Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η πολιτική επέστρεψε δυναμικά στη Μόστρα από την πρώτη κιόλας ημέρα του 83ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, με τον Τζορτζ Κλούνι να αξιοποιεί την παρουσία του ως τιμώμενο πρόσωπο για να μιλήσει ανοιχτά για την πολιτική, την κλιματική κρίση, την τεχνητή νοημοσύνη, τα μέσα ενημέρωσης και τις εξελίξεις στο Χόλιγουντ.

Την ίδια στιγμή, η εναρκτήρια ταινία, το «Ink» του Ντάνι Μπόιλ, έφερε στην οθόνη την ιστορία της μεταμόρφωσης της βρετανικής εφημερίδας The Sun υπό τον Ρούπερτ Μέρντοχ.

Ο Κλούνι, που τιμήθηκε στην τελετή έναρξης με τον Χρυσό Λέοντα για το σύνολο της προσφοράς του, δεν περιορίστηκε στα αναμενόμενα λόγια για την καριέρα του. Στη συνάντησή του με τους δημοσιογράφους, χρησιμοποίησε τον όρο «κακιστοκρατία» για να περιγράψει τη σημερινή πολιτική κατάσταση, εξηγώντας ότι πρόκειται για μια κατάσταση στην οποία «μια χώρα διοικείται από τους λιγότερο ικανούς ανθρώπους», αλλά εκφράζοντας παράλληλα την πεποίθηση ότι «θα το ξεπεράσουμε».

Η συζήτηση πήγε γρήγορα πέρα από την πολιτική. Ο Αμερικανός ηθοποιός άσκησε κριτική στους αρνητές της κλιματικής κρίσης, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και αν δεν υπήρχε η κλιματική απειλή, η στροφή σε μια πιο πράσινη πολιτική θα μπορούσε να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και να αποκαταστήσει την ισορροπία με το περιβάλλον.

Ιδιαίτερη θέση στις δηλώσεις του κατέλαβε και η τεχνητή νοημοσύνη, την οποία αντιμετωπίζει ως απειλή όχι μόνο για το Χόλιγουντ αλλά και για τη δημοσιογραφία. Ο Κλούνι εξέφρασε ανησυχία για την ολοένα δυσκολότερη διάκριση ανάμεσα στο αληθινό και το κατασκευασμένο, καθώς και για τη χρήση της εικόνας ανθρώπων μέσω deepfakes. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης στα χέρια δισεκατομμυριούχων, φέρνοντας ως παραδείγματα την Washington Post και το X.

Στο πλευρό του Ράφαλο για την Paramount

Ο Κλούνι πήρε επίσης θέση υπέρ του Μαρκ Ράφαλο, ο οποίος έχει εκφραστεί δημόσια εναντίον της προτεινόμενης συγχώνευσης της Paramount με τη Warner Bros. Discovery. Χωρίς να προδικάσει την έκβαση της συμφωνίας, χαρακτήρισε την υπόθεση περίπλοκη και εξέφρασε ανησυχία για τις συνέπειές της, μεταξύ άλλων για τις θέσεις εργασίας και τη συγκέντρωση ισχύος στη βιομηχανία του θεάματος.

Η παρέμβαση αυτή αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον επειδή έρχεται σε μια χρονιά κατά την οποία η Μόστρα εμφανίζεται αισθητά διαφορετική από τις προηγούμενες ως προς την παρουσία των μεγάλων αμερικανικών στούντιο. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής Αλμπέρτο Μπαρμπέρα υποβάθμισε πάντως την απουσία ορισμένων μεγάλων χολιγουντιανών παραγωγών, αποδίδοντάς την στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει σήμερα η αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία και στο γεγονός ότι αρκετές πολυαναμενόμενες ταινίες δεν ήταν ακόμη έτοιμες.

Η Μόστρα δηλώνει πολιτική, αλλά δεν παίρνει θέση

Στο ίδιο πολιτικό κλίμα κινήθηκε και η Μάγκι Τζίλενχαλ, πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του διαγωνιστικού τμήματος. Η Αμερικανίδα ηθοποιός και σκηνοθέτις υποστήριξε ότι «το σινεμά είναι θεμελιωδώς και αναπόφευκτα πολιτικό», συνδέοντας την πολιτική διάσταση της κινηματογραφικής τέχνης με την ικανότητά της να δημιουργεί ενσυναίσθηση.

Η Γκίλενχαλ αναφέρθηκε, πάντως, και στην επίμονη ανισορροπία μεταξύ ανδρών και γυναικών σκηνοθετών. Το φετινό βασικό διαγωνιστικό πρόγραμμα της Βενετίας περιλαμβάνει μόλις μία ταινία σκηνοθετημένη από γυναίκα, τη «Woman Unknown» της May el-Toukhy, σε σύνολο 21 ταινιών. Το γεγονός έχει προκαλέσει ήδη συζήτηση, καθώς η Μόστρα είχε δεσμευτεί στο παρελθόν για ισόρροπη εκπροσώπηση.

Ο Μπαρμπέρα, από την πλευρά του, χαρακτήρισε τη φετινή επιλογή ως μία από τις πιο πολιτικές των τελευταίων χρόνων, με ταινίες που καταπιάνονται με πολέμους, την Παλαιστίνη, τη μετανάστευση, την κλιματική κρίση, τις κοινωνικές εντάσεις και τη συρρίκνωση των ελευθεριών. Ταυτόχρονα, ξεκαθάρισε ότι ο ρόλος ενός φεστιβάλ δεν είναι να υιοθετεί πολιτικές θέσεις, αλλά να λειτουργεί ως χώρος ελεύθερης έκφρασης και ανταλλαγής ιδεών.

Όταν ο Μέρντοχ συνάντησε τον Κλούνι

Σχεδόν σαν να συνεχίζει τη συζήτηση με κινηματογραφικούς όρους, η Βενετία άνοιξε με το «Ink» του Ντάνι Μπόιλ. Η ταινία, σε σενάριο του Τζέιμς Γκράχαμ, αφηγείται την εξαγορά της The Sun από τον Ρούπερτ Μέρντοχ το 1969 και την προσπάθεια του εκδότη και του αρχισυντάκτη Λάρι Λαμπ να μετατρέψουν την εφημερίδα σε ένα νέο είδος μαζικού ταμπλόιντ. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους βρίσκονται οι Γκάι Πιρς, Τζακ Ο’Κόνελ και Κλερ Φόι.

Η ταινία δεν περιορίζεται στην προσωπογραφία του Μέρντοχ. Παρακολουθεί τη γέννηση ενός νέου μοντέλου δημοσιογραφίας, τη σύγκρουση με το κατεστημένο και το πώς η επιδίωξη μεγαλύτερου κοινού μπορεί να μεταβάλει τους κανόνες του παιχνιδιού. Η ιστορία του 1969 αποκτά έτσι προφανείς αναλογίες με τη σημερινή συζήτηση για την ισχύ των ιδιοκτητών των ΜΜΕ, την οικονομική συγκέντρωση και την τεχνολογία.

Και κάπως έτσι, ο Κλούνι μιλώντας για δισεκατομμυριούχους που ελέγχουν μέσα ενημέρωσης και ο Μπόιλ μιλώντας για τον Μέρντοχ συναντήθηκαν, χωρίς να το επιδιώκουν απαραίτητα, στην ίδια θεματική περιοχή: ποιος ελέγχει την πληροφορία, ποιος διαμορφώνει τη δημόσια συζήτηση και τι συμβαίνει όταν η αναζήτηση του κοινού και της επιρροής αρχίζει να καθορίζει το περιεχόμενο.

Η 83η Μόστρα συνεχίζεται έως τις 12 Σεπτεμβρίου, με 21 ταινίες να διεκδικούν τον Χρυσό Λέοντα στο βασικό διαγωνιστικό πρόγραμμα.