Τρίτη πρωί, η Λίτσα ήρθε στο Ζάλογγο νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο. Ήταν ακόμη εννιά παρά είκοσι. Και δεν είχε έρθει μόνη, την έφερε ο Σωτήρης Θράσου διότι, όπως έμαθα αργότερα, είχε αφήσει το αυτοκίνητό της στον μηχανικό.

Κάθισαν μαζί στο άδειο σωματείο κι απόλαυσαν την ευεργεσία του πρώτου κυπριακού καφέ της ημέρας. Σκέτος της Λίτσας, μέτριος του ελαμίτου. Όλα είχαν μια φυσικότητα σχεδόν παρηγορητική. Έβλεπες δυο ανθρώπους καταφανώς αταίριαστους —από το ηλικιακό μέχρι το ιδεολογικό και το στιλιστικό— που είχαν εντούτοις μια δική τους ανεξήγητη συμβατότητα. 

Τι πράμα όμως ο έρως, πώς δένει και πώς λύνει τους ανθρώπους, πώς τους αιχμαλωτίζει τον έναν στον άλλον, και μετά πώς τους αποδεσμεύει καθιστώντας τους και πάλι αιχμάλωτους ενός αισθήματος που δεν κάρπισε, ενός ζητούμενου που δεν πραγματώθηκε. Σκέφτομαι τώρα πως κι η δική μου ύπαρξη είναι συνυφασμένη με τον έρωτα.

Γιατί κοιταζόμαστε στον καθρέφτη; Ποιος κοιτάχτηκε για να χαιρετίσει τη μάνα του; Ποιος κοιτάχτηκε πριν συναντήσει τον φίλο του; Ουδείς μάλλον. Γι’ αυτόν τον έναν κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, γι’ αυτόν απελπιζόμαστε, γι’ αυτόν χαιρόμαστε μέχρι γελοιότητος.

Ήταν σαφές ότι η Λίτσα δεν περίμενε αυτό που ακολούθησε. Είδα εγώ το ύφος της, ο αιφνιδιασμός ήταν έκδηλος, κι η αμηχανία επίσης. Είχε προηγηθεί μια παύση με τον καθένα να βλέπει σε διαφορετικό σημείο. Ο Θράσου κοίταζε το πάτωμα.

Η Λίτσα κοιτούσε προς την πολεμική σημαία στη γωνιά. Σ’ αυτήν ακριβώς την κατάσταση ακούστηκε η φωνή του ακροδεξιού: «Λίτσα, τι είμαστε ο ένας για τον άλλον;». «Δηλαδή;» αντέδρασε εκείνη περισσότερο για να κερδίσει χρόνο. «Δηλαδή… τι είν’ αυτό το μεταξύ μας;». Η Λίτσα δεν έχει στο οπλοστάσιό της τις κενολογίες που λέγονται στις μέρες μας, «ας ζήσουμε αυτό που έχουμε κι ας μην το βάλουμε σε καλούπια» λόγου χάριν. Μαλακίες λόγω απροθυμίας να αναλάβουν οι άνθρωποι την ευθύνη της αγάπης.

Σκεφτόταν η καημένη τι να πει που να έχει ένα ελάχιστο περιεχόμενο. Θυμήθηκε ένα τρικ που έκανε ο ανεκδιήγητος ο πρώην άντρας της. Όταν τον ρωτούσε κάτι, κι ερχόταν αυτός σε δύσκολη θέση, απαντούσε με την ερώτηση που του έθετε, «πού ήσουν, Παναγιώτη, μέχρι τη μία το πρωί;», «πού ήμουν;».

Αυτό την έκανε έξω φρενών, τώρα όμως η συγκεκριμένη τακτική τής φαινόταν μια πρώτης τάξεως επιλογή, αποδεικνύοντας ότι, όταν το ευνοήσουν οι συνθήκες, ακόμη κι ένας άχρηστος μπορεί να σου φανεί χρήσιμος. «Για πες εσύ, Σωτήρη, τι είν’ αυτό το μεταξύ μας;».

Ο Θράσου ξαφνιάστηκε, αλλά δεν κώλωσε. «Δεν ξέρω τι είναι το μεταξύ μας, αλλά είναι όμορφο». Αυτό της έδωσε το έδαφος να προχωρήσει. «Είναι όμορφο, ναι, κι αυτό μου φτάνει και μου περισσεύει. Γι’ αυτό ας αφήσουμε στην άκρη την ταξινομία· αν είν’ αυτό ή εκείνο». Η απάντησή της ήταν φαινομενικά διπλωματική.

Η αλήθεια όμως είναι ότι εννοούσε την κάθε λέξη. Και δεν θα το πιστέψεις, ο άλλος την έπιασε και τη φίλησε. Και όχι στο μάγουλο. Μάλιστα. Μέσα στο Ζάλογγο, στο άντρο αυτό της συντήρησης, συνέβη ο ασπασμός μεταξύ ενός νεαρού φασίστα και μιας πενηντάρας αριστερής. Το θέμα είναι ότι υπήρξε κι ένας αυτόπτης μάρτυρας που μπήκε στον χώρο μισό λεπτό προηγουμένως. Ναι, ήταν ο Λουκάς Λαυρεντιάδης αυτοπροσώπως.

 «Πρόεδρε, να σου εξηγήσω…  Κατ’ αρχάς είναι ακριβώς αυτό που νομίζεις». «Καλώς καμωμένο, δεσποινίς Λίτσα, έχεις κι εσύ δικαίωμα στη χαρά, δεν μου πέφτει εμένα λόγος, προς Θεού». Γι’ ακόμα μια φορά το απολίθωμα της απέδειξε ότι είναι πιο προχώ απ’ όσο νόμιζε. «Εσείς είστε ο εθνοπρεπής κύριος που έκλεψε την καρδιά της δεσποινίδος Λίτσας;» απευθύνθηκε στον Θράσου. Εκείνος αντέδρασε μ’ ένα ηχηρό «μάλιστα» με το ύφος που θα απαντούσε στον λοχαγό κατά την πρωινή αναφορά.

Ο πρόεδρος δεν ασχολήθηκε περαιτέρω. Επιθυμούσε διακαώς να ξεφουρνίσει την ευχάριστη είδηση. Διότι… ήθελε ο Λαυρεντιάδης να κρυφτεί κι η χαρά δεν τον άφηνε. «Δεσποινίς Λίτσα, είμαι συγκλονισμένος» έτσι ξεκίνησε για να πει ότι είναι υποψήφιος για δεξιός της χρονιάς στην ετήσια συνέλευση της Συνομοσπονδίας των Ελλήνων Απανταχού της Γης που θα γίνει το φθινόπωρο στη Λευκωσία!

«Μακάρι να το σηκώσεις, πρόεδρε» του ευχήθηκε ειλικρινώς η καντινιέρισσα. «Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια, αγαπητή μου, γι’ αυτό λαμβάνω την τιμή να σου ζητήσω να είσαι εσύ η επικεφαλής της προεκλογικής μου εκστρατείας». Η Λίτσα ένιωσε τότε μια ανέλπιστη τιμή κι έναν θυμό για την τύχη της που δεν παύει στιγμή να την πιλατεύει.    

Ελεύθερα, 26.07.2027