Πρόσφατα συζητούσα με μια φιλόλογο η οποία υποστήριζε ότι η καλή Τέχνη δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο παρά αριστερή. Στην ερώτησή μου πώς μπορεί να συμβιβάζει αυτή την άποψη με την ύπαρξη ποιητών όπως ο Σεφέρης και ο Ελύτης, απάντησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ότι δεν μπορεί να πιστέψει ότι ήταν όντως δεξιοί και πως όταν αναλύει ποιήματά τους στην τάξη αποκρύπτει την πολιτική τους ταυτότητα έτσι ώστε να μην «μπερδέψει» τους μαθητές της.
Πολλοί θα συμφωνούσαν με την παραπάνω θέση, έστω κι αν θα δίσταζαν να την υιοθετήσουν ευθέως. Αυτό συμβαίνει γιατί απηχεί ερμηνευτικά σχήματα και κριτήρια αξιολογήσεων που έχουν περάσει ως βασικές προϋποθέσεις στη σκέψη και την ομιλία μας πάνω σ’ αυτά της ζητήματα.
Ο πυρήνας αυτής της νοητικής «οδηγίας» βεβαιώνει ότι η καλή Τέχνη δεν μπορεί να είναι παρά αριστερή — οτιδήποτε άλλο θα συνιστούσε αντίφαση προς τη «φύση» της. Επειδή όμως πρέπει να είμαστε καχύποπτοι απέναντι σε τέτοιου είδους επικλήσεις, ας εξετάσουμε από πιο κοντά τους όρους του προβλήματος.
Πολλοί δεξιοί κάνουν το λάθος να επαναπαύονται «ρίχνοντας αυγά στον τοίχο», αρεσκόμενοι δηλαδή σε συνωμοσιολογικές εξηγήσεις που αντικαθιστούν το αίτιο με το αιτιατό: βλέπουν παντού αριστερούς παράγοντες σε θέσεις-κλειδιά και συμπεραίνουν ότι οι δεξιοί καλλιτέχνες φιμώνονται συστημικά και υποτιμώνται μεθοδικά. Πραγματολογικά στοιχεία που να τους δικαιώνουν υπάρχουν, αυτό όμως ισχύει και για τις περισσότερες παράνοιες. Η περιγραφή καταστάσεων, ανεξαρτήτως αν παράγουν αποτελέσματα που εντείνουν ένα φαινόμενο, δεν συνιστά εξήγηση.
Ας περιηγηθούμε λοιπόν στην επικράτεια του «αυτονόητου» μήπως βρούμε κάποια σκοτεινά σημεία. Μα «φυσικά» ένας καλλιτέχνης πρέπει να κρίνει τις αυθεντίες, να ανατρέπει τα παραδεδεγμένα, να φαντάζεται και να ανοίγει με το έργο του τις δυνατότητες εναλλακτικών και πρότερα ασύλληπτων μορφών έκφρασης, αλλά και ιδεών για την κοινωνική ζωή. Αυτές θεωρούνται «αριστερές» αρετές, έτσι δεν είναι;
Ας το δεχτούμε. Για να πετύχει τα παραπάνω όμως, θα πρέπει να γνωρίζει σε βάθος και να έχει νιώσει δέος και θαυμασμό για τα υψηλότερα επιτεύγματα της παράδοσης. Επίσης, θα χρειαστεί να δουλέψει σκληρά, με επιμονή, αντέχοντας χιλιάδες ώρες χωρίς έμπνευση, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες προσωπικές τελετουργίες εργασίας, πετώντας γενναία στον κάλαθο των αχρήστων όλα τα προσχέδια και τα πειράματα που τελικά δεν ικανοποιούν το πιο αυστηρό και αναστοχαστικό του αισθητήριο. Τέτοια χαρακτηριστικά όμως θεωρούνται, καλώς ή κακώς, «δεξιά».
Παρενθετικά, η τελευταία παρατήρηση ίσως να μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα τους μύριους επίδοξους συγγραφείς, σκηνοθέτες, συνθέτες που πιστεύουν (ύστερα π.χ. από την παρακολούθηση ενός σεμιναρίου δημιουργικής γραφής) ότι είναι ικανοί να δημιουργήσουν έργα (και ότι το κοινό θα πρέπει να ενδιαφερθεί για αυτά) ακόμα κι αν οι ίδιοι δεν διαβάζουν, δεν βλέπουν θέατρο (εκτός άμα πρόκειται για παραστάσεις φίλων τους), και δεν ψάχνονται μανιακά για μάθουν τι έχει προηγηθεί στην Τέχνη που θέλουν να υπηρετήσουν.
Η διάκριση που επιχειρήσαμε εδώ «αριστερών» και «δεξιών» στοιχείων της Τέχνης είναι σχηματική και πιθανώς προβληματική (αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι δεν σκεφτόμαστε συχνά, ειδικά για σύνθετα ζητήματα, ακριβώς έτσι). Εκεί όμως που φαίνονται περίτρανα τα όριά της είναι στο θέμα της εξέχουσας, της «προμηθεϊκής» ατομικότητας του καλλιτέχνη.
Από τη μια μεριά είναι η δεξιά σκέψη που αναδεικνύει περισσότερο την ελευθερία της ατομικότητας, ενώ η αριστερά τονίζει την κοινωνική διάσταση, όπου το πρόσωπο του καλλιτέχνη και το έργο του αποτελούν προϊόντα της εποχής τους, αντανάκλαση των σχέσεων ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Για ένα ορισμένο είδος αριστερών στοχαστών, ακόμα και η αναφορά στην «ιδιοφυία» ως παράγοντα εξήγησης αποτελεί αντιδραστική ιδέα και ρητορική.
Για να έχουμε όμως ολόκληρη την εικόνα, θα χρειαστεί να βάλουμε μέσα και την ισχυρή επιρροή που ασκεί ο αέναα γοητευτικός «ρομαντισμός». Υπάρχει βέβαια και δεξιός ρομαντισμός που συνδέεται στενά με τις ιδέες του εθνικισμού, της παράδοσης και του θρησκευτικού συναισθήματος. Αλλά η βασική πολιτική κατεύθυνση της ιδέας του ρομαντισμού μέσα μας είναι αριστερόστροφη.
Χαρακτηριστική είναι η αντιστικτική σκιαγράφηση των προσωπικοτήτων του Γκαίτε και του Μπετόβεν από τον Κούντερα στο μυθιστόρημά του Αθανασία. Μετά όμως τον Μάη του ‘68 και γενικότερα την πολιτιστική επανάσταση της δεκαετίας του ’60 και την έκρηξη της αντικουλτούρας, η σύνδεση μεταξύ ρομαντικού ατομισμού και αριστερής πολιτικής στάσης «τσιμεντώθηκε».
Ελεύθερα, 2.8.2026