Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Ο ακτιβιστής που κάθε μεταναστευτική περίοδο βρίσκεται στο επίκεντρο της κυπριακής επικαιρότητας για τη μάχη κατά της λαθροθηρίας, ως υπεύθυνος επιχειρήσεων της περιβαλλοντικής οργάνωσης Committee Against Bird Slaughter (CABS), κατάγεται από το Μιλάνο και ζει σε μια αγροτική έκταση, την οποία έχει μετατρέψει σε καταφύγιο για τα πουλιά. Η προστασία των προστατευόμενων ειδών έχει γίνει η αποστολή του. Ή, όπως λέει ο Andrea Rutigliano, ένα «κάρμα» ώστε να ξεπληρώσει, ως Ιταλός, ένα παλιό… βενετσιάνικο χρέος.

–Είχες από μικρός αυτή την ιδιαίτερη σχέση με τα πουλιά; Παρόλο που μεγάλωσα στο Μιλάνο, από τότε που ήμουν παιδί, ακόμη και από το νηπιαγωγείο, αγαπούσα τα άγρια ζώα. Ο πατέρας μου, θυμάμαι, μου έδωσε ένα ζευγάρι κιάλια και ήταν το καλύτερο δώρο που πήρα ποτέ! Από το δωμάτιό μου μπορούσα να παρατηρώ τα πουλιά, πήγαινα στους δημόσιους κήπους, τα αναγνώριζα μέσα από τα βιβλία και μάθαινα τα είδη και παρατηρούσα ακόμη και τις διαφορές ανάμεσα στα θηλυκά και τα αρσενικά. Ο παππούς μου ήταν κυνηγός και μου έδινε περιστέρια ή καρδερίνες που είχε πάρει από φωλιές, οπότε είχα την ευκαιρία να έρχομαι κοντά στα πουλιά και να τα αγγίζω. Όμως, αντί να γίνω κυνηγός, ανακάλυψα ένα κέντρο περίθαλψης, όπου μπορούσες να παίρνεις ορφανά ή τραυματισμένα πουλιά. Ζήτησα τη βοήθειά τους και άρχισα να τα φροντίζω, να τα ταΐζω, να τα μεγαλώνω και στη συνέχεια να τα απελευθερώνω στη φύση.

–Πότε άρχισες να ασχολείσαι πιο ακτιβιστικά με την προστασία τους; Όταν ήρθα σε επαφή με τη δασική υπηρεσία της Ιταλίας, έμαθα για τις επιχειρήσεις κατά της λαθροθηρίας και, από τα 18 μου, άρχισα να ανεβαίνω στα βουνά, να μαζεύω παγίδες και να σώζω τα πρώτα πουλιά. «Υπάρχει λαθροθηρία στην Ιταλία;», είχα αναρωτηθεί αρχικά… Κι όμως, οι Ιταλοί ήταν αυτοί που εξήγαγαν την πρακτική της παγίδευσης πουλιών σε πολλές περιοχές της Ευρώπης. Γι’ αυτό και πολλές από τις λέξεις που χρησιμοποιούνται είναι ιταλικές. Από την «πόστα», το σημείο όπου κυνηγούν ή στήνουν καρτέρι, μέχρι τα όπλα Beretta, η επιρροή είναι παντού παρούσα. Στην Κύπρο, παγίδευαν πουλιά και παλαιότερα, αλλά για δική τους κατανάλωση. Οι Ενετοί έμαθαν στους Κυπρίους ότι μπορούσαν να βγάλουν χρήματα από αυτή την πρακτική, ζητώντας τους να παγιδεύουν πουλιά και να τα στέλνουν στην Ιταλία. Έτσι άρχισαν οι μεγάλες εμπορικές δραστηριότητες. Κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, αυτό είναι για μένα ένα «κάρμα». Ένας τρόπος να το ξεπληρώσουμε, ως Ιταλοί, στα πουλιά.

–Σήμερα πόσο βαθιές είναι οι ρίζες της κουλτούρας του κυνηγιού; Έχει τις ρίζες του στον Μεσαίωνα και ιστορικά συνδεόταν με τους ισχυρούς και τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις. Ακόμη και σήμερα, πολλοί άνθρωποι υψηλού κοινωνικού προφίλ πηγαίνουν για κυνήγι. Ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ βρέθηκε πρόσφατα στο επίκεντρο καταγγελιών για κυνήγι προστατευόμενου είδους στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας, ενώ ο Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος ήταν εξέχον μέλος της Safari Club International και είχε συμμετάσχει σε προσπάθειες άσκησης πίεσης προς την Μποτσουάνα για την άρση της απαγόρευσης στο κυνήγι λιονταριών. Σε μια επίσκεψη του Μπερλουσκόνι στη Ρωσία, ο Πούτιν τον πήγε για κυνήγι, παρόλο που ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας ήταν γνωστό πως δεν ήταν κυνηγός. Μιλάμε, λοιπόν, για μια ομάδα ανθρώπων υψηλού κοινωνικού επιπέδου, οι οποίοι έχουν πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων σε πολλές χώρες. Οι κυνηγοί καταφέρνουν να ασκούν μεγάλη επιρροή σε ολόκληρη την Ευρώπη. Παρόλο που η νέα γενιά δεν ενδιαφέρεται τόσο για το κυνήγι και, ακόμη και σε χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία και η Ισπανία, ο αριθμός των κυνηγών μειώνεται, εξακολουθούν να έχουν σημαντική πολιτική στήριξη.

«Η μεγαλύτερη βία που έχουμε αντιμετωπίσει ποτέ ήταν στην Κύπρο. Δεν έχω συναντήσει πουθενά αλλού στην Ευρώπη, ούτε καν στον Λίβανο, θηρευτές που λειτουργούν σαν μέλη μαφίας, απειλούν, έχουν διασυνδέσεις και απολαμβάνουν κάποιου είδους πολιτική προστασία.»

–Πώς άρχισε η συνεργασία σου με την CABS; Μέσω της ομάδας των εθελοντών στην οποία ανήκα, έμαθα από δημοσιεύματα για τα δίχτυα στην Κύπρο. Ήμασταν κυρίως έφηβοι και δεν μπορούσαμε να δεχτούμε ότι στην Κύπρο σκοτώνουν πουλιά, θέλαμε να βοηθήσουμε. Έτσι, ήρθα για πρώτη φορά στο νησί το 2001 και αρχίσαμε να αποσυναρμολογούμε τις παγίδες. Στη συνέχεια, η CABS μάς είπε ότι θα μας στηρίξει και μας έδωσε χρήματα για να πραγματοποιούμε τις επιχειρήσεις για δύο χρόνια. Σταματήσαμε για ένα διάστημα, μέχρι που ξεκινήσαμε ξανά, πιο οργανωμένα. Το 2009 ήρθα για πρώτη φορά ως υπάλληλος και πλέον είμαι υπεύθυνος για την Κύπρο, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία.

–Πώς εκπαιδεύεται κάποιος για μια δουλειά τόσο ιδιαίτερη και απαιτητική; Ποια είναι τα βασικά προσόντα και οι δεξιότητες που χρειάζεται να έχει ένας άνθρωπος για να γίνει μέλος της ομάδας σας; Χρειάζεται αρκετό θάρρος και αντοχές, γιατί ξεκινάμε να δουλεύουμε γύρω στα μεσάνυχτα, μερικές φορές και για 36 ώρες συνεχόμενες, σχεδόν χωρίς ύπνο, κάνοντας τα πάντα – από τη δουλειά στο πεδίο μέχρι να μιλάμε με την αστυνομία. Χρειάζονται επίσης δεξιότητες παρατήρησης και απόκρυψης, ώστε να μη γινόμαστε αντιληπτοί, καθώς και η χρήση τεχνολογίας. Βασική μας αρχή είναι να μην είμαστε επιθετικοί, να είμαστε ευγενικοί και να μη χάνουμε την ψυχραιμία μας. Είμαστε φιλοξενούμενοι σε αυτή τη χώρα και γι’ αυτό πρέπει να σεβόμαστε τον νόμο και τις Αρχές. Νομίζω ότι τα δύο βασικά πράγματα που χρειάζεται κάποιος είναι να αγαπά τα πουλιά και να μην σκέφτεται υπερβολικά τους κινδύνους. Αυτή η δουλειά δεν είναι, όπως καταλαβαίνεις, για όλους.

–Πόσα έχουν αλλάξει στην Κύπρο από το 2001 που πρωτοήλθες μέχρι σήμερα; Το πρόβλημα της παγίδευσης στην Κύπρο ήταν πολύ μεγαλύτερο τότε, αν και δεν ήταν τόσο επαγγελματικό όσο σήμερα. Τότε η παγίδευση γινόταν περισσότερο για οικιακή κατανάλωση, αλλά ήταν πολύ διαδεδομένη. Τόσο που μπορούσες να φύγεις από το ξενοδοχείο, να μπεις στον πρώτο θάμνο και να βρεις ξόβεργες. Η αστυνομία τότε ήταν εντελώς ανενημέρωτη ή αδιάφορη. Θυμάμαι ακόμη και αστυνομικούς να καλύπτουν παγιδευτές. Μερικές φορές είχαμε την υποψία ότι δίναμε τις ξόβεργες που είχαμε μαζέψει στην αστυνομία και εκείνη τους τις επέστρεφε. Πλέον έχουμε καλύτερη συνεργασία με την αστυνομία, ειδικά κατά την περίοδο 2014-2017. Γι’ αυτό και πολλοί παγιδευτές που δεν μπορούσαν να συνεχίσουν με τον ίδιο επαγγελματικό τρόπο εγκατέλειψαν ή έγιναν περιστασιακοί. Την ίδια στιγμή, όμως, όσοι μπορούσαν να αποκομίσουν σημαντικό οικονομικό όφελος από αυτή τη δραστηριότητα έχουν εξελιχθεί και μεγαλώσει τη δράση τους. Είναι παράξενο, γιατί γνωρίζουμε ακριβώς ποιοι είναι, πού δραστηριοποιούνται και πότε, όμως κανείς δεν τους σταματά.

«Το μήνυμα που θέλω να περάσω στους Κύπριους είναι πως όταν τρως αυτά τα είδη, δεν κάνεις μόνο κακό στο περιβάλλον, αλλά δίνεις δύναμη σε εγκληματικές ομάδες. Ο καταναλωτής πρέπει να καταλάβει ότι έχει και ο ίδιος ευθύνη, γιατί πίσω από αυτή τη φαινομενικά αθώα πράξη υπάρχει διαφθορά και πολλή βία.»

–Κάθε χρόνο βρίσκεστε στο επίκεντρο της ειδησεογραφίας, για τις επιθέσεις εναντίον σας. Υπάρχουν αντίστοιχοι μεγάλοι παράνομοι κυνηγοί ή παγιδευτές σε άλλες χώρες; Η μεγαλύτερη βία που έχουμε αντιμετωπίσει ποτέ ήταν στην Κύπρο. Δεν έχω συναντήσει πουθενά αλλού στην Ευρώπη, ούτε καν στον Λίβανο, θηρευτές που λειτουργούν σαν μέλη μαφίας, απειλούν, έχουν διασυνδέσεις και απολαμβάνουν κάποιου είδους πολιτική προστασία. Στη Γαλλία, οι περισσότεροι κυνηγοί τηρούν τη νομοθεσία, ενώ στην Ιταλία, την Ισπανία και τη Γερμανία έχουμε πολύ καλή συνεργασία με τις Αρχές. Τους δίνουμε πληροφορίες και εκείνοι θέλουν να εντοπίσουν όχι μόνο τους μικρούς, αλλά και τους μεγάλους παραβάτες. Προφανώς και υπάρχουν πολιτικές πιέσεις, αλλά δεν είναι τόσο έντονες. Στην Κύπρο, υπάρχει αυτή η νοοτροπία του «μάτσο», μια αίσθηση ατιμωρησίας και μια υποκρισία που φτάνει μέχρι το σημείο να λένε ψέματα ακόμη και μπροστά στους δικαστές. Κι εμείς συγκρουόμαστε, αλλά κινούμαστε πάντα μέσα στα όρια του νόμου και δεν άσκησα ποτέ βία εναντίον κάποιου, ούτε καν για να προστατεύσω τον εαυτό μου. Όταν με γρονθοκόπησαν, θα μπορούσα να ανταποδώσω, αλλά δεν το έκανα.

–Πού θεωρείς ότι βρίσκεται η ρίζα του προβλήματος; Ένα μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού πληθυσμού πουλιών μεταναστεύει μέσω της Κύπρου. Καθώς το νησί λειτουργεί σαν χωνί, σαν ένας διάδρομος μέσα από τον οποίο περνούν τα μεταναστευτικά είδη, κανένας άλλος παγιδευτής στην Ευρώπη δεν θα μπορούσε να πιάσει τόσα όσα εδώ. Την ίδια στιγμή, η τιμή τους έχει αυξηθεί σημαντικά. Απ’ όσο γνωρίζω, σήμερα ένα πιάτο αμπελοπούλια σε ένα εστιατόριο μπορεί να κοστίζει περίπου 80 ευρώ, δηλαδή περίπου 5-6 ευρώ το ένα. Ένας επαγγελματίας παγιδευτής που έχει τη δυνατότητα να σκοτώνει περισσότερα από χίλια πουλιά σε μία νύχτα μπορεί να αποκομίσει τεράστια κέρδη. Έτσι δημιουργούνται συνεχώς νέοι επαγγελματίες παγιδευτές, επειδή βλέπουν ότι υπάρχει χρήμα και μεγάλη ζήτηση. Αυτό είναι και το μήνυμα που θέλω να περάσω στους Κύπριους: όταν τρως αυτά τα είδη, δεν κάνεις μόνο κακό στο περιβάλλον. Ενισχύεις μια παράνομη δραστηριότητα και δίνεις δύναμη σε εγκληματικές ομάδες. Ο καταναλωτής πρέπει να καταλάβει ότι το ζήτημα είναι πολύ μεγαλύτερο και ότι έχει και ο ίδιος ευθύνη, γιατί πίσω από αυτή τη φαινομενικά αθώα πράξη υπάρχει διαφθορά και πολλή βία.

–Πώς ένιωσες βλέποντας τη δράση σας να βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης στην κοινοβουλευτική Επιτροπής Περιβάλλοντος, με την εγγραφή θέματος από το ΕΛΑΜ για την «αξιολόγηση των επιπτώσεων» της δράσης των ακτιβιστών; Ξέραμε ότι όλο αυτό έγινε εξαιτίας της δικής μας δράσης, με τον ισχυρισμό ότι κάνουμε κάτι παράνομο ή ότι θέτουμε τους εαυτούς μας σε κίνδυνο. Αν ήταν έτσι, όμως, γιατί δεν μας κάλεσαν στη συγκεκριμένη συζήτηση, ώστε να ακούσουν και τη δική μας πλευρά; Η CABS έρχεται στην Κύπρο εδώ και 18 χρόνια και ποτέ δεν έχουμε κριθεί ένοχοι για οτιδήποτε. Έχουν υπάρξει υποθέσεις στα δικαστήρια, όταν κυνηγοί έκαναν καταγγελίες εναντίον μας, αλλά η αστυνομία απέρριψε τις κατηγορίες και οι υποθέσεις δεν προχώρησαν. Κάθε φορά που βρεθήκαμε στο δικαστήριο, ήμασταν εμείς οι μάρτυρες σε υποθέσεις που εμείς ξεκινήσαμε, ερευνήσαμε και για τις οποίες προσκομίσαμε στοιχεία. Έχουμε δεκάδες υποθέσεις στα δικαστήρια κάθε χρόνο και προχωρούμε σε καταγγελίες εναντίον περίπου 60-70 κυνηγών και παγιδευτών που, σύμφωνα με τις έρευνές μας, παρανομούν. Είμαστε, λοιπόν, ένας από τους βασικούς φορείς στην Κύπρο σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση της παράνομης θήρας και παγίδευσης, στη Λάρνακα και την Αμμόχωστο, όπου δραστηριοποιούμαστε. Πολλές από τις ιστορίες που έχουμε ακούσει ή διαβάσει είναι επινοήσεις ανθρώπων που θέλουν να συνεχίσουν ανενόχλητοί τις παράνομες δραστηριότητές τους. Η ακτιβιστική δράση, όμως, δεν είναι έγκλημα και το να εκφράζεις δημόσια την αντίθεσή σου και να προσπαθείς να προστατεύσεις το περιβάλλον δεν θα έπρεπε να αποτελεί στόχο των πολιτικών κομμάτων.

«Οι Ενετοί έμαθαν στους Κυπρίους ότι μπορούσαν να βγάλουν χρήματα από αυτή την πρακτική, ζητώντας τους να παγιδεύουν πουλιά και να τα στέλνουν στην Ιταλία. Έτσι άρχισαν οι μεγάλες εμπορικές δραστηριότητες. Κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, αυτό είναι για μένα ένα “κάρμα”. Ένας τρόπος να το ξεπληρώσουμε, ως Ιταλοί, στα πουλιά.»

–Πώς είναι η καθημερινότητά σου, όταν η μεταναστευτική περίοδος τελειώνει και επιστρέφεις στην Ιταλία;  Αφού αυτό δεν είναι μόνο η δουλειά μου αλλά ολόκληρη η ζωή μου. Ό,τι έχω κάνει περιστρέφεται γύρω από τα πουλιά. Χρησιμοποίησα όλα μου τα χρήματα για να αγοράσω ένα αγροτόσπιτο και να χτίσω έναν τεράστιο πύργο με 400 φωλιές για πουλιά, που έχτισα μόνος μου. Έτσι, υπάρχουν πλέον πληθυσμοί πουλιών που φωλιάζουν εκεί. Σιγά-σιγά αγόρασα επίσης τέσσερα εκτάρια γης και δημιούργησα ένα φυσικό, ιδιωτικό καταφύγιο αποκλειστικά για τα πουλιά. Η οικογένειά μου ξέρει ότι από τα μέσα Αυγούστου μέχρι τον Νοέμβριο δεν βρίσκομαι στο σπίτι, ενώ την άνοιξη έχουμε περίπου ενάμιση μήνα για τη μετανάστευση των πουλιών, οπότε η περίοδος αυτή είναι πιο σύντομη, αλλά και πιο έντονη. Δεν με πειράζει, όμως. Μπορεί να λείπω κάποιους μήνες, αλλά μετά έρχεται η στιγμή να ανταποδώσω για εκείνον τον χρόνο.

–Ανησυχούν για την ασφάλειά σου; Η γυναίκα μου ποτέ δεν ανησύχησε υπερβολικά και το εκτιμώ πολύ. Στα παιδιά μου, όμως, παρουσιάζω την ιστορία λίγο διαφορετικά. Δεν θέλω να τους λέω ότι φεύγω για να σώσω τα πουλιά, γιατί δεν θέλω να κατηγορούν τα πουλιά για την απουσία μου. «Τι κάνεις, μπαμπά;» με ρωτούν. «Είμαι ο κυνηγός των κυνηγών». Έτσι, τα βάζουν με τους κυνηγούς και όχι με τα πουλιά. Υπάρχουν, μάλιστα, και κάποιοι γονείς κυνηγοί στο σχολείο. Όταν τα παιδιά τους ρωτούν «τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου;», απαντούν: «Ο πατέρας μου είναι ο μεγαλύτερος κυνηγός, γιατί κυνηγά το πιο δύσκολο είδος, τους ανθρώπους!».

–Τους έχεις μεταδώσει το πάθος σου; Νομίζω ότι ένας καλός γονιός δεν πρέπει να πιέζει τα παιδιά του υπερβολικά. Προφανώς, όμως, τα πουλιά είναι μέρος της ζωής μου και των γνώσεών μου, οπότε όλα αυτά περνούν στις ιστορίες που τους διηγούμαι. Έχω ένα υπέροχο βίντεο με την κόρη μου, Παμίνα. Ήταν τριών ετών και σε κάποια στιγμή σερνόταν στο έδαφος, στο πεζοδρόμιο έξω από το πάρκο. Η γυναίκα μου τη ρώτησε: «Τι κάνεις, Παμίνα;». Και εκείνη απάντησε: «Κρύβομαι γιατί πρέπει να πιάσω αυτόν τον κυνηγό»!

–Τι είναι αυτό που σε κρατάει ακόμα σ’ αυτή τη δουλειά; Η ευθύνη που νιώθεις όταν ξέρεις ότι είσαι η τελευταία τους ελπίδα. Μετά από τόσα χρόνια, γίνεται αποστολή. Το μυαλό μου πηγαίνει συνεχώς στο πόσα πουλιά μπορεί να σκοτώνονται από ανθρώπους τη δεδομένη στιγμή και, ακόμη κι όταν πηγαίνω για ύπνο, νιώθω τύψεις. Ξέρω ότι οι άνθρωποι που δεν σκέφτονται με αυτό τον τρόπο απολαμβάνουν περισσότερο την καθημερινότητά τους. Σίγουρα έχουν λιγότερη αδρεναλίνη, αλλά χωρίς αμφιβολία η ζωή τους είναι πιο εύκολη.

Ελεύθερα, 27.9.2026