Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Στις 30 Ιουλίου συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από τη γέννηση του Παντελή Μηχανικού, ενός από τους σημαντικότερους ποιητές που ανέδειξε ποτέ η Κύπρος.

Κι όμως, έναν αιώνα μετά, το όνομά του δεν ακούγεται όσο συχνά θα περίμενε κανείς για έναν δημιουργό που ανανέωσε τη νεότερη κυπριακή ποίηση και χάρισε στη συλλογική μνήμη μερικές από τις πιο εμβληματικές εικόνες της. Αν ο «Ονήσιλος» παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα σπουδαιότερα ποιήματα που γράφτηκαν για την Κύπρο, είναι γιατί ο Μηχανικός δεν έγραψε για την επικαιρότητα της εποχής του, αλλά για τη διαχρονική σχέση ενός λαού με την Ιστορία, τη μνήμη και την ευθύνη.

Γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου 1926 στα Λιμνιά της επαρχίας Αμμοχώστου. Μεγάλωσε σε μια οικογένεια όπου το βιβλίο αποτελούσε καθημερινή παρουσία. Όπως είχε αφηγηθεί στον Φιλελεύθερο ο πρωτότοκος γιος του, ο ηθοποιός Θουκυδίδης Μηχανικός, ο πατέρας του διέθετε ήδη από τα δεκαέξι του χρόνια μια εντυπωσιακή προσωπική βιβλιοθήκη με έργα από την ελληνική, την ευρωπαϊκή αλλά ακόμη και την ινδική λογοτεχνία. Η σχέση του με τη λογοτεχνία δεν ήταν μια επιλογή που προέκυψε αργότερα· ήταν ο φυσικός του τρόπος να βλέπει τον κόσμο.

Φοίτησε στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου και στην Αμερικανική Ακαδημία Λάρνακας, ενώ στη συνέχεια εργάστηκε επί σειρά ετών στο Τμήμα Τελωνείων. Η πρώτη δημόσια εμφάνισή του στα γράμματα έγινε το 1952 μέσα από τα «Κυπριακά Γράμματα» και μόλις δύο χρόνια αργότερα βραβεύτηκε για τη «Δοκιμασία ονείρων». Ακολούθησαν οι τρεις ποιητικές συλλογές που σφράγισαν το έργο του: «Παρεκκλίσεις» (1957), «Τα δυο βουνά» (1963) και «Κατάθεση» (1975).

Οι φιλόλογοι τον κατατάσσουν στους σημαντικότερους εκπροσώπους της μεταπολεμικής κυπριακής ποίησης. Η δημιουργική «συνομιλία» του με τον Σεφέρη και τον Τ.Σ. Έλιοτ είναι εμφανής, όμως ο Μηχανικός δεν ακολούθησε ποτέ ξένα πρότυπα. Αντίθετα, αξιοποίησε τον μοντερνισμό για να μιλήσει για την Κύπρο, μετατρέποντας την αρχαία ιστορία, τους μύθους και τα πρόσωπά της σε ζωντανά σύμβολα του παρόντος.

Ο Ονήσιλος, ο Μακρυγιάννης, οι ήρωες του Αγώνα, η προδοσία, η απώλεια και η ελευθερία λειτουργούν ως διαρκείς συνομιλητές της σύγχρονης κοινωνίας.

Όσοι τον γνώρισαν μιλούν για έναν άνθρωπο χαμηλών τόνων, εσωστρεφή, βαθιά καλλιεργημένο και γενναιόδωρο στις φιλίες του. Στενός φίλος του ζωγράφου Χριστόφορου Σάββα, συμμετείχε μαζί του στη δημιουργία της γκαλερί «Απόφαση», ενός από τους σημαντικούς πυρήνες της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας της εποχής.

O Παντελής Μηχανικός (αριστερά) και δίπλα ο στενός φίλος του ζωγράφος Χριστόφορος Σάββα, το 1967 σε έκθεση στο Λήδρα Πάλας. (Επιχρωματισμένη φωτογραφία)

Στο σπίτι του περνούσαν λογοτέχνες, ζωγράφοι και άνθρωποι των γραμμάτων, ενώ ακόμη και τα ονόματα που έδωσε στα παιδιά του –Θουκυδίδης, Ορέστης, Ονήσιλος και Χαρίκλεια Ηλέκτρα– φανερώνουν τη βαθιά σχέση του με την ελληνική ιστορία και τον πολιτισμό.

Η τουρκική εισβολή του 1974 υπήρξε καθοριστική καμπή στη ζωή του. Ο ξεριζωμός από την αγαπημένη του Αμμόχωστο τον τραυμάτισε ανεπανόρθωτα. Ο Θουκυδίδης Μηχανικός έχει περιγράψει πως ο πατέρας του, μετά την εισβολή, σταμάτησε να αγοράζει καινούρια ρούχα, άφησε τα γένια του να μεγαλώσουν και έμοιαζε να ζει σε μια μόνιμη κατάσταση πένθους. Δεν επρόκειτο για μια συμβολική στάση αλλά για τη φυσική έκφραση ενός ανθρώπου που ένιωθε ότι είχε χάσει τον τόπο, τις μνήμες κι ένα κομμάτι της ίδιας του της ύπαρξης.

Από το έργο του ξεχωρίζει ασφαλώς ο «Ονήσιλος». Το ποίημα έχει περάσει προ πολλού από τη λογοτεχνία στη συλλογική συνείδηση των Κυπρίων. Είναι ίσως το κείμενο που περισσότερο από κάθε άλλο συμπυκνώνει τη δραματική σχέση της Κύπρου με την Ιστορία.

Στον πυρήνα του βρίσκεται η συγκλονιστική εικόνα με τις δέκα χιλιάδες μέλισσες. Ο Μηχανικός αξιοποιεί τον αρχαίο θρύλο σύμφωνα με τον οποίο, όταν οι Αμαθούσιοι αποκεφάλισαν τον Ονήσιλο και κρέμασαν το κεφάλι του στα τείχη της πόλης, μέσα στο κρανίο του εγκαταστάθηκε ένα σμήνος μελισσών. Στο ποίημα, όμως, οι μέλισσες παύουν να είναι ένα θαυμαστό περιστατικό της αρχαιότητας και μεταμορφώνονται σε μια από τις ισχυρότερες μεταφορές της νεοελληνικής ποίησης. Ο Ονήσιλος στέλνει «δέκα χιλιάδες μέλισσες» για να αφυπνίσουν τον λαό του, να προειδοποιήσουν, να κεντρίσουν τις συνειδήσεις. Όμως, όλες ψοφούν πάνω στο «παχύ μας δέρμα», γιατί κανείς δεν ακούει το μήνυμά τους.

Ελάχιστες ποιητικές εικόνες απέκτησαν τόσο αυτόνομη ζωή στον δημόσιο λόγο της Κύπρου. Οι «δέκα χιλιάδες μέλισσες» έγιναν συνώνυμο κάθε προειδοποίησης που αγνοήθηκε, κάθε ευκαιρίας που χάθηκε, κάθε κινδύνου που όλοι έβλεπαν να πλησιάζει αλλά κανείς δεν ήθελε να αντικρίσει. Η μεταφορά γράφτηκε πριν από την τραγωδία του 1974, αλλά μετά την εισβολή απέκτησε σχεδόν προφητική διάσταση. Κι ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί να επιστρέφει μέχρι σήμερα, κάθε φορά που η κυπριακή κοινωνία αναμετριέται με τα δικά της αδιέξοδα.

Παρότι η ποίησή του διαλέγεται διαρκώς με την Ιστορία, τους εθνικούς αγώνες και τα μεγάλα συλλογικά τραύματα, ο Παντελής Μηχανικός επέλεξε συνειδητά να μείνει μακριά από κομματικές εντάξεις. Όπως έχει αναφέρει ο γιος του, ο ίδιος ξεκαθάριζε πως δεν ανήκε πολιτικά πουθενά, επιθυμώντας να διατηρεί την ανεξαρτησία της σκέψης και της κρίσης του. Δεν τον ενδιέφερε η στράτευση σε κάποιον πολιτικό χώρο, αλλά η πίστη σε αξίες που θεωρούσε υπεράνω παρατάξεων: την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, την ιστορική μνήμη και την ευθύνη απέναντι στον τόπο. Ίσως γι’ αυτό η ποίησή του απέφυγε τα συνθήματα και διατήρησε τη δύναμή της μέσα στον χρόνο, μιλώντας περισσότερο στη συνείδηση παρά στην κομματική ταυτότητα του αναγνώστη.

Ο Παντελής Μηχανικός έφυγε από τη ζωή στις 20 Ιανουαρίου 1979 στο Λονδίνο, όπου είχε μεταβεί για εγχείρηση καρδιάς, σε ηλικία μόλις 52 ετών. Άφησε πίσω του ένα έργο μικρό σε έκταση αλλά τεράστιο σε πυκνότητα.

Έναν αιώνα μετά τη γέννησή του, η ποίησή του εξακολουθεί να μας υπενθυμίζει ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται επειδή οι άνθρωποι συχνά αρνούνται να ακούσουν το βουητό από τις δέκα χιλιάδες μέλισσες.