Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Μετά την παρουσίασή της στο Παλιό Ξυδάδικο στη Λεμεσό, τον Μάρτιο του 2025, η περφόρμανς της Έλενας Αγαθοκλέους «Έρκουμαι σαν καταρράκτης κάθετα» παρουσιάστηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Λευκωσίας στις 26 και 27 Οκτωβρίου.

Πρόκειται για ένα έργο που σχηματίστηκε σε δημιουργικό διάλογο με τη Μαριάννα Μιχαήλ στο τραγούδι και τα πλήκτρα, τον Αλέξανδρο Παπαδόπουλο στα ντραμς και τον Κάλακς (Κalaqs) στο μπάσο και την κιθάρα, σμίγοντας πρωτότυπη μουσική και δραματοποιημένο μονόλογο σε κείμενο των Αγαθοκλέους και Μάριου Παύλου.

© Παύλος Βρυωνίδης

Οι βίντεο προβολές της Κωνσταντίνας Πήτερ, που πέφτουν στο πάτωμα οριοθετώντας τη σκηνική δράση με εικόνες που μιξάρονται ζωντανά, τοποθετούν τη δράση σε μια συνεχώς κινούμενη θάλασσα.

Η περφόρμανς παρουσιάστηκε σε έναν παρασκηνιακό χώρο του Δημοτικού Θεάτρου, στο δωμάτιο όπου συνήθως γίνεται η εκφόρτωση των σκηνικών και το οποίο χρησιμοποιείται στο πλαίσιο του φεστιβάλ και ως «στούντιο» για παρουσίαση έργων που ευνοούν την εγγύτητα μεταξύ δρώντων και θεατών.

Καθώς μπαίναμε στην αίθουσα, η τελετουργία της περφόρμανς είχε ήδη ξεκινήσει, με ένα παρατεταμένο βούισμα να γεμίζει τον χώρο, και προσκληθήκαμε να καθίσουμε γύρω από τους περφόρμερ, δημιουργώντας μαζί τους ένα ομόκεντρο σύνολο.  

Η δημιουργική ομάδα χαρακτηρίζει το έργο ως «ορμητική μουσική περφόρμανς». Αυτό γίνεται ξεκάθαρο από τα πρώτα λεπτά, με το χτίσιμο της δραματουργίας πάνω σε μουσικές λούπες, εικόνες και την εκφορά της Αγαθοκλέους. Το σύνολο αναπτύσσεται σταδιακά πάνω στον εαυτό του, με διαρκώς αυξανόμενη ένταση.

Η όλη σύνθεση είναι δυναμική: οι δονήσεις της, παρασύρουν τον θεατή μέχρι να γίνει ένα με ό,τι συμβαίνει. Η κυκλική διαρρύθμιση λειτουργεί εδώ ως μηχανισμός συντονισμού με τον ρυθμό να διαχέεται. Υπάρχει μία μόνο αλλαγή πλεύσης, όταν ο λόγος διακόπτεται από τη φωνή της Μιχαήλ και μας επιτρέπει να μετατοπίσουμε την προσοχή μας στον ρυθμό του ίδιου του σώματός μας.   

Η Αγαθοκλέους ασχολείται εδώ και καιρό με όσους η ίδια χαρακτηρίζει «μετέωρους ήρωες»: άλλοτε τον Λάζαρο που αρνείται να εκπληρώσει την προσδοκία της ανάστασης («Ο Λάζαρος»), τη Φραγκογιαννού στο τελευταίο βλέμμα στα προικιά της λίγο πριν πνιγεί ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους («Το σκάσιμο»), τον Πενθέα που συγκρούεται με τον Βάκχο («Το Πένθος του Πενθέα – Οι Βάκχες»), την Κασσάνδρα της Μαργαρίτας Καραπάνου («Η Κασσάνδρα και ο Λύκος»).

© Παύλος Βρυωνίδης

Οι ήρωες αυτοί ανταποκρίνονται ουσιαστικά σε ένα κάλεσμα που τους αναστατώνει και τους κάνει να μετακινηθούν από τη θέση τους. Ακολουθεί έτσι η βουτιά στο άγνωστο. Μέσα στο μετέωρο υπάρχει το άνοιγμα και η διερώτηση, η εύρεση συμμάχων και εχθρών, το μέτρημα των δυνάμεων και η υπέρβαση ή η πτώση.

Έτσι και εδώ, η ηρωίδα αναζητά απαντήσεις σε υπαρξιακά ερωτήματα και δημιουργεί από τον θυμό της μια αλληγορία για το δικαίωμα στη μεταμόρφωση. «Μέσα από μεταμορφώσεις, αναζητώ τη συνοχή εκεί που μου επιτρέπει αυτή τη φοβερή έκθεση να κινούμαι στο μεταίχμιο μεταξύ του ιερού και του βέβηλου, να ρέω ανάμεσα στα φύλα, τις γλώσσες, το υπαρξιακό βάρος της ενοχής και της ανθρώπινης αλαζονείας», γράφει η ίδια στο καλλιτεχνικό σημείωμα που μοιράστηκε για το έργο.

Το κείμενο, στην κυπριακή διάλεκτο, εισάγει τον θεατή κατευθείαν σε μια μεταιχμιακή κατάσταση, όπου δεν μπορεί να διακρίνει αν είναι πραγματική ή ονειρική. Η Αγαθοκλέους χρησιμοποιεί τις λέξεις ως υλικό, αναζητώντας τους κρυμμένους ρυθμούς τους.

Από εκεί στρέφεται στη μουσική, την οποία αντιλαμβάνεται ως κύριο φορέα του τελετουργικού άξονα του έργου. Όπως αναφέρει, «ο ρυθμός, η επανάληψη και ο ήχος ανοίγουν μια φυσική είσοδο προς μια ρωγμή, μια πτώση, το κατώφλι του αγνώστου, εκεί όπου τα σώματα, των δρώντων και του κοινού, μπορούν να συντονιστούν, έστω και για μια στιγμή.»

Ο χαρακτήρας που ενσαρκώνεται βρίσκεται στο δρόμο για το ξωκλήσι του Αϊ-Γιώρκη του Φτωχού, πραγματικό χώρο που περιτριγυριζόταν από αμπέλια την εποχή που στη Λεμεσό καλλιεργούσαν ακόμα τη γη, που σήμερα παραμένει σαν χρονικό υστερόγραφο μέσα στη μαρίνα Λεμεσού.

Ο χαρακτήρας «έρχεται» επειδή κάτι άκουσε το οποίο την παρακίνησε να επισκεφτεί τον Άγιο: το ότι πρόκειται να πεθάνει. Αυτή η ώθηση γίνεται το δραματουργικό έναυσμα, καθώς η ηρωίδα οικοδομείται πάνω στον «κύκλο του ήρωα» του Τζόζεφ Κάμπελ.

© Παύλος Βρυωνίδης

Ο Κάμπελ διατυπώνει ένα αρχετυπικό μοντέλο αφήγησης που περιγράφει το ταξίδι ενός ήρωα προς την αυτογνωσία. Μέσα από σκληρές δοκιμασίες, ο ήρωας βιώνει έναν συμβολικό θάνατο και αναγεννάται, με το ταξίδι να ολοκληρώνεται με την επιστροφή του στην κοινότητα, ριζικά μεταμορφωμένος και φορέας νέας γνώσης.

Εδώ, αντίθετα, η ηρωίδα είναι κουρασμένη και αποξενωμένη. Μας μεταφέρει τη συζήτησή της με τον Άγιο, ο οποίος την παρακινεί να του παραδώσει τη θέση της, ώστε να συνεχίσει εκείνος τον δικό της αγώνα. Όταν όμως βρίσκεται στα εγκόσμια, παρασύρεται και καταφεύγει στη βία.

Στην κορύφωση του έργου εκφράζεται με τρόπο ανάρμοστο και αποκεφαλίζει πουλιά για ευχαρίστηση, με την ηρωίδα να τον ρωτάει αγωνιωδώς: «Τι κάνεις;» – και εδώ η ερμηνεία της Αγαθοκλέους αγγίζει το παράλογο του άρρητου.

Η συνομιλία τους συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια του έργου και η ηρωίδα έρχεται ξανά στο προσκήνιο τη στιγμή που ο ίδιος ο Άγιος αναγνωρίζει ότι έφτασε η ώρα του να πεθάνει. Επιχειρείται έτσι η αντιστροφή του μοντέλου του Κάμπελ. Αντί για ήρωα που ανταποκρίνεται σε κάλεσμα, μια ηρωίδα κουρασμένη που ψάχνει διέξοδο, και αντί για επιστροφή στην κοινότητα με νέα γνώση, μια αποτυχημένη μεταβίβαση της θέσης και του αγώνα σε άλλον.

© Παύλος Βρυωνίδης

Το έργο αμφισβητεί τόσο το ιερό όσο και το βέβηλο. Και τα δύο φανερώνονται ως πόλοι ενός σχήματος μέσα από το οποίο εκφράζεται ο φόβος. Αποκτούν την υφή μεταιχμιακών χώρων, όπου εισέρχεται η φωνή που διεκδικεί το δίκαιο του αδικημένου χωρίς να βρίσκει αποδέκτη. Ο ίδιος ο Άγιος βρίσκεται σε τέλμα: συχνά ακούγεται ότι κοιμάται ή ξεκουράζεται και δεν βλέπει, και γι’ αυτό δεν μπορεί να προσφέρει λύση.

Σε αυτό το μεταίχμιο η ηρωίδα επιζητά τη μεταμόρφωση, δίνοντας μάχη με ένα θηρίο, χωρίς να είναι σαφές αν θα το νικήσει. Το θηρίο αυτό αποκτά τη μορφή και τις δυνάμεις ενός θαλάσσιου τέρατος, που αναδύεται συνεχώς για να κυριεύσει μια πόλη. Εκεί βρίσκει ανθρώπους που το βοηθούν και άλλους που δεν μπορούν να αναπνεύσουν, χωρίς να δίνει σημασία σε κανέναν.

Η Αγαθοκλέους επιλέγει συνειδητά να μην παρουσιάσει την καταληκτική μεταμόρφωση της ηρωίδας και δημιουργεί μια σκοτεινή παραβολή που κινείται μεταξύ αρχέτυπου και προσωπικής εξομολόγησης, και αγγίζει το βίωμα μιας πόλης και μιας κοινωνίας που κατασπαράζουν τον εαυτό τους. Το «μετέωρο» της ηρωίδας βρίσκει το ανάλογό του στην αδιαφορία και την ορμή του τέρατος.

© Παύλος Βρυωνίδης

Ποιος είναι ο ιερός και ποιος ο βέβηλος; Εδώ δεν προκύπτει καμία εύκολη απάντηση. Η ηρωίδα προσπαθεί διαρκώς να ψιθυρίσει κάτι: πρώτα στο αυτί του Αγίου, μετά στο αυτί του τέρατος, έπειτα στα αυτιά των πολιτών. Δεν το καταφέρνει. Μαζί με το κοινό, ωστόσο, αφήνεται στη ροή του ξεσπάσματος και του θυμού, και εκφράσει την επιθυμία της. Στο τέλος μας λέει:

Ας γίνει γνωστό / Πως η νύχτα τωρά ξεκινά

Ας γίνει γνωστό / Πως υπάρχει τζείνη η στιγμή που δεν επροσέξαμε

Ας γίνει γνωστό / Πως / Αν με καταπιεί η γη

Μπορεί να θέλω να πω δυνατά μέσα στα φκιά

«Έρκουμαι σαν καταρράκτης κάθετα».

Με εξαιρετική γενναιοδωρία η Αγαθοκλέους φαντάζεται ως αποδέκτη μια κοινωνία που ακόμα μπορεί να νιώθει, ενίοτε να θυμώνει, και να αναζητά την μεταμόρφωση. Μας μιλά από τη σκηνή, ίσως επειδή μας θέλει μάρτυρες. Μπορούμε να γίνουμε μέτοχοι ή τουλάχιστον απλοί αποδέκτες αυτής της γενναιοδωρίας;

Αυτό είναι ίσως και το κύριο ερώτημα του έργου. Όπως το ψιθύρισμα που δεν καταφέρνει να ειπωθεί, και αυτού που ίσως να θέλει να πει δυνατά, το έργο κρατά ανοιχτή την πιθανότητα να δούμε τη στιγμή του μύθου που δεν προσέξαμε, όπου όλα παραμένουν ανοιχτά και η έκσταση συναντά την τρωτή συνειδητότητα.

Eλεύθερα, 04.10.2026