Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΕν αρχή ην ο λόγος. Και ο κινηματογράφος, αυτή η τέχνη της ενορατικής θέασης της πεζής υλικότητας, με όσα εφέ και αν φορτωθεί, όσες εμβυθιστικές τεχνολογίες και αν την πολιορκούν, παραμένει γερά στερεωμένος στον λόγο, στην αφήγηση, στην ανθρωπίλα που κουβαλούν μαζί τους οι μεγάλοι του εξερευνητές.
Ελέω Τροίας, η σύγκριση με τον πόλεμο είναι φρικτά αβίαστη: όσα βέλη κι αν εκτοξευτούν εναντίον των τειχών του αντίπαλου, αν το σανδάλι δεν πατήσει έδαφος, πόλεμος δεν κερδίζεται. Το ίδιο συμβαίνει με όλες τις αρχετυπικές ανθρώπινες λειτουργίες. Τώρα, εσείς, όπου βέλη, βάλτε πυραύλους. Όπου τείχη, βάλτε ακτές κάποιου κόλπου. Όπου σανδάλι, βάλτε μπότα. «Συμφορές που γίνονται και θα γίνονται πάντα όσο δεν αλλάζει η φύση του ανθρώπου» [1].
Οι ιστορίες, για να υπάρξουν, χρειάζονται ανθρώπους να τις πουν και ανθρώπους να τις ακούσουν. «Ένα πρόσωπο. Ένας στόλος. Ένας πόλεμος. Ένας άνδρας. Μια ιδέα. Ένα τέχνασμα». Μ’ αυτά τα αρχετυπικά λόγια, χτυπώντας ρυθμικά το μπαστούνι του στο ξύλινο πάτωμα του παλατιού, σε φόρμα spoken word, ξεκινά ο ραψωδός την αφήγηση και μαζί του ο Νόλαν την ταινία του. Από τα πρώτα δευτερόλεπτα, η δήλωση είναι σαφής: στην εποχή των γενοκτόνων, μην περιμένετε επικλήσεις σε Μούσες και κολακείες ηρώων.
Σε προηγούμενες κινηματογραφικές προσεγγίσεις της Οδύσσειας για την μικρή ή τη μεγάλη οθόνη, είτε πρόκειται για τις παραγωγές της Cinecittà είτε για την αξέχαστη για τους millennials αμερικανική μίνι σειρά του 1997, η οπτική ήταν συνήθως… επικότερη του έπους: τονιζόταν η ευφυΐα του Οδυσσέα, η αντοχή του, η πανουργία του, η αδιαμφισβήτητη ηγετικότητά του.
Σ’ αυτή την «Οδύσσεια», ο Οδυσσέας εμφανίζεται από την αρχή σωματικά και, κυρίως, ψυχολογικά, εξαντλημένος. Ο σκηνοθέτης, αντί του μυθολογικού έπους, υπογραμμίζει την ανθρώπινη ανημποριά, την απελπισία, το αδιέξοδο, την κατάντια. Ο Οδυσσέας λυγίζει και κυριολεκτικά στις σκάλες των κουρσεμένων ναών της Τροίας και ο Νόλαν βάζει το ερώτημα: αξίζει η εξυπνάδα του Οδυσσέα στα αποχαλινωμένα φρικιά που βάζουν φουρνέλο στα θεμέλια του ανθρώπινου πολιτισμού, σφάζοντας ανθρώπους και προσβάλλοντας θεούς; Αξίζει σήμερα η τεχνολογία, η επιστήμη, η γνώση στη χειρότερη φάρα των ανθρώπων που γνώρισε ποτέ ο πλανήτης;
Σε επίπεδο αναφορών, η ταινία συνομιλεί – τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό – με τις Τρωάδες αντιστρέφοντάς τες: ο Οδυσσέας ως Εκάβη, το πλήρωμά του ως Τρωάδες. Ταπεινωμένοι, ηττημένοι νικητές που αναρωτιούνται σε τι ωφελεί το μεγαλείο. Η ταπείνωση των νικητών, στην ταινία, φτάνει στο απόγειό της όχι, όπως θα περίμενε κανείς, τη στιγμή που η Κίρκη μετατρέπει τους συντρόφους του Οδυσσέα σε γουρούνια αλλά τη στιγμή που τους επαναφέρει στην ανθρώπινη (;) μορφή τους· μία σκηνή που μου θύμισε το «Salò» του Παζολίνι.
Τα γουρούνια έχουν προηγουμένως κατασπαράξει έναν μεγάλο πολιτισμό – σαν αυτόν που ο Τραμπ απειλούσε να επαναφέρει στην Εποχή του Χαλκού. Η λύσσα των εισβολέων είναι απογυμνωμένη από οτιδήποτε το επικό. Το κεντητό σασπένς πριν την είσοδο των Αχαιών στην Τροία κορυφώνεται ακριβώς γιατί τη συνέχεια τη ζούμε εκτός οθόνης εδώ και τρία χρόνια: γενοκτονία, κλιματική κατάρρευση, κοινοτοπία του κακού. Και, εκείνη τη στιγμή, σαν να ελπίζουμε να μη συμβεί το αναπόφευκτο. Όπως ελπίζουμε μετά από μια καταστροφική πυρκαγιά.
Ο Νόλαν με την «Οδύσσειά» του κάνει ένα σαφώς πολιτικό σινεμά στην πιο κρίσιμη στιγμή του δυτικού πολιτισμού. Τέτοιες αναφορές, τέτοιες απεικονίσεις της φρίκης, πέρα από εντυπωσιακές, μπορεί να ήταν ουδέτερες πριν από μερικά χρόνια. Το 2026 δεν είναι.
Η μελαμψή Αθηνά που κλαίει ακούγοντας τη φρίκη που αντίκρισε ο Οδυσσέας και του απλώνει το χέρι της για να τον περιθάλψει μού θύμισε την Pietà του Μιχαήλ Άγγελου. Πάνω από το θερινό σινεμά όπου είδα την ταινία, αντικρίζοντας μια καταπληκτική ημισέληνο μ’ ένα μοναχικό αστέρι δίπλα της, στον ουρανό που μόλις είχε καθαρίσει από την καταιγίδα, σκέφτηκα την άλλη παρθένο, την Παναγία του δικού μας κυπριακού Αυγούστου.
Οι άνθρωποι που έζησαν το τέλος της ανθρωπότητας πάντα αναζητούν ένα χάδι από το υπερπέραν. Γι’ αυτό και το ξαναρίχνουν στις προσευχές. Όπως το λέει ο Νόλαν στο τέλος: «ο πολιτισμός μας θα ανατείλει και πάλι. Κι εμείς, που θα έχουμε ξεχάσει, θα κάνουμε ξανά τα ίδια λάθη».
[1] Θουκυδίδης, Ιστορίαι, 3.82.1
Ελεύθερα, 6.9.2026