Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΟ ανήσυχος εικαστικός μάς ξεναγεί στον «Κήπο του Άλνουικ», εκεί όπου το ένστικτο συναντά το χάος και τα όριά του.
Η ζωγραφική του κινείται ανάμεσα στο ένστικτο και τον έλεγχο, στο οργανικό χάος και τη γεωμετρική πειθαρχία, επιζητώντας την ένταση που κάνει το σχέδιο να υποχωρεί μπροστά στην ορμή του χρώματος. Για τον Δημήτρη Νεοκλέους ένα έργο δεν χρειάζεται να κρύβει ένα μήνυμα προς αποκωδικοποίηση. Μπορεί να είναι πρώτα απ’ όλα μια εμπειρία, μια σωματική και αισθητηριακή συνάντηση με τον χώρο, τη γραμμή και την προοπτική, ενώ ο ίδιος ο δημιουργός είναι ο πρώτος θεατής που θα το ανακαλύψει. Απέναντι στην ψηφιακή εικόνα και την αλγοριθμική ομογενοποίηση, επιμένει σε μια χειρονομιακή ζωγραφική που διατηρεί κάτι ουσιώδες: την ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία, την έκπληξη και την ελευθερία της πράξης.
–Το χρώμα προηγείται του νοήματος; Το χρώμα ΕΙΝΑΙ το νόημα. Αυτό καθορίζει ό,τι κάνω. Το αφήνω να με οδηγήσει.
–Μπορεί το χρώμα να μεταφέρει ένα συναίσθημα πριν καν ο θεατής καταλάβει τι βλέπει; Μπορεί. Αυτό είναι και το ζητούμενο. Ενδέχεται να κάνω ένα λεπτομερές σχέδιο, να ρίξω πάνω ένα χρώμα και αμέσως να αναιρέσω το σχέδιο, ακριβώς λόγω του χρώματος. Θεωρητικά, η σωστή ισορροπία βρίσκεται ανάμεσα στα δύο, αλλά εμένα με έλκει το χρώμα.
–Τι είναι για σένα ο «Κήπος του Άλνουικ»; Πραγματικός τόπος, νοητικός χώρος, πεδίο του υποσυνείδητου; Νοητικός χώρος. Υπάρχει λόγω των χρωμάτων. Το συσχετίζω με προηγούμενή μου απόπειρα, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και να εξελίσσεται, στην οποία αφέθηκα μέσα στη χρωματική σύνθεση για να μου καθορίσει πώς θα φτιάξω το έργο. Γενικά, κάπως έτσι λειτουργώ. Αυτόνομα, με βάση το χρώμα και το έργο καθορίζεται μετά, αν και πάντα υπάρχει προδιάθεση. Αφήνω τα ηνία στο ένστικτο. Έχω καταλήξει στη σκέψη ότι πάντα υπάρχουν όρια και δεν μπορώ να τα αποφύγω ό,τι και να κάνω. Όρια υπάρχουν ακόμη και στον αφηρημένο εξπρεσιονισμό. Θεωρητικά, δημιουργείς ελεύθερα, αλλά ο χαρακτήρας, οι εμπειρίες, οι δυνατότητές σου, φυσικές και νοητικές, σε καθορίζουν. Κάποιους τους παίρνουν στα ουράνια, κάποιους άλλους πιο χαμηλά- στα δικά τους ουράνια. Το ένστικτο δίνει την ώθηση σε κάθε κίνηση, κάθε παύση, κάθε επιλογή.
–Πού σε οδηγεί τελικά αυτή η ενστικτώδης διαδικασία; Σκέφτηκα ότι έχει σχέση κάπου με την έννοια του χάους, στο οποίο και πάλι υπάρχει αρχή και τέλος. Δεν είναι κάτι αρνητικό αυτό, κάθε άλλο. Συνεπώς, εφόσον βιώνω ένα χάος εντός ορίων, εντοπίζω μια σύνδεση με τους αφηρημένους εξπρεσιονιστές αλλά και τη λογική του φράκταλ, την επανάληψη γεωμετρικών σχημάτων σε μοτίβα. Εδώ μιλάμε για μαθηματικούς και φυσικούς νόμους, άρα οπωσδήποτε υπάρχουν περιορισμοί. Δουλεύω σ’ αυτή τη λογική από το 2021 κι είπα να το εξελίξω. Υπάρχει μια σύγχρονη τάση προς αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή, προς κατακερματισμένες εικόνες χωρίς ξεκάθαρο αφηγηματικό νόημα, όπου το χρώμα υπερτερεί.

–Νιώθω ότι υπάρχει μια παράξενη αντίφαση: μιλάς για οργανικό χάος αλλά και για γεωμετρική πειθαρχία. Ποιος κερδίζει τελικά, το ένστικτο ή ο έλεγχος; Είναι η μάχη μου αυτή. Ο τρόπος που θα δαμάσω τη φόρμα έχει να κάνει με μια εσωτερική γεωμετρία, την οποία μετρώ ενστικτωδώς. Δεν κάθομαι να μελετήσω και να μετρήσω μαθηματικά και γεωμετρικά με μοιρογνωμόνια και χάρακες. Το ίδιο το όριο καθορίζει το τυχαίο, το αυτόματο, το οποίο έχει τους δικούς του περιορισμούς. Είναι ένα είδος φράκταλ. Έτσι, το χάος τελειώνει εκεί, στη δυνατότητα αντίληψης του εγκεφάλου μου, του εσωτερικού μου κόσμου.
-Ο τίτλος προέκυψε αφού είχαν ήδη γεννηθεί τα έργα; Αυτό ισχύει πάντα. Όλοι μου οι τίτλοι προέκυψαν έχοντας ήδη δημιουργήσει αυτούς τους χώρους, τα χρωματικά περιβάλλοντα, τους κήπους, τους τόνους και τις διαβαθμίσεις.
–Δεν είναι τοπία; Δεν μ’ αρέσει η ιδέα ότι πρόκειται για τοπία. Είναι εσωτερικοί χώροι. Μάλλον εγκεφαλικοί. Μεταφράζονται ουσιαστικά με πινελιές μέσα από τις οποίες προκύπτει το σχήμα. Οδηγήθηκα στο Άλνουικ γιατί οι χρωματικοί αυτοί χώροι έχουν να κάνουν με το ενστικτώδες, το χαώδες. Προκύπτει κάτι ψυχεδελικό κι αυτό είναι θεμιτό. Ο Κήπος του Άλνουικ είναι ένας κήπος με τοξικά και παραισθησιογόνα φυτά: δατούρα, μπελαντόνα, μανδραγόρας, ακόνιτο, κώνειο κ.ο.κ. Θα μπορούσα να διαλέξω έναν άλλο τίτλο που παραπέμπει σε μια παραίσθηση, σε όλους αυτούς τους αυτοσχεδιασμούς. Θα μπορούσα να το ονομάσω «Το περιβόλι του τρελού», αλλά δυστυχώς με πρόλαβαν (γέλια). Ο τίτλος κάθε έργου συνδέεται με την «παρέα» που είχα όταν έφτιαχνα αυτή τη δουλειά. Εννοώ τα audio books που άκουγα, κυρίως με βιβλία του Κάφκα ή του Πόε. Κάτι τέτοιους ψυχοπαράξενους και σκοτεινούς είχα για συντροφιά κι από εκεί πηγάζει κατά κάποιον τρόπο κι ο κόσμος που δημιούργησα.
–Ο κόσμος σου είναι σκοτεινός και ψυχοπαράξενος; Ο νους μου είναι κάπως πολύπλοκος. Δεν κάθεται ήσυχος. Αυτό συμβαίνει. Σκοτεινός δεν νομίζω να είμαι, όχι. Αν και τελευταία ακούω πολύ Ροζάνη. Δεν ξέρω τι θα προκύψει…
–Το «Άλνουικ» δεν είναι ένα καπέλο που φορτώνει νοηματικά αυτή την ενότητα; Θα μπορούσα να μη βάλω καθόλου τίτλο στην έκθεση και τα έργα να τα ονόμαζα «Άτιτλο 5», «Άτιτλο 13», «Άτιτλο 15», κ.λπ. Το βρήκα πιο ενδιαφέρον να κάνω μια συσχέτιση, πιο πολύ ως σημείο εκκίνησης. Δεν είναι ένας κήπος που θα μπούμε όλοι και θα έχουμε την ίδια εμπειρία. Το ζητούμενο δεν είναι η παραίσθηση, αλλά η συσχέτιση με μια ιστορία με αμέτρητες πιθανότητες και περιγραφές.
–Η πρώτη περιγραφή της έκθεσης είναι «σαν ηλεκτρικό ρεύμα μες στη βροχή». Ποια παρώθηση σ’ έβαλε να ζωγραφίσεις αυτή τη σειρά; Είναι μια σωματική εικόνα. Αρκετές φορές η σχέση μου με τον πίνακα είναι σωματική. Ειδικά στους μεγαλύτερους. Εντάξει, δεν το έκανα πρώτος εγώ. Πιο παλιά ήταν κινήματα όπως η art brut, οι νεοάγριοι, οι αφηρημένοι εξπρεσιονιστές, ακόμη και οι Αυστριακοί αξιονιστές, ή και καλλιτέχνες όπως ο Άσγκερ Γιορν, η ομάδα CoBrA κ.π.ά.

–Όταν μιλάμε για μια ζωγραφική που προσπαθεί να ψυχαγωγήσει τον εαυτό της, αυτό δεν προϋποθέτει και μια απελευθέρωση από την υποχρέωση του έργου να σημαίνει κάτι; Μπορεί ένας ζωγράφος σήμερα να ζωγραφίζει απλώς για τη χαρά της διαδικασίας; Φυσικά, γιατί όχι; Τόσοι ζωγράφοι κάνουν καριέρα κι έχουν γίνει ζάμπλουτοι μ’ αυτόν τον τρόπο. Στις μέρες μας, που πάλι λέγεται ότι κυριαρχεί η έννοια και η εικόνα κι ότι η ζωγραφική έχει πεθάνει, να μου επιτραπεί να πω ότι αυτό καθόλου δεν συμβαίνει. Πολλοί επιμένουν με επιτυχία στη ζωγραφική. Δεν νιώθω ότι έχω κάποια υποχρέωση απέναντι στο νόημα. Μη σου πω ότι το υπερβολικό νόημα ή η υπερβολική νοηματική ασάφεια εντάσσεται ενίοτε και στο πλαίσιο του μάρκετινγκ.
–Όταν ξεκινάς έναν πίνακα, δεν το κάνεις σαν να είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο; Πολλοί είπαν ότι το κάνουν αυτό και είδαμε το αποτέλεσμα. Πάντα παίρνω σοβαρά τους πίνακές μου. Είμαι ταγμένος σ’ αυτό που κάνω κι αυτό που καταφέρνω. Αλλά ως εκεί. Δεν θεωρώ ότι είναι κάποιο όπλο που θα αλλάξει τον κόσμο.
-Αν αύριο σου έλεγαν ότι κανείς δεν θα ξαναδεί ποτέ τα έργα σου, θα συνέχιζες να ζωγραφίζεις; Ναι, φυσικά. Συνειδητότατα. Είναι ανάγκη. Μπορείς να το πεις και εμμονή. Ούτως ή άλλως, κανείς δεν μου εγγυάται ότι θα εκθέσω ξανά ή ότι θα τα δει ο κόσμος. Η ανάγκη να τα δείξεις υπάρχει, είναι κομμάτι της διαδικασίας. Αν όμως καθημερινά, αφού πάω στη δουλειά μου, κάνω την καθημερινή ρουτίνα, ζήσω τις οικογενειακές στιγμές και υποχρεώσεις και αφού καταλαγιάσουν όλα καταλήγω στο εργαστήρι να παλεύω με τα χρώματα, αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει μια παρόρμηση στην οποία δεν μπορώ να αντισταθώ. Δεν περνά μέρα, ούτε τα σαββατοκύριακα, που να μην πιάσω τα πινέλα.

–Θυμάσαι κάποια στιγμή που το χρώμα σε συνεπήρε πριν ακόμη αρχίσεις να σκέφτεσαι ως ζωγράφος; Όταν ήμουν παιδί, πήγαμε με το σχολείο στην πρώτη αναδρομική για τον Χριστόφορο Σάββα, στην Πύλη Αμμοχώστου. Ήταν το 1988. Δεν είχα καμία σχέση με ζωγραφική. Αυτό που θυμάμαι να με συνεπήρε είναι το πράσινο με το κόκκινο. Είναι ένα συναίσθημα, μια υποσυνείδητη συσχέτιση. Εσύ πες το «νόημα» αν θέλεις. Όταν το BBC4 εντόπισε στο Μεξικό σε προχωρημένη ηλικία τη Λεωνόρα Κάρινγκτον και τη ρώτησε για το νόημα κ.λπ. αυτή απάντησε ότι το μόνο που έχει σημασία είναι ο χώρος ανάμεσα σ’ αυτή και το κρεβάτι ή το τραπέζι της.
-Κι εσύ αυτό προσπαθείς να κάνεις; Επιδιώκω να λειτουργώ έτσι. Μ’ αρέσει η άμεση σχέση με το μέγεθος, να βιώνω τον χώρο. Μ’ αρέσει η γραμμή και η πολυπλοκότητά της, οι συνδυασμοί της και οι δυνατότητές της. Με βοηθούν να δημιουργήσω περιβάλλοντα και αφηγήσεις με χειρονομιακό τρόπο. Υπάρχει μια αίσθηση βιολογίας, πατώ πάνω στο οργανικό και σε μια κοντινή, γεώδη αίσθηση.
–Ζωγραφίζεις κάτι που υπάρχει ήδη μέσα σου ή το ανακαλύπτεις την ώρα που το δημιουργείς; Μάλλον το ανακαλύπτω. Αν προϋπάρχει σ’ ένα γενικό πλαίσιο, συμβαίνει μόνο υποσυνείδητα. Είναι μια ωραία περιπέτεια αυτή.
–Άρα, είσαι ο πρώτος θεατής που ανακαλύπτει το έργο; Ακριβώς. Το υπέροχο θα ήταν να αποξενωθώ από τον εαυτό μου και να το δω εντελώς αποστασιοποιημένα. Όταν μπορώ να ξεφύγω από τις δυνατότητές μου τότε είναι που νιώθω ότι κέρδισα κάτι. Αν με εκπλήξει κι εμένα, είμαι πολύ ευχαριστημένος. Είναι ένας παράλληλος καινούργιος κόσμος που μου μαθαίνει και τον μαθαίνω. Και με μαθαίνω.
–Είναι και μέρος της απόλαυσης αυτό; Είναι καθαρή απόλαυση. Ασχέτως της πορείας που θα πάρει μετά. Κοίτα, αν δεν υπήρχε κι αυτή η περίπλοκη πτυχή της επικοινωνίας των καλλιτεχνών με το κοινωνικό γίγνεσθαι κι όσα υπάρχουν από κάτω, θα ήταν μόνο απόλαυση. Μια ζώσα ουτοπία. Τώρα απλά θέλεις να δωρίσεις αυτή την ουτοπία κι ό,τι θέλει ας γίνει. Μπορεί αυτό να είναι το νόημα. Έχει νόημα η ουτοπία; Αν έχει, τότε έχει και η αφηρημένη τέχνη. Είναι μια στάση ζωής που νοηματοδοτεί τη σχέση με τον σημερινό κόσμο, με όσα συμβαίνουν μέσα στον χρόνο και τον χώρο που μοιραζόμαστε με τους συνανθρώπους μας.

–Από τη μια υπερασπίζεσαι τη χειρονομιακή, υλική ζωγραφική, από την άλλη χρησιμοποιείς μια κατεξοχήν ψηφιακή εικόνα για να περιγράψεις την ένταση του χρώματος. Δεν είναι κι αυτό αντιφατικό; Μόνο μέσα στις αντιφάσεις μπορώ να λειτουργήσω, ούτως ή άλλως. Σήμερα τα περισσότερα ερεθίσματά μας είναι κυρίως μέσα από μια οθόνη κι όχι από την πραγματική ζωή. Όμως, η πρακτική είναι χειροπιαστή. Όταν εισέρχομαι και παλεύω με τα όριά μου για να τα ξεπεράσω, αυτό δεν είναι κι ένα είδος αυτονόμησης ή αντίστασης στον αλγόριθμο;
–Νιώθεις ότι ένα έργο δεν ολοκληρώνεται με την τελευταία πινελιά; Ναι. Όλη η δουλειά του ζωγράφου είναι ένα ενιαίο έργο. Ένας ο άνθρωπος, ένα και το έργο. Προσπαθεί ν’ αναπτυχθεί μέσα απ’ αυτό. Πολλές φορές θεώρησα ότι είναι αλλιώς, ξεχωριστό το επόμενο από το προηγούμενο, αλλά πάλι κάνει τον κύκλο του και επανέρχεται. Προσδιορίζομαι από τα έργα μου. Αυτός είμαι. Άσχετα αν κάποια δουλειά μπορεί να ξεκίνησε μέσα από τον ενθουσιασμό μου για την προοπτική, ή τη μεθοδολογία ενός συγκεκριμένου τρόπου σχεδίασης. Υπάρχουν συνάψεις μεταξύ των έργων. Είναι όλα κομμάτια του εαυτού μου.
–Ποια η γνώμη σου για την ομορφιά; Τη ζηλεύω. Θα ήθελα να κάνω τέτοιους πίνακες και κάθε φορά λέω ότι η επόμενη δουλειά θα έχει να κάνει με την ομορφιά. Ωστόσο, αυτή η ένταση που επιζητώ με οδηγεί σε άλλα μονοπάτια. Η ένταση είναι το μότο μου. Εκεί βρίσκω τη ζωντάνια. Εξάλλου, τι σημαίνει «ομορφιά»; Αφορά τις σωστές αναλογίες, τα αισθητικά πρότυπα, κάτι που συνήθισε το μάτι μας; Δηλαδή, δεν είναι ωραίοι οι πίνακες του Άουερμπαχ, του Λέον Κοσόφ, του Πίτερ Ντόιγκ;
–Αν η ζωγραφική δεν χρειάζεται πια να αφηγείται, να εξηγεί ή να αναπαριστά, γιατί χρειαζόμαστε τον ζωγράφο; Δεν είναι αυθύπαρκτος ο καλλιτέχνης. Είναι πολιτικό ον. Για την αναπαραστατική τέχνη γίνεται χαμός και μοσχοπουλιέται. Αφορά την αρτιότητα, την ικανότητα, τη δυνατότητα. Δεν μπορείς να πεις ότι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός δεν είναι καλός, αν και τον έχουμε αναθεματίσει. Όταν σπούδαζα στο Πεκίνο, πήγα στο Μουσείο Τέχνης και ήταν φίσκα σε ζωγραφικά έργα σοσιαλιστικού ρεαλισμού κινεζικού τύπου. Ρε φίλε, θαύμασα! Αντίθετα, δεν μού άρεσε τόσο η αναπαραστατική ζωγραφική των Κινέζων που σήμερα έχει «φάει» τον πλανήτη και θεωρείται περιζήτητη.

–Πώς βρέθηκες στην Κίνα; Από αντίδραση. Είπα θα πάω όσο πιο μακριά γίνεται. Είχαν πάει προηγουμένως κάποιοι φίλοι, όπως ο Πανίκος Τεμπριώτης κι η Χριστιάνα Μεγαλέμου. Άκουγα περιγραφές και είπα «γιατί όχι»; Βρήκα μια υποτροφία και πήγα το 2000. Ήταν εμπειρία ζωής. Μου άνοιξε το μυαλό. Είναι άλλες οι κλίμακες πληθυσμιακά και χωρικά. Τεράστιες διαφορές στην κουλτούρα. Το εγώ μου δέχτηκε πλήγμα από την ασημαντότητα του ατόμου, το να είσαι ένα τίποτα ανάμεσα στους μυριάδες. Σημαδιακό ήταν κι ένα περιστατικό. Μια μέρα πήγαινα να μπω στο πανεπιστήμιο και μπροστά σε μένα και αμέτρητους άλλους ένα τεράστιο φορτηγό πάτησε μια Κινέζα ποδηλάτρια. Σχεδόν όλοι προχωρούσαν σαν να μη συνέβη τίποτα…
–Συναναστρεφόσουν με Κινέζους καλλιτέχνες; Βρέθηκα σε κάποιες παρέες που ήταν η πρωτοπορία της Κίνας και τους έκλειναν τις εκθέσεις. Κάποιο διάστημα έκανα παρέα μ’ έναν τύπο που τον λένε Ζανγκ Νταλί. Πήγα σ’ ένα περφόρμανς του όπου είχε φτιάξει από κιμά το ρεαλιστικό πορτρέτο του και το έκοβαν και το έτρωγαν. Μετά, τρυπούσε με κομπρεσέρ κατεδαφιστέα κτήρια στην παλιά πόλη και με τις τρύπες σχεδίαζε το προφίλ του. Έπειτα τύπωνε τις φωτογραφίες, τις τοποθετούσε σε καμβά και τις πουλούσε 15.000 δολάρια τη μία. Εκεί πέρασε μια κρίση η φιλία μας…
–Πότε πήρες την απόφαση να γίνεις ζωγράφος; Η στιγμή- κλειδί ήταν όταν βοηθούσα μικρό παιδί στο ξυλουργείο του πατέρα μου κι ερχόταν ένας διακοσμητής, έφερνε το αρχιτεκτονικό σχέδιο που είχε δουλέψει στο χέρι, το άπλωνε κι έλεγε «έτσι θα γίνει». Ένιωσα ότι αυτό μ’ ενδιαφέρει βαθιά, ότι μου κάθεται αυτό το ψευδαισθησιακό, το παράλληλο. Τότε ξεκίνησα να σχεδιάζω μανιωδώς.
–Δεν έφεραν αντίρρηση οι γονείς σου; Και βέβαια έφεραν. Δεν κατάγομαι από εύπορη οικογένεια. Μου είπαν να γίνω διακοσμητής, αφού είχα κλίση στο σχέδιο. Όταν ήμουν στον στρατό έκανα μαθήματα σχεδίου στις εξόδους, μέχρι που τελικά σε μια έξοδο έδωσα εξετάσεις και πέρασα στην Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ. Έπειτα πήρα και μια υποτροφία κι αυτό ήταν. Ο πατέρας μου ακόμη δυσκολεύεται να το χωνέψει, αν και έρχεται στις εκθέσεις μου.
–Αν μπορούσες να μπεις μέσα στον πίνακα ενός άλλου ζωγράφου, ποιον θα διάλεγες και γιατί; Θαυμάζω πολλούς. Υπάρχουν κάτι πίνακες της Σέσιλι Μπράουν με ερωτικές περιπτύξεις σε χρωματικές αποδόσεις. Μ’ αρέσουν πολύ. Οι φιγούρες δεν είναι συγκεκριμένες, κάθε έργο μοιάζει μ’ ένα χρωματικό κολαστήριο. Εκεί θα έμπαινα, θα γινόμουν κι εγώ μια πινελιά μέσα στις πολλές.
- INFO H έκθεση του Δημήτρη Νεοκλέους «Ο Κήπος του Άλνουικ» εγκαινιάζεται την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, στις 7.30μ.μ., στην Isnotgallery (99569498). Διάρκεια: μέχρι 31 Οκτωβρίου
Ελεύθερα, 4.10.2026