Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤο πολιτιστικό τοπίο της Λεμεσού αλλάζει. Νέοι ιδιωτικοί φορείς, εκθέσεις και διεθνείς διοργανώσεις έχουν δώσει στη σύγχρονη τέχνη πολύ εντονότερη παρουσία απ’ ό,τι είχε πριν από λίγα μόλις χρόνια. Η ανάπτυξη αυτή, όμως, γεννά και ερωτήματα: μπορούν οι καλλιτέχνες να συνεχίσουν να ζουν και να εργάζονται στην πόλη; Και ποιος έχει τελικά τον πρώτο λόγο στη διαμόρφωση της πολιτιστικής της ταυτότητας;
Σε αυτό το νέο τοπίο προστέθηκε το μη κερδοσκοπικό PSI Foundation, το οποίο ιδρύθηκε στη Λεμεσό το 2024. Τον περασμένο Μάιο επέστρεψε και το VIMA Art Fair για τη δεύτερη διοργάνωσή του, μετά την πρώτη παρουσία του στην πόλη το 2025.
Τις εξελίξεις αυτές βλέπει με ανάμεικτα συναισθήματα καλλιτέχνης που γεννήθηκε στη Λεμεσό και ζήτησε να μην κατονομαστεί.
«Δεν μπορώ να αρνηθώ ότι η Λεμεσός έχει πλέον πιο έντονη πολιτιστική ζωή», δήλωσε η ανώνυμη πηγή στο en.philenews. «Υπάρχουν πλέον χώροι και διοργανώσεις που φέρνουν κόσμο στη Λεμεσό για την τέχνη, ενώ πριν από τρία χρόνια αυτό δεν συνέβαινε».
Αυτό που προβληματίζει την ανώνυμη πηγή είναι το είδος του καλλιτεχνικού οικοσυστήματος που διαμορφώνεται.
Περισσότερες ευκαιρίες, απαγορευτικό κόστος

Ένα από τα πιο πιεστικά προβλήματα για τους καλλιτέχνες δεν έχει άμεση σχέση με τις γκαλερί ή τις εκθέσεις. Είναι το κόστος ζωής στη Λεμεσό.
«Η ζωή στη Λεμεσό έχει γίνει τόσο ακριβή, που πολλοί δεν μπορούν πλέον ούτε να νοικιάσουν σπίτι», ανέφερε η ανώνυμη πηγή. «Για όσους εργάζονται στον χώρο του πολιτισμού, είναι πιο λογικό να ζουν στη Λευκωσία, όπου τα ενοίκια είναι πολύ χαμηλότερα και το εισόδημά τους μπορεί ακόμη να καλύψει και το κόστος ενός καλλιτεχνικού εργαστηρίου. Στη Λεμεσό, αυτό δεν είναι πλέον οικονομικά εφικτό».
Τα ενοίκια στη Λευκωσία υπολογίζεται ότι είναι κατά μέσο όρο 41,5% χαμηλότερα από ό,τι στη Λεμεσό. Ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στο κέντρο της πρωτεύουσας κοστίζει κατά μέσο όρο €693 τον μήνα, ενώ εκτός κέντρου €593. Για ένα διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων, το μέσο ενοίκιο ανέρχεται σε €1.450 στο κέντρο και σε €1.120 εκτός κέντρου.
Στη Λεμεσό, αντίθετα, το Numbeo υπολογίζει ότι μια τετραμελής οικογένεια χρειάζεται €3.329 τον μήνα για τα έξοδα διαβίωσης, χωρίς να περιλαμβάνεται το ενοίκιο, ενώ ο μέσος καθαρός μηνιαίος μισθός ανέρχεται σε €2.370. Το μέσο ενοίκιο για ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου είναι €1.340 στο κέντρο και €1.157 εκτός κέντρου. Για ένα διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων, το κόστος ανεβαίνει στα €2.350 στο κέντρο και στα €1.760 εκτός κέντρου.
Ο επικεφαλής επιμελητής του PSI Foundation, Ντμίτρι Οζέρκοφ, συμμερίζεται την ανησυχία ότι η πόλη κινδυνεύει να γίνει οικονομικά απρόσιτη για τους ανθρώπους από τους οποίους εξαρτάται η πολιτιστική της ζωή.

«Το πρόβλημα αυτό είναι υπαρκτό και πολύ σοβαρό. Οι πολιτιστικοί φορείς δεν πρέπει να θεωρούν ότι μια πρόσκληση συμμετοχής σε έκθεση αρκεί για να το λύσει», δήλωσε ο Οζέρκοφ στο en.philenews.
«Όταν οι καλλιτέχνες δεν έχουν πια την οικονομική δυνατότητα να ζουν και να εργάζονται σε μια πόλη, η πόλη αργά ή γρήγορα τους χάνει».
Το PSI δεν διαθέτει προς το παρόν πρόγραμμα επιχορηγήσεων. Σύμφωνα με τον Οζέρκοφ, όμως, μπορεί να στηρίζει τους καλλιτέχνες αναθέτοντάς τους έργα, προσφέροντας βοήθεια στην παραγωγή, την έρευνα και την τεκμηρίωση και φέρνοντάς τους σε επαφή με διεθνή δίκτυα.
«Δεν μπορούμε να λύσουμε το στεγαστικό πρόβλημα της Λεμεσού. Μπορούμε, όμως, να διασφαλίσουμε ότι οι καλλιτέχνες αντιμετωπίζονται ως επαγγελματίες του πολιτισμού και όχι ως άνθρωποι από τους οποίους αναμένεται να εργάζονται δωρεάν με αντάλλαγμα την προβολή», είπε.
Ποιος διαμορφώνει τη νέα καλλιτεχνική σκηνή;
Για την ανώνυμη πηγή, ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος αποφασίζει τελικά τι θα προβάλλεται.
«Η μεγάλη αλλαγή στο τοπίο τα τελευταία τρία χρόνια ήρθε όταν μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες άρχισαν να ιδρύουν δικούς τους οργανισμούς σύγχρονης τέχνης», ανέφερε. «Αυτό εγείρει ερωτήματα για το ποιος χρηματοδοτεί την τέχνη, ποιος δίνει τον τόνο στην καλλιτεχνική σκηνή, ποιος έχει λόγο στο τι εκτίθεται και ποια αφήγηση προβάλλεται».
«Δεν ήρθαν απλώς άνθρωποι από το εξωτερικό για να ενταχθούν σε όσα ήδη γίνονταν στην Κύπρο», πρόσθεσε. «Η ουσιαστική αλλαγή οφείλεται στους οργανισμούς και στα πρόσωπα που βρίσκονται πίσω τους και ελέγχουν τι προβάλλεται. Εμφανίζονται νέοι φορείς και πρωτοβουλίες, αντί να αξιοποιούνται απαραίτητα όσα υπήρχαν ήδη».
Ο Οζέρκοφ θεωρεί, από την πλευρά του, ότι ο διεθνής προσανατολισμός δεν αποκλείει την ουσιαστική σύνδεση με την τοπική κοινωνία.
«Είναι λάθος να θεωρούμε ότι το διεθνές και το τοπικό κοινό βρίσκονται αναγκαστικά σε αντίθεση. Η Λεμεσός είναι ήδη μια διεθνής πόλη. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν ο διεθνής χαρακτήρας της θα αποτελέσει πηγή πολιτιστικού πλούτου για την πόλη ή αν θα δημιουργήσει μια πολιτιστική φούσκα αποκομμένη από την υπόλοιπη Λεμεσό. Το PSI επιδιώκει το πρώτο».
Αναγνώρισε, επίσης, ότι δεν αρκεί ένας πολιτιστικός φορέας να ανοίξει απλώς τις πόρτες του για να γίνει πραγματικά προσιτός σε όλους. «Μια έκθεση μπορεί να έχει δωρεάν είσοδο και, παρ’ όλα αυτά, πολλοί άνθρωποι να εξακολουθούν να αισθάνονται ότι δεν είναι το κοινό στο οποίο απευθύνεται».
Σε ό,τι αφορά την επιλογή των καλλιτεχνών, ο Οζέρκοφ είπε ότι το PSI δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε ανερχόμενα και καταξιωμένα ονόματα. «Δεν πιστεύω ότι ένας φορέας πρέπει να επιλέγει καλλιτέχνες απλώς επειδή είναι ανερχόμενοι, καταξιωμένοι, της μόδας ή εύκολοι στη συνεργασία», ανέφερε. «Για εμάς, το ερώτημα είναι αν υπάρχει ουσιαστικός λόγος να παρουσιαστεί το συγκεκριμένο έργο εδώ και τώρα».
Οι καλλιτέχνες μπορούν επίσης να απευθύνονται απευθείας στο PSI και να υποβάλλουν τις προτάσεις τους.
Χρηματοδότηση, πολιτική και καλλιτεχνική ελευθερία

Την ίδια ώρα που εντείνεται η συζήτηση γύρω από την ιδιωτική χρηματοδότηση του πολιτισμού, ορισμένοι καλλιτέχνες επανεξετάζουν και τη σχέση τους με το κράτος.
Σύμφωνα με την ανώνυμη πηγή, στο παρελθόν όσοι λάμβαναν κρατική χρηματοδότηση δεν αισθάνονταν ότι το κράτος παρενέβαινε σε όσα επέλεγαν να εκφράσουν. Πιστεύει, όμως, ότι η μεγαλύτερη πολιτική ευαισθησία γύρω από ορισμένα ζητήματα έχει πλέον περιορίσει αυτή την αίσθηση ελευθερίας.
«Στο παρελθόν, το να λάβεις κρατική χρηματοδότηση δεν σήμαινε ότι χρωστούσες κάτι στο κράτος. Το κράτος σεβόταν το δικαίωμά σου να εκφράζεσαι ελεύθερα», ανέφερε. «Τώρα, όμως, αυτό αλλάζει. Γίνεται όλο και πιο δύσκολο να λαμβάνεις κρατική χρηματοδότηση και ταυτόχρονα να νιώθεις ότι μπορείς να εκφραστείς ελεύθερα, επειδή γνωρίζεις ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να λογοκριθεί η δουλειά σου».
Οι ανησυχίες αυτές ήρθαν έντονα στο προσκήνιο το 2025, όταν αποσύρθηκε έκδοση που συνδεόταν με τη συμμετοχή της Κύπρου στην Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας. Εκπρόσωποι των καλλιτεχνών χαρακτήρισαν την απόφαση λογοκρισία, ενώ το Υφυπουργείο Πολιτισμού ανέφερε ότι η έκδοση δεν είχε λάβει την απαιτούμενη έγκριση και περιείχε υλικό το οποίο θεωρούσε ιστορικά ανακριβές και διπλωματικά επιζήμιο.
Για τον Οζέρκοφ, ένας πολιτιστικός φορέας πρέπει να είναι έτοιμος να φιλοξενεί έργα με ουσία, ακόμη και όταν αμφισβητούν κατεστημένες πολιτικές ή κοινωνικές αντιλήψεις. «Η τέχνη πρέπει να έχει την ελευθερία να ενοχλεί», είπε. «Άλλο η πολιτική κριτική και άλλο η σκόπιμη πολιτική πρόκληση. Το PSI ενδιαφέρεται για την πρώτη».
Προειδοποίησε ιδιαίτερα για τον κίνδυνο να αρχίσουν οι ίδιοι οι καλλιτέχνες να περιορίζουν όσα λένε, προτού ακόμη τους το ζητήσει κάποιος. «Θα προχωρούσα ένα βήμα παραπέρα: η αυτολογοκρισία είναι συχνά πιο επικίνδυνη για τον πολιτισμό. Στο τέλος, κανείς δεν θυμάται ποιος σου είπε να μην πεις κάτι. Όλοι απλώς μαθαίνουν να μην το λένε».
Το επόμενο στοίχημα για τη Λεμεσό
Παρά τις διαφορετικές οπτικές τους, οι δύο συνεντεύξεις συγκλίνουν στο ίδιο βασικό ερώτημα: αν η σημερινή πολιτιστική άνθηση στη Λεμεσό μπορεί να αποκτήσει διάρκεια και να δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο οι καλλιτέχνες της πόλης θα μπορούν να δημιουργούν και να εξελίσσονται.
Για την ανώνυμη πηγή, αν οι καλλιτέχνες αισθανθούν ότι δεν μπορούν πλέον να βασίζονται στην κρατική χρηματοδότηση, ίσως αναγκαστούν να αναζητούν ακόμη συχνότερα στήριξη από ιδιωτικούς φορείς. Μια τέτοια εξέλιξη, όμως, θα δημιουργούσε νέα ερωτήματα για την επιρροή των χρηματοδοτών και την ανεξαρτησία των καλλιτεχνών.
Για τον Οζέρκοφ, το PSI θα έχει πετύχει τον στόχο του μόνο εάν καταφέρει να γίνει μέρος της ίδιας της πόλης και όχι απλώς ένας ακόμη εκθεσιακός χώρος. «Θα απογοητευόμουν αν, σε πέντε χρόνια, η επιτυχία του PSI περιοριζόταν απλώς στο ότι θα είχε γίνει ένας γνωστός εκθεσιακός χώρος» είπε. «Θα ήθελα το PSI να συμβάλει ώστε η Λεμεσός να μην αντιμετωπίζεται πλέον ως μια πόλη που απλώς φιλοξενεί κάποιες πολιτιστικές δραστηριότητες, αλλά ως μια πόλη με δική της πολιτιστική ταυτότητα και πνευματική ενέργεια».
Καθώς η Λεμεσός προσελκύει σήμερα πολιτιστικές επενδύσεις σε κλίμακα που είχε χρόνια να γνωρίσει, αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη δοκιμασία: όχι πόση τέχνη μπορεί να προσελκύσει η πόλη, αλλά ποια πολιτιστική κοινότητα θα διαμορφωθεί τελικά μέσα από αυτή την άνθηση.