Ίων του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου από τον ΘΟΚ.
Δεδομένου ότι οι αμέσως προηγούμενες παραστάσεις αρχαίου δράματος που είχα παρακολουθήσει ήταν οι αμείλικτες ευριπίδειες Τρωάδες (από την Ισπανία) και Εκάβη (από τη Λετονία), προκύπτει μια λανθασμένη προδιάθεση. Η τραγική πυκνότητα εξατμίζεται πριν ακόμη την έναρξη της παράστασης, με τον σκαμπρόζο διττό Ερμή να διαθλάται στη σκηνή και κάποια στιγμή να νιώθεις σχεδόν σαν να βλέπεις… Αριστοφάνη. Ο Ίων, άλλωστε, είναι ένα έργο που προτάσσει την ειρωνεία, το παιχνίδι των αναγνωρίσεων (προαναγγέλλοντας… τον Σαίξπηρ) και μια διαρκή ταλάντευση ανάμεσα στο πάθος και την ελαφρότητα.
Είναι ίσως το πιο δύσκολο έργο να αντιμετωπίσει κανείς με τις προσδοκίες μιας «κανονικής» τραγωδίας. Ισορροπεί διαρκώς πάνω σε μια λεπτή γραμμή, εξ ου και ο Χάμφρεϊ Κίτο την αποκάλεσε «ατόφια τραγικωμωδία». Η ιδιαιτερότητα του έργου είναι ότι ζητά από τον θεατή να απολαύσει και τη θεατρική επινόηση, ακόμη και να γελάσει, χωρίς να παύει να θέτει βαθιά ηθικά και πολιτικά ερωτήματα.
Αυτή ακριβώς τη φύση του έργου φαίνεται να εμπιστεύεται ο Θωμάς Μοσχόπουλος. Σημείο αναζήτησης είναι το φως («κοίτα!»). Ο σκηνοθέτης ακολουθεί το κείμενο, αποδέχεται τις μεταπτώσεις του, τις αντιφάσεις του, την παιγνιώδη διάθεσή του για να οικοδομήσει μια πρόταση που διαθέτει εξαρχής σαφές και τεκμηριωμένο αισθητικό και δραματουργικό όραμα.
Η παραγωγή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου είναι σχεδόν κινηματογραφικής κλίμακας, φτιαγμένη ειδικά για το κοίλο της Επιδαύρου. Οριακά εφαρμόζει χωρίς να ασφυκτιεί στη σκηνή της Σχολής Τυφλών, ενώ στο Κούριο λογικά θα χρησιμοποιηθεί συμπτυγμένη εκδοχή του σκηνικού του Βασίλη Παπατσαρούχα.
Ένας πολυπληθής θίασος, σκηνικά που μεταμορφώνονται διαρκώς μέσα από καθρέφτες και ανακλάσεις, μακριά και επιβλητικά κοστούμια με διαχρονική αισθητική, φωτισμοί που μεταβάλλουν αδιάκοπα την οπτική του χώρου, μουσική που υπογραμμίζει άλλοτε την ειρωνεία και άλλοτε το πάθος, δημιουργούν ένα θέαμα αρκούντως εντυπωσιακό χωρίς να εκπίπτει στην εντυπωσιοθηρία.
Μια κομβική επιλογή είναι ότι ολόκληρος ο κόσμος του έργου μοιάζει να οικοδομείται πάνω στην έννοια της αντανάκλασης. Οι καθρέφτες λειτουργούν ως δραματουργικός άξονας. Όλοι οι ηθοποιοί, είτε υποδύονται θνητούς, είτε θεούς, φορούν γυαλιά ηλίου, αποκρύπτοντας το βλέμμα τους σχεδόν μέχρι τις στιγμές της αναγνώρισης ή της συναισθηματικής αποκάλυψης. Ο Ερμής εμφανίζεται ως θεότητα με πολλαπλές υποστάσεις. Οι ηθοποιοί συχνά επαναλαμβάνουν ή συμπληρώνουν ο ένας τον λόγο του άλλου, δημιουργώντας λεκτικές αντηχήσεις. Τίποτε δεν παρουσιάζεται αυτούσιο, όλα διαθλώνται, αντανακλώνται, πολλαπλασιάζονται. Η αλήθεια δεν είναι ποτέ άμεσα ορατή, αποκαλύπτεται μόνο μέσα από διαδοχικές αναγνωρίσεις.
Η έννοια, λοιπόν, που εμφανώς ή αθόρυβα διαπερνά την παράσταση είναι το φως. Η εύγλωττη δουλειά του Γιώργου Κουκουμά υπηρετεί ένα τέχνασμα αποκάλυψης και απόκρυψης που μεταβάλλει τη συναισθηματική θερμοκρασία του έργου. «Σχολιάζει» διαρκώς όσα οι ήρωες αδυνατούν να αρθρώσουν. Το έργο αναζητεί το φως, καθώς οι ήρωές του αρνούνται να δουν. Οι φωτισμοί αποκαλύπτουν τον σκηνικό κόσμο την ίδια στιγμή που τα πρόσωπα επιμένουν να αποκρύπτουν το βλέμμα. Μόνο στις κρίσιμες στιγμές της αναγνώρισης ή της συναισθηματικής αποκάλυψης τα γυαλιά αφαιρούνται, σαν να καθίσταται πλέον δυνατή η πραγματική όραση.
Το όνομα Ίων συνδέεται ετυμολογικά με τη μετοχή ἰών του αρχαίου ρήματος εἶμι και κυριολεκτικά σημαίνει αυτός που έρχεται αλλά κι αυτός που πηγαίνει. Είναι σε διαρκή μετάβαση: από την άγνοια στη γνώση, από την ανωνυμία στην καταγωγή, από τον ναό των Δελφών στην Αθήνα, από παπαδάκι σε ναό του Απόλλωνα σε ιδρυτή ενός ολόκληρου λαού- των Ιώνων.
Ο Μοσχόπουλος αντιλαμβάνεται επίσης ότι η τραγωδία του έργου κατοικεί σχεδόν αποκλειστικά στην Κρέουσα. Εκεί συγκεντρώνεται όλο το βάρος: η σεξουαλική βία, η εγκατάλειψη, η ενοχή, η μητρότητα, η απώλεια. Ο Ξούθος είναι σχεδόν απολαυστικά αφελής. Ο Ερμής εισάγει το έργο με τρόπο που φλερτάρει τα όρια της κωμωδίας. Ο Χορός περιφέρεται στους Δελφούς περισσότερο σαν χαλαρή ομάδα περιηγητών παρά σαν αυστηρός φορέας τραγικής συνείδησης.

Ξεχωριστή μνεία αξίζει στην κινησιολογική επιμέλεια του Φώτη Νικολάου. Μετατρέπεται σε παράλληλο δραματουργικό άξονα, παράγει συναισθήματα, αποκαλύπτει υπόγειες σχέσεις και συνάψεις, εμπλουτίζει διαρκώς τη δράση με υπονοούμενα που δεν υπάρχουν ρητά στον λόγο. Η κίνηση συνομιλεί με τη μουσική της Αναστασίας Δημητριάδου, δημιουργώντας μια συνεχή ροή. Τα ηχοτοπία, η μουσική διδασκαλία και η επί σκηνής παρουσία της Nama Dama, μαζί με τους Νικόλα Τσαγγάρη και Ζήνωνα Οικονομίδη, μετατρέπουν τη μουσική σε ζωντανό οργανισμό και συγκροτούν μια ενιαία σκηνική παρτιτούρα που υπαγορεύει τον παλμό της πρότασης.
Η σκηνοθετική σύλληψη δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει χωρίς έναν θίασο ικανό να υπηρετήσει αυτές τις μεταβάσεις. Το πρωταγωνιστικό τρίδυμο ανταπεξέρχεται με άνεση. Η Στέλα Φυρογένη χαρίζει στην Κρέουσα όλη την τραγική ένταση του έργου. Ακόμη και μια στιγμιαία ατυχία –από αυτές που συμβαίνουν μόνο στο ζωντανό θέατρο– ανέδειξε τον επαγγελματισμό και την απόλυτη σκηνική της αυτοκυριαρχία.
Ο Νεοκλής Νεοκλέους κινείται με φυσικότητα και εντοπίζει με ακρίβεια τον τόνο του Ξούθου, συνδυάζοντας το σκηνικό βάρος με την αβίαστη ελαφρότητα που απαιτεί η τραγικοκωμική φύση του. Ο Ίων του Γιάννη Τσουμαράκη συνδυάζει αθωότητα, ευφυΐα και εσωτερική ένταση, συμπαρασύροντας τον θεατή στη διαδρομή από την άγνοια προς την αυτογνωσία.
Ίσως η παράσταση του ΘΟΚ να πλησιάζει περισσότερο απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε τον κόσμο του Αριστοφάνη. Οι ανθρωπόμορφοι θεοί παύουν να είναι απρόσβλητοι και γίνονται αντικείμενο κριτικής. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ίων διατυπώνει μια από τις πιο ριζοσπαστικές σκέψεις της αρχαίας τραγωδίας: εφόσον θεοί δεν είναι δίκαιοι, δεν είναι πραγματικά θεοί. Η παράσταση δεν βαραίνει αυτή τη διάσταση υπερβολικά, αλλά της επιτρέπει να διατρέχει υπόγεια όλο το οικοδόμημα.
Κάπου προς το τέλος, με επισκέφθηκε η αίσθηση ότι το όλο δρώμενο φλερτάρει περισσότερο με το κοινό παρά με το ίδιο το κείμενο. Η άρτια σκηνική του μηχανική, το μπρίο, η αυτοπεποίθηση και ο ρυθμός έμοιαζαν να διεκδικούν για λίγο την πρωτοκαθεδρία έναντι της ευριπίδειας αμφισημίας. Παράδοξα, αυτό δεν λειτουργεί εις βάρος του. Ίσως επειδή δεν είναι μια πρόταση που προδίδει το έργο, αλλά που ακολουθεί επιμελώς την ιδιοσυγκρασία του.
Ελεύθερα, 19.7.2026