους στο σπίτι τους, μέσω της αποχής από την ερωτική πράξη. Πρόκειται για μια ουσιαστική, ποιητική, λυρική ανατροπή που μόνο ένα μυαλό σαν του Αριστοφάνη θα μπορούσε να σκαρφιστεί.
–Ποια θα ήταν σήμερα η αντίστοιχη μορφή πολιτικής ανυπακοής; Δυστυχώς, το έργο παραμένει επίκαιρο παρά το γεγονός ότι στις πιο εξελιγμένες κοινωνίες αρχίζει να υπάρχει μια τάση, μια προσπάθεια για ισότητα, η οποία συχνά παρεξηγείται. Από την άλλη, ο πόλεμος κι η ειρήνη, τα παιχνίδια εξουσίας των ανδρών εξακολουθούν να επικρατούν και καλά κρατούν. Προκύπτει η ανάγκη να αφηγηθούμε όσα συμβαίνουν. Το κείμενο εμπερικλείει με όσο το δυνατόν πιο λυρικό και ποιητικό τρόπο στοιχεία της σημερινής συνθήκης, αν και προσπαθούμε να μην προδώσουμε το αντίστοιχο ύφος επικαιρότητας που διατηρούσε ο Αριστοφάνης για τη δική του περίοδο, μέσα στην αντάρα του Πελοποννησιακού Πολέμου κι ενώ είχαν προηγηθεί οι Περσικοί Πόλεμοι. Αυτό κι αν δεν μοιάζει με τη σημερινή συγκυρία!

-Τελικά η κωμωδία μπορεί ν’ αλλάξει κάτι ή απλώς μας ανακουφίζει για δύο ώρες από το φορτίο της καθημερινότητας; Συμβάλλει και στα δύο επίπεδα. Η πρόσκαιρη ένεση ξυλοκαΐνης απέναντι στην καθημερινότητα από τις ψυχαγωγικές επενέργειες ενός έργου αποκαθηλώνει τη ρουτίνα και μάς τοποθετεί για λίγο σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, για να μπορέσει να ανασάνει ο νους και η ψυχή μας. Η κωμωδία είναι και τεράστιο όπλο στα χέρια του πολιτισμού. Γραμμένη από ευφυείς ποιητές και δραματουργούς, μάς οδηγεί να δούμε το πρόσωπό μας στον καθρέφτη. Όχι με τον ίδιο τρόπο που το κάνει η τραγωδία, δι’ ελέου και φόβου. Όπλο της κωμωδίας είναι ότι μάς βάζει να γελάσουμε μ’ αυτό που βλέπουμε, δεδομένου βέβαια ότι διαθέτουμε παιδεία, χιούμορ και αίσθηση αυτοσαρκασμού. Η κωμωδία χτυπά αφοπλιστικά στο ανθρώπινο θυμικό, μάς φέρνει αντιμέτωπους με τη ζόρικη συνθήκη, αλλά με πιο μαλακό τρόπο.
–Σ’ ενδιαφέρει η σκηνοθετική «υπογραφή»; Είναι συνειδητή η επιλογή να κρύβεται ο σκηνοθέτης πίσω από το έργο; Ναι, είναι συνειδητή επιλογή. Από την άλλη όμως η παράσταση προτείνει συγκεκριμένο τρόπο αφήγησης, ο οποίος προσπαθεί να μην αλλοιώσει το υλικό του ποιητή και του κειμένου. Αφηγείται μέσα από μια συγκεκριμένη οπτική -αυτή της εντροπίας- και μέσα από τη δημιουργία ενός κοινού θεατρικού κώδικα που προσπάθησα να μεταλαμπαδεύσω στον θίασο.
–Πώς συγκρατεί κανείς μια ενιαία αισθητική όταν συνεργάζεται με ισχυρές καλλιτεχνικές προσωπικότητες; Το μυστικό είναι να επικοινωνήσουν οι συντελεστές μεταξύ τους υπό τις οδηγίες αυτού που συντονίζει, δηλαδή του σκηνοθέτη. Αυτό θεωρώ ότι επετεύχθη, καθ’ ομολογία και των ίδιων των συνεργατών μου οι οποίοι με τίμησαν με τη συμμετοχή και την αρωγή τους και πραγματικά έτειναν ευήκοα ώτα απέναντι στο όραμα. Όλοι ταυτίστηκαν και γι’ αυτό υπάρχει σύγκλιση σε όλους τους βαθμούς. Τελικά, μιλήσαμε όλοι την ίδια γλώσσα.
–Ποια ήταν η μεγαλύτερη αντίσταση που πρόβαλε το ίδιο το έργο απέναντι στη δική σου ανάγνωση; Η μεγάλη πρόκληση είναι να αντισταθείς και να μη φέρεις πολλά πράγματα στο σήμερα με ευθεία αναφορά, να μην παρουσιάσεις μια φτηνή ή μια γκροτέσκα απομίμηση της καθημερινότητας. Ζητούμενο ήταν να διατηρηθεί το πνεύμα του κειμένου για να μιλήσει από μόνο του στο σήμερα, χωρίς να ευτελίζει το πρωτότυπο κωμικό, λυρικό, ποιητικό υλικό, που είναι υψηλής ποιότητας, ευφυίας και δραματουργικής σύλληψης. Η αντίσταση σ’ αυτόν τον πειρασμό μάς προστατεύει από το να εκπέσουμε σε ευτελείς λύσεις.
–Πώς βλέπεις την πρόταση του ΚΘΒΕ εν μέσω της αναθέρμανσης στην αισθητική προσέγγιση στον Αριστοφάνη που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια; Από την πλευρά μας δεν αρνηθήκαμε μια φρέσκια ματιά στο ανέβασμα του αριστοφανικού έργου. Δεν διεκδικούμε φυσικά να πιστωθούμε με την ανακάλυψη του τροχού ή ενός νέου θεατρικού σύμπαντος. Είναι μια πρόταση αφήγησης με τον θεατρικό κώδικα του 21ου αιώνα. Αυτό θέλαμε να πετύχουμε κι από τα πρώτα σχόλια φαίνεται ότι κάτι έχουμε πετύχει.

–Το γεγονός ότι είσαι ο πρώτος καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ που τυγχάνει και απόφοιτος της Δραματικής του Σχολής λειτούργησε ως πλεονέκτημα ή μειονέκτημα στη μέχρι τώρα θητεία σου; Σε κάποια πράγματα λειτούργησε πλεονεκτικά, ιδίως στην έναρξη της πρώτης θητείας. Από τον δεύτερο χρόνο, όμως, προέκυψαν και πολλά προβλήματα που απορρέουν από τη σχέση αυτή. Αναφέρομαι σε ζητήματα προσωπικών σχέσεων με ηθοποιούς με τους οποίους ήμουν προηγουμένως συνάδελφος, ανθρώπους με τους οποίους μας δένει και μια σχέση προσωπική, συναισθηματική. Έτσι, όταν έρχεται η στιγμή να λειτουργήσεις ως καλλιτεχνικός διευθυντής, προκύπτουν εύλογα κάποιες τριβές. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω ότι υπάρχει η επικοινωνία και η κατανόηση ώστε οι δύο ιδιότητες να ισορροπήσουν, χωρίς να αποβαίνει η μία εις βάρος της άλλης. Θεωρώ ότι έχει βρεθεί η χρυσή τομή. Γι’ αυτό είχα τη χαρά και την τιμή να ανανεωθεί η θητεία μου για άλλα τρία χρόνια.
-Βλέπεις τον εαυτό σου ως συνεχιστή μιας παράδοσης ή κάποιον που οφείλει να διαταράξει την παράδοση αυτή, να φέρει κάτι νέο; Είμαι και με τα δύο. Προσπάθησα να διαταράξω κάποια, κατά την ταπεινή μου γνώμη, κακώς κείμενα. Αφετέρου, δεν θέλησα να γίνω κανενός είδους «Νέρωνας», κάποιος που διεκδικεί την εκ του μη όντος δημιουργία του κόσμου, κάποιος μεταφυσικός «θεός του θεάτρου» που θα γεννήσει ένα καινούριο καλλιτεχνικό σύμπαν. Κράτησα πράγματα και πάτησα πάνω σε βάσεις λειτουργικές και στέρεες. Κάποιες απ’ αυτές προσπαθήσαμε να τις εξελίξουμε, κάποιες να τις κρατήσουμε στο χρήσιμο πεδίο που βρίσκονται. Και φυσικά, στόχος ήταν να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα στηριζόμενοι σ’ αυτά τα θεμέλια ώστε να μη χτίζουμε ορόφους σε κενό τόπο.
–Ποιο είναι το μεγαλύτερο στερεότυπο που κουβαλάει το ΚΘΒΕ και θα ήθελες να το δεις να εκλείπει; Του δημοσιοϋπαλληλικού προτύπου, δηλαδή ενός κρατικού φορέα με δυσκολίες και δυσκοιλιότητες κάποιου ξεπερασμένου μηχανισμού. Δεν είναι πλέον έτσι τα πράγματα στο ΚΘΒΕ. Παραμένει μεν νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και εποπτευόμενος φορέας του Υπουργείου Πολιτισμού, αλλά υφίσταται η απαραίτητη απόσταση και δεν προκύπτουν οι παρεμβάσεις που δυσχέραιναν την κατάσταση. Εντούτοις, λόγω και της προηγούμενης οικονομικής κατάστασης του οργανισμού και της χώρας, κάποιες δυσκολίες επιμένουν σε ό,τι αφορά λ.χ. τα ενιαία μισθολόγια του δημοσίου και δεν μπορούν κάποιοι άνθρωποι να εξελιχθούν και να διεκδικήσουν διαφορετική κλίμακα. Πάντως, το στερεότυπο του υδροκέφαλου κρατικού φορέα καταφέραμε σε μεγάλο βαθμό να το ανατρέψουμε.
–Η Ελλάδα εξακολουθεί να παράγει πολιτισμό με αθηνοκεντρικούς όρους. Το ΚΘΒΕ συχνά καλείται να αποδείξει ότι δεν αποτελεί δευτερεύοντα πόλο. Αυτό το βίωσες ως πίεση; Το ένιωσα ως ανάγκη, πρόκληση και ζητούμενο και γι’ αυτό αυτή τη στιγμή το Κρατικό έχει ουσιαστικά εδραιωθεί και στη συνείδηση του αθηναϊκού κοινού και ολόκληρης της Ελλάδας. Μέσα από την εξωστρέφεια που έχουμε συνειδητά αναπτύξει τα τελευταία χρόνια καταφέραμε συνεργασίες με μεγάλα ευρωπαϊκά θέατρα και δίκτυα. Έχουμε ανοίξει διαύλους και γέφυρες επικοινωνίας με την Αθήνα και την υπόλοιπη Ελλάδα, με στόχο να καλύπτει το ΚΘΒΕ όλη την επικράτεια, αλλά και να δραστηριοποιηθεί και στο εξωτερικό, κάτι που εν μέρει πετύχαμε με παραστάσεις σε Μολδαβία, Ιταλία, Αλβανία.

–Πόσο έχει στοιχίσει στη Θεσσαλονίκη ο όρος «συμπρωτεύουσα» και η διαρκής σύγκρισης με την Αθήνα; Η Θεσσαλονίκη δεν έχει καμία ανάγκη να είναι συμπρωτεύουσα. Οφείλει να είναι αυτό που είναι: μια μεγάλη πόλη. Αν ξεφύγουμε απ’ αυτού του είδους τους συμπλεγματισμούς, από την ανάγκη να είμαστε πρώτοι, δεύτεροι, τρίτοι, τέταρτοι, πιστεύω ότι θα πετύχουμε πολύ περισσότερα. Η Βαρκελώνη δεν έχει καμία ανάγκη να είναι «συμπρωτεύουσα» της Μαδρίτης. Ούτε το Μιλάνο να είναι «συμπρωτεύουσα» της Ρώμης. Σ’ όλη την Ευρώπη υπάρχουν πόλεις σαν τη Θεσσαλονίκη και καθεμιά διαδραματίζει τον δικό της ρόλο σε ιστορικό, πολιτιστικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Η Θεσσαλονίκη οφείλει να σεβαστεί τον εαυτό της και να αποφασίσει να γίνει αυτόφωτη, να μην κυνηγάει καμία Αθήνα. Ο νυν Δήμαρχος Στέλιος Αγγελούδης κινείται προς αυτή την κατεύθυνση και το ΚΘΒΕ, όσο τουλάχιστον είμαι εγώ εκεί, οφείλει να διαδραματίζει το ρόλο του και να δραστηριοποιείται στο πλαίσιο της πόλης στην οποία ιδρύθηκε.
–Έχεις εργαστεί στην Κύπρο ως ηθοποιός και σκηνοθέτης. Τι σημαίνει να την επισκέπτεσαι ως επικεφαλής ενός μεγάλου οργανισμού; Έρχομαι κάθε χρόνο και δεν έχω διακόψει ποτέ τη σχέση μου με την Κύπρο. Ήταν ένα όμορφο κομμάτι της καλλιτεχνικής και προσωπικής μου ζωής. Έζησα εκεί 2-2,5 χρόνια, συνεργάστηκα με τον ΘΟΚ, έκανα δική μου ομάδα και ανέβασα 3-4 παραγωγές, εργάστηκα σε σειρές σε κανάλια, είναι ένας χώρος που γνωρίζω και αγαπώ και χαίρομαι να βλέπω να ανθίζει μια μεγάλη καλλιτεχνική προσπάθεια στον ΘΟΚ και στο ελεύθερο θέατρο.
–Ποια γνώμη έχεις σχηματίσει για το θέατρο στην Κύπρο; Η Λευκωσία έχει κάποια σύνδρομα που μοιάζουν πολύ με της Θεσσαλονίκης. Αφετέρου, όμως, είναι πρωτεύουσα και σημειώνεται το εξής: η Θεσσαλονίκη του ενός εκατομμυρίου έχει τις κρατικές σκηνές και 3-4 σκηνούλες ακόμη, μαζί με κάποιες προσπάθειες σχεδόν ερασιτεχνικές. Η Λευκωσία των 300 χιλιάδων έχει κάμποσες στέρεες θεατρικές ομάδες με ιστορία, πορεία και δικούς τους χώρους. Υφίστανται και αναπτύσσονται κι άλλοι θεατρικοί χώροι. Υπάρχει δίψα για θέατρο και δημιουργία και υπάρχει ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ποιότητας. Αυτό που λείπει στην Κύπρο είναι η μια έγκυρη κρατική δραματική σχολή, κάτι που ευελπιστώ να αλλάξει σύντομα. Υπάρχει χώρος και διάθεση για ανάπτυξη αρκεί να γίνουν οι σωστές κινήσεις με θετική διάθεση. Είμαι της άποψης ότι κάποιοι αναγκαίοι θεσμοί πρέπει πρώτα να γίνουν και στην πορεία να εξελιχθούν και να καθιερωθούν. Είναι κομβικό να τεθεί ο θεμέλιος λίθος. Στο χέρι μας είναι μετά να βρούμε τα εργαλεία και τις καλές πρακτικές μέσα από αντίστοιχα παραδείγματα και με την εμπειρία και γνώση των ανθρώπων που θα τα στελεχώσουν.
–Πρωτοστάτησες στην ίδρυση του Διαβαλκανικού Δικτύου Παραστατικών Τεχνών. Με ποιο σκεπτικό δημιουργήθηκε; Πριν από δύο χρόνια προκλήθηκε ένα συνέδριο για να κρίνει αν υπάρχει ανάγκη ίδρυσης ενός τέτοιου φορέα, πώς θα ιδρυθεί και πώς θα είναι βιώσιμος. Απαντήθηκαν αυτά τα ερωτήματα, συστήθηκε το colloquium και καταλήξαμε στο Διαβαλκανικό Δίκτυο Παραστατικών Τεχνών με σημαντικούς οργανισμούς και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα από Ρουμανία, Βουλγαρία, Αλβανία, Σλοβενία, Μολδαβία κ.ά. Έχω την τιμή να είμαι σήμερα πρόεδρος αυτού του δικτύου. Tο βασικό είναι ότι έχει έδρα τη Θεσσαλονίκη και δημιουργεί πλαίσιο συνεργασίας σε όλα τα Βαλκάνια. Είχα προσκαλέσει και την Κύπρο διότι σε δεύτερο βαθμό η σκέψη ήταν το δίκτυο να επεκταθεί σε όλη τη ΝΑ Ευρώπη. Ελπίζω κάποια στιγμή να ευοδωθεί κι αυτό. Ενδεικτικά, αναφέρω τη σύμπραξη με το Εθνικό Θέατρο Ιβάν Βάζοφ της Βουλγαρίας, με το οποίο κάνουμε συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου πάνω στις Βάκχες, με τη σκηνοθετική υπογραφή του διεθνούς φήμης Γιάβορ Γκάρντεφ. Συμμετέχουν οι Tiger Lillies που θα ενσαρκώσουν τον θίασο του Διονύσου σε μία μοναδική συνομιλία με το αρχαίο θέατρο. Χαίρομαι που αποδέχτηκε την πρόσκληση ο στενός μου φίλος Μάρτιν Ζακ.
- INFO Η παραγωγή του ΚΘΒΕ με τη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη παρουσιάζεται στο Αρχαίο Θέατρο Κουρίου στις 17 & 18 Ιουλίου, 9μ.μ. (Προσέλευση 8μ.μ.) Εισιτήρια: SoldOut Tickets, Καταστήματα Stephanis, 7000 2414. Διάρκεια: 120’. Διατίθενται λεωφορεία από Λευκωσία
Ελεύθερα, 12.7.2026